Οι λαμπάδες
Στην οικογένεια μου, το Πάσχα πάντα εορταζόταν λιτά καθώς ταίριαζε σ΄ένα δραχμοσυντήρητο υπάλληλο της Πειραϊκής-Πατραϊκής όπως ήταν ο γέρος μου.
Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα νηστεύαμε και το λάδι, και μόνο την Λαμπρή κατά το μεσημεράκι, ο πατέρας απαρνούμενος τη εορταστική ραστώνη, έσπευδε να μας μαστορέψει πεντανόστιμα παϊδάκια στην ψησταριά της αυλής.
Το μόνο κακό εκείνης της αλήστου μνήμης εποχής;
Όλα ήταν μετρημένα και με το σταγονόμετρο
Τέλος πάντων, από ματσαμπούκα βολευόταν το πράγμα. Άλλωστε δεν ήταν αυτή η προτεραιότης των παιδιών που υπήρξαμε, αλλά κάτι που σήμερα θα σας φανεί λιγουλάκι περίεργο και αλλόκοτο, μα εκείνα τα χρόνια αποτελούσε σταθερά για τη τότε πιτσιρικαρία.
Το παίχνιο που επιδιδόμασταν με κέφι δαιμονισμένο ονομαζόταν λαμπαδομαχία.
Το Μέγα Σάβαττο, ο πατέρας επιστρέφοντας από τη σκεπαστή αγορά της Καλλιθέας με τα απαραίτητα για το Αναστάσιμο τραπέζι, κουβαλούσε πάντοτε και δύο μακριές λαμπάδες, άσπρες σαν το χιόνι για μένα και τον αδελφό μου.
Ένα από εμάς τα κούτσικα έπρεπε να μεταφέρει το Άγιο Φώς στο σπίτι προσέχοντας μην και το σβήσει ο βραδυνός αέρας και παραχωρώντας το κατόπιν με τυφλή υποταγή στον πατέρα, να σχηματίσει αυτός με τη σειρά του, έναν σταυρό από αιθάλη στο πρέκι της εισόδου προς αποτροπή κάθε πονηρού πνεύματος.
Περιττό να σας πω ότι πριν αριβάρει η δωδεκάτη, οι λαμπάδες είχαν καταντήσει χίλια κομμάτια από την παραδοσιακή λαμπαδομαχία που διεξαγόταν με Σπαρτιάτικη λύσσα ανάμεσα στον αδελφό μου κι ελόγου μου.
Αλλά εκείνο το Πάσχα του ΄72 τα πράγματα θα γίνονταν λιγουλάκι στριμόκωλα.
Ο πατέρας:
<<Μην τολμήσει κανείς σας να εμφανιστεί με σπασμένη λαμπάδα στην Ανάσταση, φίδι που τον έφαγε. Αρκετά με τη γαϊδουριά σας. Σας επαναλαμβάνω μη βουληθείτε τέτοιες αηδίες και ξεράσματα γιατί εγώ είμαι κεφάλι αρβανίτικο και δεν χαμπαριάζω.
Νηστικοί θα κοιμηθείτε και χωρίς σοκολατένιο αυγό>>.
Να μείνουμε νηστικοί το αντέχαμε αλλά δίχως σοκολατένιο αυγό, αυτό ήταν πέραν πάσης συζητήσεως.
Έτσι σα καλά παιδάκια που είμασταν, απαρατήσαμε τις λαμπάδες ήσυχες πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και βαλθήκαμε να παίζουμε <<Στρατέγκο >>αναμένοντας το μεσονύχτι.
Κατά τις έντεκα εκεί που άρχισαν να βαρούν χαρούμενα τα σήμαντρα, σημειώθηκαν και οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στο ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής.
Όπως πάντα θέμα της διαφωνίας ήταν τα χρήματα.
<<Χρωστάμε σ΄όλο το κόσμο, και σύ πήγες και αγόρασες καινούργια γραβάτα. Δέκα έχεις χριστιανέ μου...>>, βελόνιασε η μάνα.
<<Άι παράτα μας γλωσσοκοπάνα>> έφτυσε ο πατέρας και ο καυγάς σχοινί, κορδόνι σαν πυρκαγιά σε ξερό λόγγο, πήρε άξαφνα διαστάσεις.
