Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

 Γιάννο, άσε τις τρίχες

Ο πατέρας μας έγνεψε το <<έχετε γειά βρυσούλες>> σχεδόν τρελός. Αλλεπάλληλα εγκεφαλικά άλλαξαν τόσο σημαντικά τη δομή του εγκεφάλου του, που η λογική έπαψε συν τω χρόνω να αποτελεί την κύρια ανάγκη του. 

Έχοντας το λοιπόν στήσει το καλυβάκι του  σε ένα παράλληλο  σύμπαν, εμάς τους δικούς του ανθρώπους μας θεωρούσε αντίτυπα των πραγματικών και μας αντιμετώπιζε ως τέτοια με την ανάλογη περιφρόνηση που άρμοζε στην περίσταση και τον πιο βαθύ αποτροπιασμό για την επιμονή μας να ομνύουμε στην ταυτοπροσωπία μας.

Όταν λοιπόν ο πατέρας συγχωρέθηκε, το εξέλαβα μάλλον ως ευλογία και παρά το ότι στεναχωρήθηκα υπέρ του δέοντος, τα μάτια μου παρέμειναν αδάκρυτα καθ΄όλη τη διάρκεια του επώδυνου αποχαιρετισμού καθώς και του διαστήματος που ακολούθησε, μέχρι και το 40ήμερο μνημόσυνο.

Και μόνο όταν καθαρίζοντας την παλιά μου ηλεκτρική ξυριστική μηχανή PHILIPS, (αυτή την κόκκινη φωτιά βιντάζ), βρήκα υπολείμματα από τα κατάλευκα γένια του που επιμελώς περιποιόμουν καθ΄όλη τη διάρκεια της ασθένειας του, κάτι μέσα μου ράγισε ανεπανόρθωτα και ξέσπασα χωρίς να το θελήσω στο πιο πικρό κλάμα.

Θυμήθηκα τότε τον πατέρα να με συμβουλεύει σε κάθε περίσταση του βίου, που ο λόγος μου εστερείτο βάσης και επαρκούς τεκμηρίωσης:

<<Γιάννο, άσε τις τρίχες...>>

Να λοιπόν, που αυτές οι τρίχες από πηγή δυστυχίας κατέληξαν να μου προσπορίσουν ελπίδα και απαντοχή  και να βρούν δικαίωση  ως συμβουλή Σενέκειος, σταλμένη θαρρείς τσιφ από παράδεισο μεριά.

Και απαράτησα τις τρίχες έκτοτε μια δια παντός και ασχολήθηκα με τη ζωή μου που σαν να μην έφτανε ότι αντιμετώπιζε αδιέξοδα ων ουκ έστι αριθμός, έτρεχε συν τοις άλλοις ιλιγγιωδώς και αμετακλήτως  προς θάνατον.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

 Οι λαμπάδες

Στην οικογένεια μου, το Πάσχα πάντα εορταζόταν λιτά καθώς ταίριαζε σ΄ένα δραχμοσυντήρητο υπάλληλο της Πειραϊκής-Πατραϊκής όπως ήταν ο γέρος μου.

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα νηστεύαμε και το λάδι, και μόνο την Λαμπρή κατά το μεσημεράκι, ο πατέρας απαρνούμενος τη εορταστική ραστώνη,  έσπευδε να μας μαστορέψει πεντανόστιμα παϊδάκια στην ψησταριά της αυλής. 

Το μόνο κακό εκείνης της αλήστου μνήμης εποχής; 

Όλα ήταν μετρημένα και με το σταγονόμετρο

Τέλος πάντων, από ματσαμπούκα βολευόταν το πράγμα. Άλλωστε δεν ήταν αυτή η προτεραιότης των παιδιών που υπήρξαμε, αλλά κάτι που σήμερα θα σας  φανεί λιγουλάκι περίεργο και αλλόκοτο, μα εκείνα τα χρόνια αποτελούσε σταθερά για τη τότε πιτσιρικαρία.

Το παίχνιο που επιδιδόμασταν με κέφι δαιμονισμένο  ονομαζόταν λαμπαδομαχία.

Το Μέγα Σάβαττο, ο πατέρας επιστρέφοντας από τη σκεπαστή αγορά της Καλλιθέας με τα απαραίτητα για το Αναστάσιμο τραπέζι, κουβαλούσε πάντοτε και δύο μακριές λαμπάδες, άσπρες σαν το χιόνι για μένα και τον αδελφό μου. 

Ένα από  εμάς τα κούτσικα έπρεπε να μεταφέρει το Άγιο Φώς στο σπίτι προσέχοντας μην και το σβήσει ο βραδυνός αέρας και παραχωρώντας το κατόπιν με τυφλή υποταγή στον πατέρα, να σχηματίσει αυτός με τη σειρά του, έναν σταυρό από αιθάλη στο πρέκι της εισόδου προς αποτροπή κάθε πονηρού πνεύματος.

Περιττό να σας πω ότι πριν αριβάρει η δωδεκάτη, οι  λαμπάδες  είχαν καταντήσει χίλια κομμάτια από την παραδοσιακή λαμπαδομαχία που διεξαγόταν με Σπαρτιάτικη λύσσα  ανάμεσα στον αδελφό μου κι ελόγου μου.

Αλλά εκείνο το Πάσχα του ΄72 τα πράγματα θα γίνονταν λιγουλάκι  στριμόκωλα.

Ο πατέρας:

<<Μην τολμήσει κανείς σας να εμφανιστεί με σπασμένη λαμπάδα στην Ανάσταση, φίδι που τον έφαγε. Αρκετά με τη γαϊδουριά σας. Σας επαναλαμβάνω μη βουληθείτε τέτοιες αηδίες και ξεράσματα γιατί εγώ είμαι κεφάλι αρβανίτικο και δεν χαμπαριάζω. 

Νηστικοί θα κοιμηθείτε και χωρίς σοκολατένιο αυγό>>.

Να μείνουμε νηστικοί το αντέχαμε αλλά δίχως σοκολατένιο αυγό, αυτό ήταν πέραν πάσης συζητήσεως.

Έτσι σα καλά παιδάκια που είμασταν,  απαρατήσαμε τις λαμπάδες ήσυχες πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και βαλθήκαμε να παίζουμε <<Στρατέγκο >>αναμένοντας το μεσονύχτι.

Κατά τις έντεκα εκεί που άρχισαν να βαρούν χαρούμενα τα σήμαντρα, σημειώθηκαν και οι πρώτες αψιμαχίες ανάμεσα στο ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής. 

Όπως πάντα  θέμα της διαφωνίας ήταν τα χρήματα.

<<Χρωστάμε σ΄όλο το κόσμο, και σύ  πήγες και αγόρασες καινούργια γραβάτα. Δέκα έχεις χριστιανέ μου...>>, βελόνιασε η μάνα.

<<Άι παράτα μας γλωσσοκοπάνα>> έφτυσε ο πατέρας και ο καυγάς σχοινί, κορδόνι σαν πυρκαγιά σε ξερό λόγγο, πήρε άξαφνα  διαστάσεις.

<<Έτσι ε; Μου βάζεις τώρα και  πόστα μπροστά στα παιδιά για μια παλιογραβάτα; Πάνερμαν είναι μωρή... Από το πανέρι τουτέστιν, που ψωνίζουν οι ψωριάρηδες. 

Τι θάρρεψες τάχατις; Ότι χάλασα καμιά περιουσία για δαύτη;  Αλλά και σύ κακό χερόβολο κι εγώ κακό δεμάτι>>.

Και αρπάζοντας  ο γέρος  την καλαθούνα με τα κόκκινα αυγά, την εξφενδονίζει μ΄όλη του τη κακία στον απέναντι τοίχο.

Κομμάτια και θρύψαλλα ατάκτως ερριμμένα.

Ξεκίνησε την κλαψούρα η μάνα.

<<Μεγάλη αμαρτία... Τελικά είσαι πολύ μοχθηρός άνθρωπος. Να δεις ότι θα σε τιμωρήσει ο Χριστούλης γι αυτό που τόλμησες χρονιάρα μέρα. 

Ντροπή σου και αίσχος σου, τι άλλο να πω η δόλια μ΄εσένα που ΄μπλεξα;...>>

Ήρθε στα συγκαλά του ο πατέρας και καθόταν σαν τη  βρεγμένη γάτα παράμερα.

Πήρε θάρρος τότε η μάνα και πλησιάζοντας το τραπέζι, χέριασε τις δυό λαμπάδες.

Μας τις μοίρασε και σάλπισε Ιεριχιώτικα:

<<Ομπρός καπλάνια μου, ομπρός λεβέντες μου όμορφοι, να σας χαρώ. Κι όποιος νικήσει, Μίκυ Μάους και Σεραφίνο την Παρασκευή που μας έρχεται>>.

Ξιφομαχήσαμε με ακατάσχετη ορμή αλλά το αποτέλεσμα εστάθη ισόπαλο. Και οι δυό λαμπάδες είχαν τον ίδιο αριθμό σπασιμάτων.

Ο πατέρας με γουρλωμένα  μάτια αλά Μανέλλη, κάτι πήγε να ξεστομίσει αλλά κατάπιε νουνεχώς τη γλώσσα του.

Φυσικά εκείνη τη νύχτα Ανάσταση δεν αξιωθήκαμε.

Κι όταν στο τέλος καθίσαμε στο τραπέζι μαργωμένοι από το επεισόδιο, είδαμε και πάθαμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο  στα μάτια. 

Βρέθηκαν με τα χίλια ζόρια πέντε΄έξη αυγά μισοσπασμένα που γλύτωσαν την ολική καταστροφή και μασουλώντας τα όπως ήταν με τα τσόφλια, είπαμε ένα κατά το  έθιμο ,<<Χριστός Ανέστη>>. 

Ο πατέρας ψόφιος κοριός, χαμηλοβλεπούσε αιδημόνως.

Από εκείνο το σημαδιακό Πάσχα μέχρι να καταστούμε αρκούντως ώριμοι ώστε να αφήσουμε πίσω τέτοιας λογής καραγκιοζιλίκια, ο πατέρας δεν μας ματαενόχλησε. 

Αντίθετα, υπήρξαν φορές που έκανε και τον διαιτητή, υπό το αυστηρό βλέμμα της Γκεστάπο, προσπαθώντας να δείχνει όσο το δυνατόν αμερόληπτος.

Σήμερα ο πατέρας και η μάνα κατοικοεδρεύουν σε κασελάκια και δεν δείχνουν καμιά διάθεση για Πασχαλιάτικους διαπληκτισμούς. 

Εγώ από  μεριά μου, έχοντας δημιουργήσει τη δική μου οικογένεια, συνεχίζω να επιζητώ εκείνη την αρχαία, χουντοθρεμμένη τρέλα και τον τζερτζελέ, αλλά κανένα από τα δυό μου τσογλάνια δεν καταδέχεται να προτάξει τη λαμπάδα του για μια μονομαχία της προκοπής.

Κι έτσι κάθε βράδυ Μεγάλου Σαβάττου, το μόνο που δύναμαι πλέον είναι να τα μυκτηρίζω ως ατυχής πατήρ. 

Θρονιασμένα ως μουγκοθόδωροι μπροστά  από τους υπολογιστές, αδημονούν μονάχα για  την Αναστάσιμο τράπεζα κι αυτή πριν από την δωδεκάτη και άνευ εκκλησιασμού παρακαλώ.


Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

 Το εγκεφαλικό

<<Δεν είναι αυτό το σπίτι μου>>, είπε ο πατέρας σαν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, αμέσως μετά το εξιτήριο.

<<Μοιάζει με το σπίτι μου αλλά δεν είναι>>.

Η μάνα βγήκε στο δρόμο να τον υποδεχτεί.

<<Ούτε αυτή είναι η γυναίκα μου. Μοιάζει εδώ που τα λέμε λιγουλάκι με τη λεγάμενη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι αυτή>>.

Τον οδηγήσαμε σπρώχνοντας σχεδόν στην αυλή και με τα χίλια ζόρια στο κρεβάτι του.

<<Εάν αυτό δεν είναι το σπίτι σου και αυτή δεν είναι η μαμά, τότε αυτός ποιός είναι;>> τον ρώτησα αγανακτισμένος από την ισχυρογνωμοσύνη του, βάζοντας του μπροστά στο πρόσωπο, ένα καθρέφτη χειρός.

<<Αυτός δεν είμαι εγώ. Μοιάζει με εμένα, αλλά παρασάγγας απέχει από του να είμαι εγώ>> δήλωσε με άσβεστο,γεροντικό πείσμα και συνέχισε απτόητος: 

<<Σαν πολύ τον έξυπνο μας κάνεις νεαρέ μου. Κι εδώ που τα λέμε πώς και μοιάζεις τόσο πολύ του γυιού μου; Αντίγραφο του είσαι;>>

Σε λίγες μέρες ευτυχώς συγχωρέθηκε, χωρίς να βρεί ούτε για μια στιγμή  τον παλιό του εαυτό.

Κι έρχονται στιγμές που αναρωτιέμαι ειλικρινά, αν ο θάνατος που τον πήρε, ήταν ο ίδιος, ή κάποιος που του έμοιαζε καταπληκτικά σαν ένας δίδυμος αδελφός;

Κι΄αν υποθέσουμε ότι ο πατέρας μου μία στο εκατομύριο είχε δίκιο, άραγε πόσο πιθανόν  είναι να βρίσκεται κάπου εκεί έξω ακόμα εν ζωή;>>

 Το πουκάμισο

Η γυναίκα με το πορτοκαλί μαλλί ψαχουλεύει μέσα στη  ντουλάπα και βρίσκοντας ένα ασιδέρωτο πουκάμισο, του το δίνει με μια αδιαφορία που σκοτώνει.Αυτός, το φοράει με αργές, ανοικονόμητες κινήσεις. 

Πλέει μέσα του

-Ρε γυναίκα, αυτό το πουκάμισο σάμπως και δεν είναι δικό μου...

-Ντέν ξέρω παππού! Ντικό σου ρούχα δεν είναι αυτό;

Είναι ώρα δειλινού και μια ακτίνα ξεθυμασμένου, φθινοπωρινού ήλιου φωτίζει πάνω στο σκρίνιο  τη φωτογραφία μιάς άγνωστης πια  κυρίας, που κάποτε υπήρξε η κυρία του σπιτιού.

 Ο γρίφος

<<Το κρασί  το ρουφάμε για να κάνουμε κέφι, ενίοτε  και για  να ρίχνουμε καμιά παρατεταμένη πούτσα στη κυρά, το λάδι  για να περιχύνουμε τη τοματοσαλάτα μας, το δε χώμα για  να το οργώνουμε, μπας και αξιωθούμε λιγουλάκι σιτάρι να μασαμπουκώσουμε>>.

Αυτά διαλαλούσε ο πατέρας μου σε κάθε ευήκοον ους, σαν τον πιάναν οι μαύρες του.

<<Τι εννοείς πατέρα;>> τον ρωτούσα έφηβος εγώ με τις δικές μου αγωνίες και ανασφάλειες, για να μην πάρω ποτές μιαν απάντηση της προκοπής.

Και μόνο την ημέρα της κηδείας, λίγο πριν τον κατεβάσουν στο τάφο,  ο γρίφος ελύθη άπαξ δια παντός.

 Η κάρτα

Γυρίζουμε με ιδιωτικό ασθενοφόρο τον πατέρα στο σπίτι. Έχει τα μαύρα του τα χάλια. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, η μάνα μου δίνει μιά κάρτα που της πάσαρε ο οδηγός του οχήματος κρυφά στο χέρι και με παρακαλεί:

<<Κράτα την κάπου παράμερα, μήπως και ξαναχρειαστεί ασθενοφόρο για τον πατέρα σου>>.

Διαβάζω:

Γραφείο Τελετών

ΚΩΝ.ΜΑΡΚΟΥ

Πλ. Αγ. Ελεούσης 35-Καλλιθέα

τηλ.2107425965 κιν.694578952


Και τότε ένοιωσα  πρώτη μου φορά, πόσο εύκολο πράγμα είναι σε έναν άνθρωπο της σήμερον, ν΄ανοίξει  παράρτημα  του ΑΟΥΣΒΙΤΣ, στο μέγεθος ακόμα κι ενός ιδιωτικού ασθενοφόρου.


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

 Δημητρώφ

Τον αδελφό μου τον φωνάζουν Δημήτρη, (Δημητρώφ για τους φίλους) και εορτάζει σεμνώς και χριστιανοπρεπώς στις 26 κάθε Οκτώβρη. 

Όχι ότι γιόρταζε από πάντα. Σαν βέρος κομμουνιστής που ήταν, διατείνονταν πως ένας  ιδεολόγος σαν ελόγου του, δεν παρασύρεται ποτέ από θρησκευτικές δηλαδή αστικές του κερατά φανφάρες. Εκτός από ετούτο το συγγνωστό χούι και τη γενναιοδωρία για να μην πω χαζομάρα να ψωνίζει  βρέξει -χιονίσει μέχρι και την πτώση του τείχους τον <<Ριζοσπάστη>>, σας διαβεβαιώ ότι αποτελούσε για τις καθιερωμένες αξίες του Δυτικού μας κόσμου ένα παντελώς ακίνδυνο στοιχείο.

Και αναφέρω τη πτώση του τείχους, όχι για κανένα ιδιαίτερο λόγο αλλά γιατί πάνω -κάτω εκείνη την εποχή, άρχισε να χάνει τα μαλλιά του και μάλιστα ραγδαία.

Ο δόλιος το πήρε κάπως βαριά.

<<Τι νόημα έχει να επέλθει ο παγκόσμιος κομμουνισμός και εγώ να στερούμαι τα μαλλιά μου;>> δήλωνε με παράπονο στους ομοϊδεάτες του, οι οποίοι σιγά -σιγά τον κάναν πέρα σα να ΄ταν το άλογο του Ντονσκόι, όχι αυτό που έκλαιγε, αλλά το άλλο το ψωριάρικο που κλαιγότανε παντού και μετ΄επιτάσεως.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ότι έχει να θυμάται το Παγκόσμιο Κομμουνιστικό κίνημα από τον αδελφό μου και την συμμετοχή του σ΄αυτό, είναι μια παράφραση του <<Μαύρα Κοράκια>>, που φιλοτέχνησε σε μια στιγμή άδολης έμπνευσης για την πτώση όχι του Βερολινέζικου τείχους, αλλά της ίδιας του της ταλαίπωρης κόμης:

<<Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά,

πέσανε πάνω στου Δημήτρη τα μαλλιά,

άγρια κράζουν, τρίχες τραβούν

τον Δημητρώφ καραφλό να τον δουν...>>

Κι εδώ που τα λέμε περισσότερη ουσία και νόημα  βρίσκω σ΄αυτή τη  ταπεινή παράφραση, παρά στους αυθεντικούς, αγκιτατόρικους στίχους...