<<Έτσι ε; Μου βάζεις τώρα και πόστα μπροστά στα παιδιά για μια παλιογραβάτα; Πάνερμαν είναι μωρή... Από το πανέρι τουτέστιν, που ψωνίζουν οι ψωριάρηδες.
Τι θάρρεψες τάχατις; Ότι χάλασα καμιά περιουσία για δαύτη; Αλλά και σύ κακό χερόβολο κι εγώ κακό δεμάτι>>.
Και αρπάζοντας ο γέρος την καλαθούνα με τα κόκκινα αυγά, την εξφενδονίζει μ΄όλη του τη κακία στον απέναντι τοίχο.
Κομμάτια και θρύψαλλα ατάκτως ερριμμένα.
Ξεκίνησε την κλαψούρα η μάνα.
<<Μεγάλη αμαρτία... Τελικά είσαι πολύ μοχθηρός άνθρωπος. Να δεις ότι θα σε τιμωρήσει ο Χριστούλης γι αυτό που τόλμησες χρονιάρα μέρα.
Ντροπή σου και αίσχος σου, τι άλλο να πω η δόλια μ΄εσένα που ΄μπλεξα;...>>
Ήρθε στα συγκαλά του ο πατέρας και καθόταν σαν τη βρεγμένη γάτα παράμερα.
Πήρε θάρρος τότε η μάνα και πλησιάζοντας το τραπέζι, χέριασε τις δυό λαμπάδες.
Μας τις μοίρασε και σάλπισε Ιεριχιώτικα:
<<Ομπρός καπλάνια μου, ομπρός λεβέντες μου όμορφοι, να σας χαρώ. Κι όποιος νικήσει, Μίκυ Μάους και Σεραφίνο την Παρασκευή που μας έρχεται>>.
Ξιφομαχήσαμε με ακατάσχετη ορμή αλλά το αποτέλεσμα εστάθη ισόπαλο. Και οι δυό λαμπάδες είχαν τον ίδιο αριθμό σπασιμάτων.
Ο πατέρας με γουρλωμένα μάτια αλά Μανέλλη, κάτι πήγε να ξεστομίσει αλλά κατάπιε νουνεχώς τη γλώσσα του.
Φυσικά εκείνη τη νύχτα Ανάσταση δεν αξιωθήκαμε.
Κι όταν στο τέλος καθίσαμε στο τραπέζι μαργωμένοι από το επεισόδιο, είδαμε και πάθαμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια.
Βρέθηκαν με τα χίλια ζόρια πέντε΄έξη αυγά μισοσπασμένα που γλύτωσαν την ολική καταστροφή και μασουλώντας τα όπως ήταν με τα τσόφλια, είπαμε ένα κατά το έθιμο ,<<Χριστός Ανέστη>>.
Ο πατέρας ψόφιος κοριός, χαμηλοβλεπούσε αιδημόνως.
Από εκείνο το σημαδιακό Πάσχα μέχρι να καταστούμε αρκούντως ώριμοι ώστε να αφήσουμε πίσω τέτοιας λογής καραγκιοζιλίκια, ο πατέρας δεν μας ματαενόχλησε.
Αντίθετα, υπήρξαν φορές που έκανε και τον διαιτητή, υπό το αυστηρό βλέμμα της Γκεστάπο, προσπαθώντας να δείχνει όσο το δυνατόν αμερόληπτος.
Σήμερα ο πατέρας και η μάνα κατοικοεδρεύουν σε κασελάκια και δεν δείχνουν καμιά διάθεση για Πασχαλιάτικους διαπληκτισμούς.
Εγώ από μεριά μου, έχοντας δημιουργήσει τη δική μου οικογένεια, συνεχίζω να επιζητώ εκείνη την αρχαία, χουντοθρεμμένη τρέλα και τον τζερτζελέ, αλλά κανένα από τα δυό μου τσογλάνια δεν καταδέχεται να προτάξει τη λαμπάδα του για μια μονομαχία της προκοπής.
Κι έτσι κάθε βράδυ Μεγάλου Σαβάττου, το μόνο που δύναμαι πλέον είναι να τα μυκτηρίζω ως ατυχής πατήρ.
Θρονιασμένα ως μουγκοθόδωροι μπροστά από τους υπολογιστές, αδημονούν μονάχα για την Αναστάσιμο τράπεζα κι αυτή πριν από την δωδεκάτη και άνευ εκκλησιασμού παρακαλώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου