Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

 Ο <<Έλβις>>

Το όνομα <<Έλβις>> υποστηρίζουν κάποιοι, ότι προέρχεται από τα αρχαία Κέλτικα και σημαίνει τον  πάνσοφο. Καμία δηλαδή σχέση με τον αδελφό μου, γιατί λησμόνησα να σας αναφέρω ότι ο <<Έλβις>> είναι αδελφός μου.

Όχι απλά ένας τυχαίος <<Έλβις>>, αλλά μετενσάρκωση του πρώτου και μοναδικού, του Βασιλιά  του ροκ εντ ρόλ, του Έλβις Πρίσλευ.

Το αδέλφι μου από μικρός είχε κάποια θεματάκια. Πετριές στο κεφάλι μάτσο, τον έκαναν να κινείται αρκετά περίεργα και πρωτότυπα, σε βαθμό που κανένας δεν μπορούσε να τον εννοήσει, πόσο περισσότερο να τον κατατάξει στη κλίμακα του βίου και της κοινωνίας.

Κρατούσε π.χ ημερολόγιο. 

Άνοιγες και διάβαζες. 

Σήμερα τρεις... Σήμερα επτά... Σήμερα τέσσερις... 

Κάπου πήγαινε το μυαλό μου με τούτα τα αριθμητικά λόγω εφηβείας, αλλά και πάλι είχα τις αμφιβολίες μου. Του έκανα ξάστερα την ερώτηση:

-Τι σημειώνεις εδώ ρε νούμερο; Τις μαλακίες που τραβάς κάθε μέρα;

-Όχι ρε πανύβλακα, μου απάντησε αγριεμένα. Απλά καταγράφω τις τρίχες που  πέφτουν από το κεφάλι μου,  για να έχω έναν λογαριασμό το πότε θα μείνω φαλάκρας.

Όλα λοιπόν τα΄ χε η μαριορή, του έτυχε του σαλεμένου αυτουνού κι ένα ακόμα, αυτή τη φορά μύριες φορές χειρότερο, να υπάγει δηλαδής ένα απογεματάκι  κινηματόγραφο στον συνοικιακό <<ΑΡΓΩ>>, για να παρακολουθήσει μια μουσική ταινία με τίτλο <<BLUE HAWAII>>, ταινία όπου πρωταγωνιστούσε ο γνωστός και μη εξαιρετέος Έλβις Πρίσλευ.  . 

Ακαριαίος έρωτας... Ξελίγωμα με την πρώτη ματιά που λένε. Τον καψουρεύτηκε ακαριαία!

Και τότε ο αδελφός μου μεταμορφώθηκε ριζικά.

Είχε ομολογουμένως  που είχε, μια φυσική ομοιότητα με τον Θρύλο, άφησε επιπλέον φαβορίτες, χτένισε την κόμη προς τα πίσω, κότσαρε γυαλί ηλίου όμοιο με του λεγάμενου, φόρεσε ξεπλυμένο τζιν και  πουκάμισο λουλουδάτο, πήρε την παλιοκιθάρα μου και που τον έχανες που τον εύρισκες, μπροστά στο καθρέφτη να γκαρίζει λικνιζόμενος:

<<Don΄t be cruel>> και <<viva las Vegas>>.

Και νά σου πλήθος οι τρυπημένες στις άκρες φωτογραφίες από ταινίες του <<Έλβις>>, και νά σου αργότερα βίντεο και αφίσες χρυσοπληρωμένες (σπάνιες γαρ) απο το Γιουσουρούμ και να δίσκοι και να κασσέτες και να αναμνηστικά και να super 8 ταινιάκια.

Έτσι το πατρικό μετεμορφώθη σε εκκλησία του Έλβις, κάτι που δεν  έδειχνε να ενοχλεί κανένα, ούτε καν΄ τον πατέρα μου έναν αρβανιταρά, (Θε μου φύλαγε). Ίσα -ίσα που ακόμα κι αυτός ο ημιάγριος Καβοντορίτης βάλθηκε να σιγοταγουδάει  με τα γλίσχρα του αγγλικά συνοδεύοντας το καμάρι του, << LOVE ME TENDER>>, με τη φωνή του, μια φωνή βραχνιασμένου τενόρου, να στάζει  μέλι Υμηττού αραιωμένο μπόλικη γλυκόζη .

Δεν άργησε λοιπόν ο μουστερής να γίνει η φίρμα της συνοικίας και σιγά σιγά και πριν να το καταλάβει κανείς, έλαβε ως μέγα παράσημο, το παρατσούκλι <<Έλβις >>, πρός μεγάλη του φυσικά ικανοποίηση.

Το πραγματικό του όνομα, δεν έλεγε  τίποτα. Σα να μην είχε βαπτιστεί ποτέ του.

<<Έλβις>> τον ανέβαζαν οι φίλοι, <<Έλβις>> τον κατέβαζαν οι εχθροί.

Μέχρι που και εγώ ο αδελφός του, για να βρίσκω μαζί του άκρη, Έλβις αναγκαζόμουν να τον φωνάζω. 

Και πήγαινε το πράγμα σχοινί-κορδώνι...

Ό <<Έλβις>> όμως, εκτός από φανατίλα σκέτη με τον ιδιοκτήτη της <<Graceland>> είχε κι άλλες πιο ιδιαίτερες λόξες. 

Μεγαλωμένος τη περίοδο της μαύρης Χούντας, είχε αναπτύξει ιδέες κάπως ξενοφοβικές, σε βαθμό που μόλις κάμανε γιούρια με τον Σαμαρά οι πρώτοι Αλβανοί στην Ελλάδα, ν΄ αρχίσει να τσινάει.

-Τι θέλουν αυτοί οι λεχρίτες, οι πεινάλες από εμάς...Να τους ξαποστείλουμε πακέτο πίσω στον Αλία, και άλλα τέτοια ευχάριστα.

Το κακό όμως δεν έλεγε να βρει γιατριά κι έτσι όλο και περισσότεροι τάχαμου Βορειοηπειρώτες σκάγανε μύτη στην Ελλάδα, μοστράροντας (οι πιο τολμηροί), τα εξωτικά τους ονόματα, κάτι Έντι, κάτι Ατζέτ κάτι Μπακί.

Μέχρι που κάποιος στην καφετέρια αλητάμπουρας  ρώτησε ένα πρωί τον γιαλαντζί <<Έλβις>> ευθέως και χωρίς περιστροφές:

-Άκουσα ότι σε λένε <<Έλβις... >>Αλβανός είσαι;

Κεραυνός εν αιθρία! Τα έσχατα του κόσμου! Κρατάτε Τούρκοι τ΄άλογα!

Έτσι γιατρεύτηκε ακαριαίως ο αδελφός μου και  μιά δια παντός. 

Έκοψε φαβορίτες, πούλησε στο Μοναστηράκι ότι παλιατζούρα είχε μαζεμένη  από Πρίσλευ και δήλωσε  ευθαρσώς προς γνωστούς και αγνώστους.

-Μην με ξαναπεί κανένας <<Έλβις>>. Τον τρώω λάχανο. Μήτσος είναι το όνομα μου  κι άν γουστάρετε οικειότητες,  μπορείτε να με φωνάζετε και Μητσάρα άμα λάχει...


Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

 Βουτιά στο Μνημόσυνο

Ο γέρος μου απέφευγε με μνημειώδη επιμέλεια, οτιδήποτε είχε να κάνει με εκκλησίες και τυπικά.

Στις κηδείες δεν πάταγε ποτέ, στους γάμους με δυσκολία πήγε ακόμα και στον δικό του, προς (καλή;) μου τύχη.

Έτσι ο άνθρωπος απέπνεε τέτοιου βαθμού ασχετίλα, ώστε να αναρωτιέται σοβαρά  αν η Αγία Ανάσταση γίνεται προς τιμή του τριημέρου Λαζάρου η για να προσέλθει κάποιος  στον Εσπερινό της Αγάπης, θά έπρεπε πρώτα να έχει κλείσει ραντεβού με τον παπά της ενορίας.

Σ΄αυτόν τον αστοιχείωτο περί τα εκκλησιαστικά, αποφάσισε η μάνα να ανακοινώσει με ύφος σαράντα και βάλε καρδιναλίων:

<<Την Κυριακή τελείται το μνημόσυνο της κ. Νίτσας και πρέπει εξάπαντος να παραστούμε. Γειτόνισα βλέπεις τόσα χρόνια κι ο άντρας της  ο Λαυρέντης  εκτός του ότι είναι ΠΑ.ΣΟ.Κ μέχρι κόκαλο, μας βοήθησε αν ενθυμήσαι καλώς, να αναγείρουμε παρανόμως μέσα στις μαύρες νύχτες και το σπιτάκι μας ως εκλεκτός κτίστης>>.

Ο γέρος περιέργως δεν έφερε καμία αντίρρηση και νά΄ τονα Κυριακή πρωί μετά την Λειτουργία, να εισέρχεται εντός του ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, σενιαρισμένος κουστουμιά μαύρη  που φύσαγε ίσαμε οκτώ μποφώρια και βάλε.

Κοζάρει το λοιπόν  γύρω του  καλά -καλά, απαρατάει τη συμβία σύξυλη στον πρόναο  και ιδού καμαρωτός-καμαρωτός  να  οδεύει  ωραία πύλη μεριά, προς τον στολισμένο δίσκο με τα κουφετάκια που σχηματίζουν σε γαμάτο Βυζαντινό στυλ το όνομα ΔΕΣΠΟΙΝΑ.

Δίπλα στο δίσκο υπάρχει μια φωτογραφία σε ασημοκαπνισμένη κορνίζα της Νίτσας γύρω στα είκοσι της χρόνια, που αστραποβολεί  τη λάμψη των πολυελαίων.

Αυτή τη φωτογραφία λοιπόν επιζητεί να φιλήσει ευλαβικά ο δυστυχής μου γεννήτορας κατά παράβαση κάθε εκκλησιαστικής τάξεως,  όταν αρκούντως απρόσεκτος σκοντάφτει στο σκαλί και πέφτει με δύναμη απάνω στο τραπεζάκι με το κόλυβο.

Γης Μαδιάμ...

Μέγα σούσουρο στην εκκλησία ανεδύθη , το οποίο με τη δυναμική που ενυπάρχει στον παράγοντα  Χρόνος,  απέκτησε μυθώδεις διαστάσεις και τίτλο αρνητικής τιμής ως<< ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ>>.


Ο πατέρας έχει συγχωρεθεί εδώ και είκοσι χρόνια αλλά η μάνα -κακούργα  και δίχως έλεος, επιμένει  από τότε μανικά  και σε βάση καθημερινή:

<<Καλά τον είχα εγώ μυριστεί τον σαρδανάπαλο άντρα! Ήθελε να δώσει και φιλάκι της Νίτσας;

Τόσες εικόνες γύρω του, αυτήν πήγε να ασπαστεί, το αποφώλιον τέρας, τη χτικιάρα τη Νίτσα; 

Έχω ράμματα εγώ  για τη γούνα του , αλλά τι να κουτσομπολεύω τώρα μπροστά σε  παιδιά και αγγόνια   πεθαμένον άνθρωπο;... 

Άστο να το πάρει το ποτάμι!>>


Το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα έγραφε:

<<Συνεπεία εμφράγματος του μυοκαρδίου>>, αλλά εγώ βάζω το κεφάλι μου στον τορβά, ότι πήγε <<από γκρινιώδη αποφρακτική Νιτσίτιδα, συνεπεία βουτιάς σε μνημόσυνο>> και μάρτυς μου ο Θεός!


Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

 Λόγος για τον Ν.Περδίκη

Πάνε πέντε χρόνια από εκείνο το παγωμένο βράδυ της γιορτής μου.

Αη -Γιαννιού σε κάποιο ταβερνάκι στα Πετράλωνα. Ψυχή της παρέας όπως πάντα ο Νίκος ο Περδίκης. 

Πληρώσαμε και βγήκαμε στη πλατεία, ένα τσούρμο χαρούμενο, λίγο πιωμένο, λίγο άτακτο.

-Τι κρύο απόψε, τόλμησε ο Βρυξελλιώτης φίλος. Δεν είναι να στέκεσαι στιγμή στους δρόμους. Ούτε ζητιάνος δεν κυκλοφορεί…

Και τότες ο Νίκος εν τω άμα, μεταμορφώθηκε σε ζητιάνο. Με δυο κινήσεις όλες κι όλες, κάτι σηκώνοντας το γιακά του παλτού του, κάτι γονυπετώντας σε στάση ικέτη, μετεβλήθη μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας σε ζητιάνο πραγματικό. 

Τον ελέησα. Βγάλαμε και φωτογραφία μάλιστα για του λόγου το αληθές. Κάτι τέτοιο δεν είχε κάμει και ο παλιός εκείνος Δυσσέας για να στραβώσει κόσμο;


Άλλη φορά στη σκηνή κάποιου θεάτρου.

Ιερέας. Αυτός ο άπιστος, πιστός. Και ιερέας όχι δευτεράντζα και τρέχα γύρευε. Ιερέας τόσο εναργής όσο ήταν στην Μανταλένα ο Ζερβός. Ένα με τον ρόλο. Πολλές φορές ξεγελούμαι με την ιερατική του παρουσία και την Αθωνική του απλότητα και του φιλώ όλο σεβασμό το χέρι. Πιστέψτε με. Το αξίζει και με το παραπάνω.

Άλλες φορές πάλι σα διδάσκει τη παρέα στο καφέ τα εναγή του μαθήματα, κάτι αθείες, κάτι βυζαντινομαχητά, γίνεται Σωκράτης, ένας Σωκράτης αλογόμυγα, πειραχτήρι σωστό με πνεύμα κεντρί θανατηφόρο κι ανάθεμα με αν βγάζω νόημα.

Πως όλα μέσα στο χρόνο σμίξανε. Ποάν Αθήνα κατοικώ; Τι αξιώνονται τα ματάκια μου;

Συγγραφέας, ποιητής, ζωγράφος, σκιτσογράφος, δουλευτής της πέτρας, αθλητικογράφος, δημιουργός σταυρολέξων, όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως είναι ο Περδίκης.

Και δεν είναι ότι το παίζει όπως κάνουμε οι περισσότεροι οι ασχολούμενοι με τα Γράμματα και τις Τέχνες. 

Δυστυχώς για αυτόν είναι ο ίδιος το ποιήμα του, είναι ο ίδιος ο λογοτεχνικός του ήρωας, είναι ο ίδιος το δημιούργημα του. Αυτός ο ίδιος σε βαθμό που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το μελάνι από το αίμα αυτού του ανθρώπου.

Δώστε όρντινο στους χειρουργούς αυτής της χώρας να φροντίσουν για μελάνη. Τέτοιο χρειάζεται στη εγχείρηση ανοιχτής καρδίας που λαμβάνει χώρα καθημερνά μπροστά μας.

 Γιατί μια καρδιά είναι ο Νίκος, ανοιχτή, πατρική, καθαρή, γεμάτη σύμβολα και ήρωες και εάν μέμφομαι κάτι το παντοδύναμο Θεό είναι ότι ούτε σ΄αυτόν τον χρυσό άνθρωπο φοβούμαι θα κάμει τη χάρη και την παραχώρηση να τον αφήσει να ζήσει για πάντα.

Από τότε που πέθανε ο πατέρας μου ο σεβαστός κυρ Απόστολος ο συγγραφέας, δεν λέγω ότι είμαι ορφανός. Βρήκα στο πόδι του τον κύριο Νίκο, έναν πνευματκό ακέραιο άνθρωπο άξιο πολύ να φέρει  το τίτλο ΠΑΤΕΡΑΣ...


 Ο Βατραχάνθρωπος

Μανούλα στα καραγκιοζιλίκια, δεν τα απεύφεγα μήτε στην εργασία μου. Ξαφνικά εκεί που καλοκαθόμουν στα γραφείο, άρχιζα τις ψαλμωδίες παριστάνοντας πότε τον παπά, πότε τον δεξιό ψάλτη.

Αγαπημένη μου παράσταση ήταν εκείνη του μυστηρίου του  γάμου, και ιδιαίτερα η συγκλονιστική στιγμή που ο παπάς ψάλλει το «ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω». 

Στη δικιά μου εκδοχή, η λέξη «άνθρωπος» αντικαθίστατο με τη λέξη «βατραχάνθρωπος», προκαλώντας τις περισσότερες φορές,  την γενική  θυμηδία.

Κι ήρθε η μαύρη ώρα, που κατέπεσε το στρατιωτικό ελικόπτερο με τον Πατριάρχη, και μαζί του χάθηκαν από προσώπου αέρος  και οι δυό κυβερνήτες.

Ό ένας μάλιστα εξ αυτών ο συγκυβερνήτης συγκεκριμένα, έτυχε να είναι σύζυγος συναδέλφου, η οποία και μέχρι να βρεθεί η σορός, ήλπιζε η καημένη ότι κάπου γλύτωσε ο άνθρωπος της, σε κάποια ακτή κολύμπησε και βγήκε και οσωνούπω θα την ειδοποιήσουν σχετικά, ότι ζει και ασμένως καταφθάνει προς υπάντηση της με ανοικτάς αγκάλας.

Φρούδες ελπίδες.

Ένας βατραχάνθρωπος του λιμενικού μέρες αργότερα, ανέσυρε τον άτυχο στρατιωτικό, από τα βάθη της θάλασσας.

Και ήρθε να βγεί αληθινή, η γελοία μου φράση που είχε γίνει πια σλόγκαν στο κύκλο των συναδέλφων. 

«Ους ο Θεός συνέζευξεν, βατραχάνθρωπος μη χωριζέτω».

Έδωσα όρκο τότε φρικτό, να σταματήσω τις αηδίες, ψυχανεμιζόμενος ότι μια τέτοια σόλοικη φράση όπως αυτή που εκστόμιζα δίχως συναίσθηση, βρίσκει πάντα τον τρόπο να εισέλθει μέσα στην ζωή, ακόμα και από το παράθυρο.

Περιττόν αγαπητοί μου να σας ενημερώσω, ότι μέχρι και τη σήμερον, συνεχίζω ακάθεκτος, να υπάρχω ο ίδιος ακριβώς καραγκιόζης, πατώντας ανερυθρίαστα και όρκους και υποσχέσεις και άλλα τέτοια χριστιανικά, που αρμόζουν κατά τα λεγόμενα των ηθικολόγων, μάλλον στους αποκαλούμενους καθωσπρέπει ανθρώπους.

 Ο Γκαντέμης

Μια ακόμη αληθινή ιστορία του Γιάννη Παγώνη


«Ωχ! Ο Μητσοτάκης! Γρήγορα γυιέ μου, πιάσε τρεις φορές τα αχαμνά σου μην μας τύχει κανά κακό μ΄αυτόν τον γκαντέμη!»

Είναι ο γέρος μου ζωντανός ακόμα τότε, αρχές δεκαετίας του 90, καθισμένος πλάι μου στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Περιμένουμε ν΄αρχίσει η τακτική συναυλία της Παρασκευής με την Δημοτική Ορχήστρα Αθηνών ήδη  στη σκηνή, κουρδισμένη ταμάμ, όταν άξαφνα σκάει μύτη, ο Μητσοτάκης.

«Έλα ρε πατέρα κι έχεις βγάλει και το εξατάξιο. Τι πράματα είν΄αυτά; Είναι δυνατόν πνευματικός άνθρωπος εσύ, να έχεις τέτοιου είδους προκαταλήψεις;» τον αποπήρα.

«Καλού- κακού εγώ τα έπιασα» μου φτύνει και ήρεμος πια χειροκροτεί τον μαέστρο Καλκάνη που ανεβαίνει στη σκηνή, με την κοιλάρα προτεταμένη σαν μπαλόνι έτοιμο να εκραγεί.

Δεν έχουν περάσει εικοσιτέσσερις ώρες και  οδηγώ το Τογιότα, πηγαίνοντας να παραλάβω τη γυναίκα μου από το επιπλάδικο.

Άξαφνα ένα σκυλί, μάλλον κανίς, μια πατσαβούρα μαλλιαρή, ξεφεύγει από μια ανοιχτή αυλόπορτα, μπλέκει στις ρόδες του αυτοκινήτου μου και γίνεται αλοιφή για τα σπυράκια έτοιμη προς χρήσιν. 

Φρενάρω ανάστατος να ιδώ τι στο διάολο έχει συμβεί, όταν ένας γοριλάνθρωπος καμιά εκατοστή κιλά, πέφτει απάνω μου με μένος Γερμανού Ες-Ες  αρχίζοντας με στις γρήγορες.

«Πούστη! Δολοφόνε! Το σκυλάκι μου!» και να κλαίει σαν παιδί.

Ευτυχώς βρίσκεται ένας χριστιανός,  ένας αστυνομικός με πολιτικά, που με μια λαβή ζίου ζίτσου, τον στρώνει καταγής πριν προλάβει να με κονιορτοποιήσει.

«Φύγε» μου κάνει, «θα καθαρίσω εγώ για σένα».

Το απόγευμα στο πατρικό,  ο πατέρας έβαλε τον δείχτη του στη μελίγγι  και με μάλωσε μαλακά.

«Στα  ΄χα πει κύριε Έξυπνε, αλλά ποιός ακούει εμένα; Άλλη φορά, σαν γρικάς κοπέλι, το όνομα Μητσοτάκης, να πιάνεις τα γκογκόφια σου και όλα θα παγαίνουν ρολόγι. Γκέγκε Γιάννο μου;»


Αύγουστος του 96  και γυρνώ με την οικογένεια, πάντα  με το Τογιότα, από το Κυπαρίσσι Λακωνίας στην Αθήνα, με ενδιάμεσες στάσεις για κατούρημα και αναψυχή.

Στην ευθεία πριν  το χωριό Κρεμαστή, πετάγεται η γυναίκα μου και μου δείχνει μια μάντρα, όπου πάνω της είναι γραμμένο με γαλάζια μεγάλα γράμματα,  το σύνθημα ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ, μισοσβυσμένο πια, ενθύμιο θλιβερό  από κάποιες παλιότερες αναμετρήσεις.

«Ωχ! » μου κάνει… «Κακός οιωνός αυτός. Δεν φτάνουμε σπιτάκι μας!»

«Τι κουραφέξαλα είναι αυτά Κατερινάκι; Μην φοβάσαι… Όλα θα πάνε καλά! Δεν θέλω να ανησυχείς ποσώς!» 

Μέχρι να σώσουμε να γυρίσουμε στο Μπραχάμι καλό βραδάκι, είχαμε φάει τέσερρις ώρες πάνω στα βουνά μην βρίσκοντας  έξοδο για Σπάρτη, είχα σπάσει το αυτοκίνητο όλο από κάτω προφυλακτήρες και εξάτμιση, τολμώντας μια ανάβαση στο καταφύγιο του Ταυγέτου, και είχαμε γλυτώσει παρατρίχα το ωστικό κύμα  μιας έκρηξης βυτιοφόρου, λίγο έξω από την Κόρινθο.

Από τότες, φόβος και τρόμος με καταλάμβανε σαν άκουγα και μόνο το όνομα Μητσοτάκης που το εξόρκιζα παντί τρόπω, με κυριότερο φυσικά αυτόν που μου είχε υποδείξει με όλη του τη  πατρική στοργή ο γέρος μου.


29η Νοεμβρίου του 2009. Έχοντας περάσει ένα ηλιόλουστο τριήμερο με την κυρά μου στα Ζαγοροχώρια, επιστρέφουμε στην Αθήνα μες στην τρελή χαρά.

Σε κάποιον περιφερειακό σταθμό, τον μόνο που μπορώ να πιάσω εκεί απάνω, η φωνή ενός δημοσιογράφου μας πληροφορεί, για τα παραλειπόμενα της εκλογικής αναμέτρησης μεταξύ του Σαμαρά και της Ντόρας.  Θέλοντας και μη,  το καταραμένο όνομα ακούγεται κάμποσες φορές μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου, προκαλώντας μας ένα μικρό πανικό.

Έπιασα το λοιπόν τα παπάρια μου, έκαμα  τα μαγικά μου, αλλά μάταιος κόπος. Αυτή τη φορά τα πράγματα άρχισαν εν τω άμα να αγριεύουν σε τέτοιο αφάνταστο βαθμό και  με ταχύτητα Κεντέρη, που τα γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο σαν σε νυχτερινό εφιάλτη.

Πέφτει κατσιφάρα φοβερή, αρχίζει να βρέχει ο Θεός κι η γέεννα, κι εγώ από τη μεριά μου,συνηθισμένος στα ψιλόβροχα της Αθήνας έχω κλάσει κατά την κοινή έκφραση,μέντες. 

Τα φώτα από το αντίθετο ρεύμα με ανταριάζουν με την εγγύτητα τους, Άγχος θανάτου και επικείμενης καταστροφής  με κατακλύζει από παντού και τότες μέσα στη  εκκωφαντική σιωπή που μας περιβάλλει,- γιατί εν τω μεταξύ έχω κλείσει το ραδιόφωνο-, αρχίζουν τα χείλη μου από μόνα τους, ασυναίσθητα, κάτι σαν προσευχή που κάμνει την κυρά μου να με παρακολουθεί ενεή, λες και βλέπει το φάσμα της μητρός του ποιητού Κάλβου στο κοιμητήριο των πρώτων Χριστιανών να ανατέλλει εν πλήρη αποσυνθέσει.

«Άγιε Γέροντα, λατρευτέ μου κύριε Μητσοτάκη, άμποτε ο κοσμάκης να ψηφίσει με χέρια και πόδια  την κορούλα σου, την όμορφη Ντορούλα, να έβγει το χρυσό μου αρχηγός του κόμματος, και μετά να γένει και πρωθυπουργός, να την χαρείς κι εσύ σαν πατέρας που το περιμένεις πως και πως ολάκερη τη ζωή σου. Και γω, υπόσχομαι πως θα την ψηφίζω ανελλιπώς. Όχι μόνο εγώ, μα και η γυναίκα μου επίσης. Κι αν δεν θέλει, θα την αναγκάσω και ξύλο θα της ρίξω εν ανάγκη που λέει ο λόγος, φτάνει μόνο να μας βοηθήσεις να γυρίσουμε σώοι και αβλαβείς σπιτάκι μας, κι ότι θέλεις από μας. Βόηθα καλέ παππούλη, εμένα που σ΄αγαπάω τόσο και νερό πίνω στο όνομα σου καθημερινά. Άιντες να σε χαρώ…» για να καταλήξω θριαμβευτικά  με μια  κραυγή ουρανομήκη, στρέφοντας συγχρόνως το πρόσωπο μου προς την συμβία ίνα νεύση μαζί μου:

«Την ευχή του να ΄χουμε!».

Είχα βρεί ο καριόλης το κόλπο, 

Ο ουρανός καθάρισε, η βροχή έκοψε και η Εθνική με τα δυό της ασφαλή ρεύματα φωτισμένα από κολόνες στο φουλ, παρουσιάστηκε μπρος μας, ως εκ θαύματος.

Σαν γύρισα σπίτι τράβηξα γραμμή στον γέρο.

«Τι κάκαλα και αηδίες ρε πατέρα… Το μυστικό είναι στο επιτήδειο γλύψιμο του γκαντέμη» του ρίξα πανηγυρικώς  στ΄αυτιά, προκαλώντας του μιαν απίθανη έκφραση αηδίας, που θαρρώ δεν εγκατέλειψε από τότε μήτε για ένα λεπτό το γέρικο πρόσωπο, μέχρι και τον πρόσφατο θάνατο του.

 Άσκηση Ετοιμότητος

Ξημερώνοντας στην επαρχιακή πολίχνη, τίποτα δεν έδειχνε να βρίσκεται στη ορισμένη θέση του. Έβρεχε είναι η αλήθεια καταρρακτωδώς όλη νύχτα και φυσούσε ένας βοριάς – φαρμάκι, που είχε αναγκάσει τους λιγοστούς κατοίκους να κλειστούνε στα κονάκια τους από νωρίς, αλλά αυτό δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την τόση αναστάτωση. Ιδιαίτερα γύρω από το κοιμητήριο, που η σιδερένια του καγκελόπορτα βρέθηκε  να χάσκει ορθάνοιχτη.

Στο ακριβώς απέναντι καφενείο οι ζημιές κοστολογήθηκαν ως μέτριες. 

Μπύρες και κονιάκ είχαν βέβαια  κάνει φτερά, τράπουλες και τάβλια ήταν πεταμένα στο πάτωμα και πάνω στις ψάθινες καρέκλες μπορούσες να διακρίνεις κουρέλια και τεμάχια σαπισμένου ξύλου, αλλά μ΄ένα καλό συγύρισμα κι ένα δυο μπουκάλια αποσμητικό χώρου, το πράγμα σωνόταν.

Εκεί που η κατάσταση φαινόταν αρκούντως απελπιστική ήταν στο περίπτερο της γωνίας. Το εμπόρευμα είχε εξαερωθεί, τσιγάρα, τσίχλες, προφυλακτικά, περιοδικά, τα πάντα. 

Ο περιπτεράς τραβούσε τα λιγοστά μαλλιά και ρωτούσε δίχως να περιμένει μιαν απάντηση την αιτία της τόσης καταστροφής. 

Όσα μηχανάκια ήσαν παρκαρισμένα σε ακτίνα εκατό μέτρων είχαν κλαπεί.

Βρέθηκαν βέβαια μετά από λίγη ώρα σε σχετικά μικρές  αποστάσεις, με μια περόνη στις ταχύτητες και μια ωλένη στο γκάζι, αλλά εκτός από τη βενζίνη τίποτα δεν έμοιαζε να λείπει.

Σ΄ένα δρομάκι παράλληλα με το κοιμητήριο μια σακαράκα έστεκε παραβιασμένη. Ο ιδιοκτήτης της, μάζεψε τη χρησιμοποιημένη καπότα που βρήκε πάνω στο πατάκι, πέταξε τα λιγοστά ράκη στα σκουπίδια και δεν θέλησε να κάνει καταγγελία. Που να τρέχει τώρα στις αστυνομίες για πράγματα που έτσι κι αλλιώς μπορούσαν να διορθωθούν.

«Παλιόπαιδα θα ήσαντε» έφτυσε μια γριά για να συμπληρώσει μια άλλη κακιασμένα:

«Τι παλιόπαιδα τσαμπουνάς μωρή… Τους τήραξα εγώ από το παρεθύρι.Κάτι βρωμιάρηδες εκεί πέρα ήσαντε, ανάκατα θυλυκοί- αρσενικοί, κάτι κουρελήδες του κερατά που τρέκλιαζαν σα μεθύστακες πέρα-δώθε μέσα στη καταιγίδα».

Άλλος ένας, σιδεράς το επάγγελμα, μονολογούσε για κάτι σάλπιγγες που ακούστηκαν εκείνη την ώρα της καταστροφής, αλλά δεν ήταν και σίγουρος εκατό τοις εκατό.

Άκρη έτσι δεν έβγαινε.

Μόνο που ο συνταξιούχος Ειρηνοδίκης με το σπίτι στις παρυφές,  δεν ήταν άνθρωπος συνηθισμένος να κάθεται στ΄αυγά του. 

Ξεκίνησε έτσι έρευνα προσωπική να  ανακαλύψει την αιτία των παράξενων  γεγονότων που πρώτη φορά συνέβαιναν σ΄εκείνη την ασήμαντη πολιτειούλα.

Μετά από μια εβδομάδα εντατικών ερευνών, μην έχοντας καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, απευθύνθηκε στον εφημέριο του νεκροταφείου  τον πατέρα-Γραμμένο ένα σεβάσμιο γεροντάκι, και του ζήτησε τα φώτα του.

«Μην δίνεις σημασία κύριε Πρόεδρε», τον καθησύχασε εκείνος.

«Συνηθισμένα πράγματα… Πρόκειται περί απλής ασκήσεως ετοιμότητος. Μια προσομοίωση Δευτέρας Παρουσίας, αν προτιμάς. 

Να! Τήρα, το προβλέπει και αυτό το παλαιό Εκκλησιαστικό κατάστιχο. 

Ήταν βλέπεις σειρά του κοιμητηρίου μας να λάβει μέρος».


  Ο Αρχειοθέτης

Στις μία ακριβώς το μεσημέρι, σταμάτησε να εξυπηρετεί το κοινό.

<< Περάστε όλοι έξω. Το τμήμα κλείνει. Θα τηρηθεί απαρασάλευτα το ωράριο αυτή τη φορά όσο και αν διαμαρτυρηθείτε >> πρόγκηξε τους αλαφιασμένους δικηγόρους και αφού τους συνόδεψε ως την έξοδο της αχανούς αίθουσας, σχεδόν σπρώχνοντας τους, έστριψε το κλειδί στη πόρτα δυο φορές.

Έμεινε με το βοηθό του έναν  ατσούμπαλο σαραντάρη, να ατενίζουν τα βουνά των δικογραφιών και τoυς μαύρους τόμους με τις αποφάσεις, που αραδιασμένοι ο ένας πάνω στον άλλο στα εξαρθρωμένα γραφεία,  έδειχναν έτοιμοι να καταρρεύσουν κάτω από το ίδιο τους το βάρος. 

<< Αν θέλεις Γιάννη, μπορείς να φύγεις. Δεν θα σε χρειαστώ άλλο για σήμερα...>>, μίλησε στον συνάδελφο του και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Αυτός χωρίς να φέρει αντίρρηση, φόρεσε το σακάκι του, πήρε παραμάσχαλα τη τσάντα και κατευθύνθηκε προς τη κλειστή πόρτα.

<< Από τις επτά αύριο, θα βρίσκομαι στο γραφείο. Άστα έτσι όπως είναι αφεντικό και τα τακτοποιούμε μαζί το πρωί μετά το καφέ.>>

Ξανακλείδωσε τη πόρτα ασφαλείας.

Επιτέλους μόνος. Οι λαμπτήρες φθορισμού σκορπούσαν δίχως φειδώ το χιονώδες τους φώς σε μια σπάταλη επίδειξη ματαιοδοξίας, τονίζοντας ακόμα περισσότερο τον αδιάφορο δημοσιοϋπαλληλικό χώρο .

Βάλθηκε να ντανιάζει τις φθαρμένες δικογραφίες κατά διαδικασία, αλλού τη τακτική Πολυμελούς, αλλού τα Εργατικά, αλλού τις Μισθώσεις πάνω στα μεγάλα τραπέζια μελέτης. Το ίδιο ακριβώς έπραξε και με τις αποφάσεις. 

Του πήρε κάμποση ώρα. 

Έπρεπε τώρα να βρει  κουράγιο να αρχίσει να  τοποθετεί στους φοριαμούς. 

Έπεσε αποκαμωμένος σε μια καρέκλα και έμοιασε για μια στιγμή με έναν ανήμπορο γέρο που καταρρέει στις σκάλες του ΙΚΑ, ντάλα μεσημέρι Αυγούστου. 

Δεν στάθηκε έτσι για πολύ. 

Τίναξε από πάνω του έξαφνα την ανημποριά, σηκώθηκε φουριόζος και αποφασιστικά πήρε να τακτοποιεί.

Τι τάχα όμως τον έπιασε κι αντί να βάζει το κάθε πράγμα στη θέση του, εκεί όπου ήταν η μοίρα του και το ριζικό του, άρχισε να αυτοσχεδιάζει; 

Έπαιρνε έτσι ένα τόμο της Εκουσίας και τον έχωνε σε ένα κενό στις Απαλλοτριώσεις, ένα των Αμοιβών και τον στρίμωχνε στα Αυτοκίνητα. Η διαδικασία τον εξίταρε. Η ανώμαλη τροπή τον έκανε να γουστάρει αφόρητα. 

Αφού τέλειωσε με τους τόμους των αποφάσεων ξεκίνησε με τις δικογραφίες. Τις έχωνε μέσα στα ντέξιον στη τύχη, εκεί που δεν ανήκαν, ανάμεσα σε αλλότριες διαδικασίες. 

Μια ώρα αργότερα, σαν τέλεψε πια με την εκκρεμότητα της ημέρας, πεινασμένος ακόμα χάος, συνεπαρμένος ως τα μύχια από το αδιέξοδο παιχνίδι, μπήκε στους φωριαμούς και συνέχισε  απτόητος το καταστροφικό του έργο.

Το απόγευμα  η καθαρίστρια τον βρήκε ιδρωμένο να βαριανασαίνει. Τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν βρισκόταν  στη θέση του. 

Αύριο το πρωί όλα μέσα στο Αρχείο θα έμοιαζαν διαφορετικά. Μια μέρα λαγαρή, απαλλαγμένη από τους βραχνάδες της τάξης, θα ξημέρωνε. Κάτι το διαφορετικό, -για αυτό δα ήταν απόλυτα βέβαιος- θα γεννιόταν από τούτη δα την αταξία. Μήτε ο θεός ο ίδιος δεν θα ήταν σε θέση να φέρει μιαν κάποιου είδους ισορροπία  στο ξεκούρδιστο πια για τα καλά, σύμπαν του Αρχείου όπως το είχε καταντήσει  με τα του ίδια του τα ταπεινά, χωμάτινα χέρια. 

Προς στιγμήν νοιώθοντας βαθιά ικανοποίηση από την επίδοση του αυτή, ξέσπασε σε γέλια ηχηρά.

Γρήγορα σοβάρεψε. 

Ένας κύκλος έδειχνε να κλείνει κατά πάσα πιθανότητα οριστικά. 

Όπως είχε ριζικώς μεταμορφώσει τις δομές του σύμπαντος του, έθετε εαυτόν και μάλιστα αυτοβούλως εκτός συστήματος. 

Αλήθεια… Τι ρόλος άραγε να του επιφυλασσόταν σε έναν κόσμο που από αύριο κι΄όλας δεν θα είχε ποσώς την ανάγκη του; 

Ένας Αρχειοθέτης δίχως Αρχείο, ένας Ιησούς χωρίς το σταυρό να μην ξέρει τι να κάμει με μιαν Ανάσταση που του φορτωνόταν ακουσίως.

Βγήκε στο καθαρό αέρα. 

Σουρούπωνε αργά, σαν με χρονοκαθυστέρηση. 

Περίμενε στη στάση ώρα. Το λεωφορείο για τη θάλασσα πήχτρα. Πρόσωπα χαρούμενα, παιδιά ερωτευμένα με την ίδια τη ζωή, τιτιβίσματα, σαλιαρίσματα.

 Κατέβηκε  παραλία.

Η προκυμαία εισχωρούσε  βαθιά στον κόλπο της θάλασσας σαν ένα τεράστιο καυλωμένο πέος, με την άκρια της να αφρίζει βρώμικο κύμα. Κατέβηκε  σκαλάκια προσεγγίζοντας το επίπεδο του νερού. 

Κοίταξε γύρω του ένα ένα τα στοιχεία που απάρτιζαν τη πραγματικότητα του κόσμου που πενήντα χρόνια τώρα σπαρταρούσε μέσα του, να σβήνουν στο μούχρωμα.

<< Μπορώ να περπατήσω επί των κυμάτων>>, συλλογίστηκε.<< Τι τάχα είναι σε θέση, να με σταματήσει; >>. 

Έβαλε πρώτα το δεξί και συμπλήρωσε τη κίνηση με το αριστερό. Έκπληκτα τα ζευγαράκια που χαμουρεύονταν αραγμένα πάνω στα τσιμέντα κατά μήκος του μόλου, είδαν τον άνθρωπο, ένα απροσδιόριστης ηλικίας όν με κασίδα καλογερική απλωμένη στο πάνω μέρος του κρανίου, να βαδίζει επί των υδάτων  για κάμποσα μέτρα, πριν βουλιάξει οριστικά και χαθεί αύτανδρος στα σκουπιδόνερα. 


Την τρίτη μέρα από τη κηδεία, επισημαίνοντας τη χήρα να σπαράζει πεσμένη  με τα γόνατα μπρός στο κακοχωνεμένο χώμα που σκέπαζε τον Αρχειοθέτη,  πλησίασε προσεκτικός σα φίδι, ο νεκροθάφτης.

<< Κυρία >>,της ξομολογήθηκε << Μην με παρεξηγάτε. Να σας μιλήσω θέλω, για κάτι αρκετά παράδοξο που μου έλαχε τις προάλλες. Ο άνδρας σας ήταν. Για αυτό δα, είμαι απόλυτα βέβαιος. Τον αναγνώρισα την ημέρα της κηδείας του, σαν τον έθαφτα. 

Είχε έρθει δύο μέρες πριν ο δόλιος και στεκόταν εμπρός από τούτο το τάφο, άδειο ακόμα. 

Εγώ ο ίδιος λίγες ώρες πριν είχα κάνει την εκταφή με τα ίδια μου τα χεράκια. 

Περνούσα από εκεί τυχαία λίγο πριν κλείσει το κοιμητήρι ψάχνοντας για τυχόν αργοπορημένους. Με έκρυβαν οι τάφοι.

Κοίταξε τότε αυτός τριγύρω  μην και  τον έβλεπε κανείς και έριξε μέσα στο λάκκο κάτι. 

 Χαρτί μου είχε φανεί από μακριά. Παραξενεύτηκα πολύ με αυτή του την κίνηση. Με έτρωγε η περιέργεια. 

Σαν απομακρύνθηκε αρκετά, πλησίασα και ιδού τι μάζεψα από τον πάτο του τάφου…>>


Και της ενεχείρισε μια πλαστικοποιημένη ταμπελίτσα από αυτές πού βάζουν πάνω στα τραπέζια στις ταβέρνες να μην κάθονται οι πελάτες της τελευταίας στιγμής.

Πάνω της η χαροκαμένη γυναίκα, παραμερίζοντας με ένα  μαντηλάκι, το πέπλο το υγρό των δακρύων της, κατάφερε να συλλαβίσει τα πλάγια κεφαλαία γράμματα με τη δυσοίωνη λέξη:


<<ΡΕΖΕΡΒΕ>>


 Ένα επώνυμο κάπως πτηνώδες

   Στον Αντώνη Τσέχωβ

-Έχω ένα δικηγόρο, τι να σας λέω αγαπητέ… Έξτρα πρίμα πράγμα. Ανθός. Κρεμ καραμελέ. Φίλος μου γκαρδιακός και επιστήμων από τους λίγους στο κλεινόν άστυ. 

Το κυριότερο; 

Εξειδικευμένος στο Οικογενειακό Δίκαιο, ότι ακριβώς χρειάζεται για τη περίπτωση σας. Θα σας ξελασπώσει στα σίγουρα. Τα διαζύγια τα έχει για ψωμοτύρι. Σας το υπογράφω με δέκα χέρια, πως σ΄ένα εξάμηνο το πολύ, θα τελέσετε το γάμο σας με τη καλή σας δίχως κανένα πρόσκομμα από την πρώην. 

Πως τον λένε;

Νίκο τον λένε, Νίκο…Χμ… Νίκο…

Να με πάρει ο διάολος. Έχω αρχίσει να ξεχνάω πράγματα τώρα τελευταία. Τι είναι το μυαλό του ανθρώπου; Συνάψεις αγαπητέμου, συνάψεις. Λίγο ρεύμα παραπάνω, λίγο λιγότερο, τσαφ, πέφτουν οι ασφάλειες κι άιντε να βρεις άκρη στα ερέβη του εγκεφαλικού φλοιού. 

Όχι ότι δεν ξεχνούσα πράγματα και στο παρελθόν, μα τώρα το κακό έχει λιγουλάκι παραγίνει. 

Ειρήσθω εν παρόδω φίλτατε, κάποτε στο Στρατό καμιά τριανταριά χρόνια πριν, κατά τη κατάταξη, μου δώσανε ένα ερωτηματολόγιο,  να συμπληρώσω τα προσωπικά μου στοιχεία. Λίγο το άγχος της στρατεύσεως, λίγο το ψάρωμα των Αξιωματικών, ήρθα και απολησμόνησα το όνομα της μανούλας μου, της κονα-Γεωργίας. Πώς τη λένε τη μάνα μου; Πώς τη λένε; Μισή ώρα έφαγα πάνω στη κόλλα αραδιάζοντας σωρό τα ονόματα, μέχρι να πέσω κι αυτό από τύχη περισσότερο, πάνω στο δικό της.

Τέλος πάντων.

Άς έλθουμε στο προκείμενο.

Αυτός ο φίλος μου ο Νίκος, ο δικηγόρος ντε που σας έλεγα, έχει ένα επώνυμο κάπως πτηνώδες, πουλίσιο. Εν συντομία, κάτι που να έχει σχέση με τα γεννήματα του αιθέρα.

 Βοηθάτε με και σεις μπας και μπορέσω να το θυμηθώ. Η τύχη λένε βοηθά τους τολμηρούς.

Ας αρχίσουμε  το λοιπόν. Έχετε να προτείνετε κάτι;

-Φλώρος; Κούκος μήπως; Ασπρογέρακας; Γεράκης όπως ο εισαγγελέας; Παγώνης τάχα;>>

-Όχι, όχι τίποτα από όλα αυτά. Στην ευχή. Ας δοκιμάσω κι εγώ.

Τσίχλας, μπα, Μπεκατσούλας, Περιστέρης, Κοράκης, Τριγόνης,Αηδονίδης… Που να πάρει.

-Ξεφτέρης; Κουτσούλης; Κελαηδώνης;

Καρδερινόπουλος;

Καναβούρης ε; Φτέρης, Πουλόπουλος;

Κουμάσης, Κοτούλας, Ορνεράκης;


Πετεινάρης, Σπίνος, Φασιανός, Χηνάς, Γλαράκης, Κεχρής, Κλουβάκης;

Γερακάρης, Κοκκινολαίμης, Ψαρόνης, Μπούφος, Πουλοπιάστης, Κοκόρης, Λειρής;


-Γυπάρης, Λελέκης; Μάινας; Περιστερόπουλος, Ράμφος, Τσίφτης, Κιρκινέζος, Τσικνιάς, Κιρκινέζης;

-Φάσσας, Μελισσοφάγος, Στραβολαίμης, Κατσουλιέρης, Μαυρολαίμης, Συκοφάγος;

Κίσσας, Κουρούνας, Μαδημένος;

-Ωχού με πιασε το κεφάλι μου με όλη αυτή την ακατάσχετη ονοματολογία. Έχετε πρόχειρη μια ασπιρίνη αγαπητέ;

- Ορίστε μια από τις καινούργιες. Σε μια ώρα θα είστε περδίκι.

-Ω του θαύματος! 

Συγχαρητήρια αγαπητέ μου, μόλις ανακαλύψατε το όνομα του χασοδίκη. Περδίκη τον λένε, Νίκο Περδίκη…


Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 Ψητό  φούρνου

Έχετε την εντύπωση ότι πρώτοι διδάξαντες της όπτησης ανθρώπων σε φούρνους, είναι οι Γερμαναράδες με τα Άουσβιτς και με τα Νταχάου τους;

Πλάνη κύριοι... Πλάνη οικτρά!

Υπάρχει και παραϋπάρχει και ανασαίνει έθνος ανατολίτικον, παρασάγγας προηγμένο σε τέτοιες μεθόδους και μάλιστα διακείμενο εχθρικώς εδώ και αιώνες, έναντι της δύσμοιρης και δίχως καμμία επεκτατική βλέψη, πατρίδας μας.

Διαβάζουμε από το εκλεκτό βιβλίο του τιτανοτεράστιου Νίκου Πλατή ΤΟ ΑΠΟΔΕΛΟΙΠΟ ΚΟΛΟΚΟΤΡΟΝΕΪΚΟ στο λήμμα ΒΛΑΧΟΚΕΡΑΣΙΑ όπου Βλαχοκερασιά είναι χωριό της επαρχίας Μαντινείας, δεξιά από τον δρόμο Τριπολιτζάς - Σπάρτης, στα 960 μέτρα, τον αγωνιστή του 1821 Μιχ. Οικονόμου να ανιστορεί σχετικώς:

"Οι δε Τούρκοι, γενόμενοι ούτω κύριοι του χωρίου, εφόνευσαν και τινάς γέροντας και παιδία, ων τινάς και εις καιομένους φούρνους έρριψαν ( ίσως καιομένους δια τα αρνία του Πάσχα) η και προς εμπαιγμόν επίτηδες αυτούς ανάψαντες οι Τούρκοι, ίνα αντί αμνών αυτού οι ¨Ελληνες οπτησθώσιν. Κατά τα τέλη Απριλίου διαβάς ο γράφων εκ του χωρίου εκείνου, ερήμου και κατατεφρωμένου όντος, είδε λέίψανα ημικεκαυμένων ανθρώπων εντός φούρνων σωζόμενα".

Δια τούτο Πατριώτες εξορκίζω σας, να μην εμπιστεύεστε ουδόλως Σύμφωνα και Φιλίες και τρίχες κατσαρές.

Και προσοχή μεγάλη κατά την ημέρα του ιερού Πάσχα τα επόμενα χρόνια, γιατί το αρνί που σκοπεύετε να ψήσετε στον φούρνο του εξοχικού σας, ίσως και να έχει ανθρώπινη μορφή. 

Τη δική σας...


 Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

Α Καθαρίστρια: Καθηγητής να σου πετύχει! Παντού βιβλία ανάκατα. Σκόνη φοβερή που σου κλείνει τη μύτη. Κι από πάνω να μην θέλει να του πειράζεις τα πράγματα του. Πώς να καθαρίσω η δόλια αυτό το συρφετό; Πνευματικώς;


Β Καθαρίστρια: Λένε ότι λωλάθηκε από τότε που τον παράτησε η γυναίκα του. Κι αυτή ομοίως  καθηγήτρια Φιλοσοφίας. Το ίδιο τρελή με δαύτον. Ψωνάρα του κερατά. Μεγαλοκυρία ψωνισμένη με το μυαλό της.  Ίσως η τρέλα να είναι ο λόγος που τον εγκατέλειψε. Δυο παλαβοί σ΄ένα σπίτι πάνε πολλοί.


Α Καθαρίστρια: Δόξα σοι ο Θεός που τουλάχιστον εξαφανίζεται όσο είμαστε εμείς στο σπίτι. Το μόνο που τρομάζω είναι η επιστροφή του. Δεν τον αντέχω πια μ΄αυτές του τις μεμψιμοιρίες. Γιατί πειράξατε αυτό, γιατί μετακινήσατε εκείνο… Λες και γνωρίζει ο σατανάς τη θέση κάθε του  βιβλίου, η το πόσο σκόνη κουβαλάει επάνω της η βιβλιοθήκη . Αρχίζει τότε τις αγριοφωνάρες…


Β Καθαρίστρια: …και βρίζει και φωνάζει και κακοφέρεται και μας βγάζει την ψυχή να μας πληρώσει τον κόπο μας.  Ο αναθεματισμένος. Ο κατσίβελος…Είχα την  μαύρη εντύπωση ότι τα βιβλία καλυτερεύουν γενικά  τους ανθρώπους αλλά μάλλον είχα κάνει λάθος.


Α Καθαρίστρια: Καλυτερεύουν τους ανθρώπους με κακή ψυχή. Αντίθετα χαλούν αυτούς που κάποτε συνήθιζαν να έχουν καλή.

Β Καθαρίστρια: Είχε ποτέ αυτός ο αγροίκος καλή ψυχή; Γιατί εγώ δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο; Δεκαπέντε χρόνια που μπαινοβγαίνω σ΄αυτό το ρημάδι, ίδιος και απαράλλαχτος ο κακός άνθρωπος που γνώρισα την πρώτη φορά.


Α Καθαρίστρια: Έλα τώρα μην τα παραλές…Καλός είναι ο δόλιος. Ξέχασες πόσο γρήγορα χάριν στις δικές σου προτροπές προσέλαβε και μένα; Τι δούλεμα του χες ρίξει τότε. Κε Καθηγητά του είχες γκρινιάξει. Δεν σας προλαβαίνω. Μα το Θεό μου είναι  τελείως αδύνατον. Χρειάζομαι  βοηθό. Το σπίτι είναι τεράστιο και οι απαιτήσεις σας μεγάλες. Σιγά τις απαιτήσεις που είχε ο μαύρος; Ένα φαγάκι και λίγο καθαριότητα. Που άλλοι κι άλλοι που κυττούσαν σαν σ΄είχαν στη δούλεψη τους να σε βατέψουν, να σε γαργαλίσουν, να σου πιάσουν το βυζί εκεί που δεν το περίμενες. Αυτός Άγιος. Ούτε μας θωρρεί στα μάτια.


Β Καθαρίστρια: Φαίνεται ότι του στοίχισε πολύ ο χωρισμός με τη λεγάμενη. Αποφεύγει μάλλον τις γυναίκες από φόβο. Τον τρομάξαμε με τις απαιτήσεις μας. Όλες μας μαζί. Κι αυτή κι εμείς…


Α Καθαρίστρια: Εμείς;


Β Καθαρίστρια: Ναι εμείς. Δεν είμαστε γυναίκες. Εάν γινόταν δεν θα τον τουμπάραμε; Τι κι αν είμαστε δουλικά; Την ίδια γυναικεία ψυχή  δεν κουβαλάμε που θέλει να ροκανίσει έναν άνδρα, να τον ρίξει σκουπίδι  στα πόδια μας, μετατρέπονυτας τον  θύμα στις ορέξεις μας.


Α Καθαρίστρια: Δεν έχεις κι άδικο εδώ που τα λέμε. Μα άιντε να τελειώνουμε γιατί όπου να ναι θα αρριβάρει και ποιος μας ξεπλένει που πιάσαμε τη κουβέντα και ακόμα δεν έχουμε κάνει ούτε τα μισά…


Β Καθαρίστρια. Ντοστογιέφσκι. Το Υπόγειο. Ταιριαστός τίτλος με το σπίτι. Παρότι είμαστε στον ρετιρέ, αυτό το διαμέρισμα μοιάζει με υπόγειο. Σε πνίγει. Χαρτιά, βιβλία, σημειώσεις παντού.

Κλειστά παράθυρα, τραβηγμένες κουρτίνες. Πάντα χαμηλά φώτα που στραβώνουν τα μάτια και τις ψυχές.


Α Καθαρίστρια: Μα αυτή είναι η δουλειά του. Να δουλεύει στο ημίφως. Αυτά που γυρεύει, εκεί βρίσκονται. Αν ανοίξεις τα παράθυρα και μπει ο αγέρας μέσα ο κύριος καθηγητής θα γίνει μπουχός, θα εξατμιστεί…


Β Καθαρίστρια: Επάγγελμα κι αυτό να σου πετύχει. Καθηγητής Φιλοσοφίας. Φάε κάτι τρόπους που χουν να βγάζουν το ψωμί τους οι άνθρωποι. Μανάβης το καταλαβαίνω, ξενοδόχος το καταλαβαίνω, μα καθηγητής φιλοσοφίας είναι ένα γεγονός που ούτε το νοιώθω ούτε ποτές μου θα το κατανοήσω γενικώς.


Α Καθαρίστρια Χα χα άρχισες τώρα να μιλάς σαν τον κο Καθηγητή. Με γρίφους και τσιριντζάντζουλες. Χάζι σε κάμω καυμένη. Άκου είναι ένα γεγονός που ποτές δεν θα κατανοήσω γενικώς. Θα μας κάνεις και μάθημα τώρα; Μήπως να σε προσλάβουμε και στο Πανεπιστήμιο;


 Ο ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

                                    (Εορταστικό διήγημα εκτός εποχής)

Αν και βρισκόμαστε ακόμη στα τελειώματα του καλοκαιριού, αγωνιώντας να σπρώξω να φύγει όσο το δυνατόν ταχύτερα αυτό το σιχαμένο έτος του κορονοϊού, των διαμαχών με την Τουρκία και των φυσικών καταστροφών, κάθομαι κάτω να γράψω ένα μικροδιήγημα με  εύθυμο Χριστουγεννιάτικο θέμα, έτσι ώστε στέλνοντας στο γερο-διάβολο κάθε χαλεπή σκέψη που με ταλανίζει και με κάμνει να μην υποφέρω  Ανθρωπότητα, να φέρω όσο το δυνατόν εγγύτερα τη χρυσή περίοδο των καμμένων λαμπιονιών, της φάτνης των αλόγων και των κακοστημένων δέντρων.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, είναι εκατό τοις εκατό αληθινή και έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο πειστικό τρόπο, ότι τα συμβάντα της πραγματικής ζωής τις περισσότερες φορές, αφήνουν πίσω χιλιόμετρα και την πιο επινοητική φαντασία.

«Την γαμάς την Ανδριώτισσα Παγωνάκο;»

Είναι η φωνή του σκουπιδιάρη, συντοπίτη της γυναίκας μου από το Κόρθι της Άνδρου, που περνώντας μπροστά από το σπίτι αξημέρωτα, γαντζωμένος στη σκουπιδιάρα του Δήμου, με κογιονάρει ασύστολα.

Ατσούμπαλος, ρυπαρός, άνθρωπος των τριόδων επιπλέον αποτυχημένος  πρώην νεκροθάφτης του Δήμου,(χρυσοδοντοαφαιρέτης) και νυν άρχων της πρωϊνής βάρδιας του πλοίου της αγάπης,  μοιράζεται με την συμβία μου  την ευγενή τύχη να κατάγεται από το  ίδιο χωριό κι ως εκ τούτου ως παιδιόθεν γνώριμος  να ασκεί δικαιώματα και εξουσίες που δεν διανοείται ένας κοινός θνητός.

Κι αυτό συμβαίνει καθημερινά σχεδόν οκτώ μήνες τώρα.

Στην αρχή είπα να βγώ έξω και να τον κάμω τόπι στο ξύλο, να  μάθει ο άτιμος ο ανήρ να ενοχλεί φιλήσυχους ανθρώπους, εκθέτωντας τους τσι ρούγες.

Μα δεύτερες σκέψεις με οδήγησαν στο ταπεινό συμπέρασμα, ότι και η αρνητική διαφήμηση έχει τη γλύκα της και λέγε-λέγε μόνο καλά  μπορούν  να εξαχθούν για την εν γένει υπόσταση του ατόμου  στο κοινωνικό πεδίο.

Έτσι τον άφηνα να με επεξεργάζεται ψιλό γαζί, γυρνώντας πλευρό αλλά προσέχοντας συγχρόνως μην ξυπνήσει η κυρά  και ζητήσει λόγο.

«Την γαμάς την Ανδριώτισσα Παγωνάκο;»


Παραμονή Χριστουγέννων. 

Ακούω τη σκουπιδιάρα να στριγγλίζει στους έρημους δρόμους ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κάδους, καταπίνοντας ασύστολα ταπεινά και καταφρονεμένα, καθαρίζοντας τις  ζωές  απ΄ότι μας κάμνει ανθρώπους με το α μικρό η με το Α κεφαλαίο.

Αυτή τη φορά δεν ακούω τη χιλιοειπωμένη ερώτηση, μα ένα αρκούντως  γλυκανάλατο:

«Καλά Χριστούγεννα…Χρόνια Πολλά!»

Είναι ο  γνωστός αληταμπουράκος, που προσπαθεί με γαλιφιές, να εξασφαλίσει ένα έξτρα μεροκαματάκι για τις γιορτές, εκλιπαρώντας πενηντάρια από ευγνώμονες προς το κοινωνικό του έργο κυριούλες της γειτονιάς ή από όποιον ηλίθιο αποφασίσει να κατέβει με τις πιζάμες στη κρύα νύχτα προκειμένου να τον ευεργετήσει.

Μα είναι δύσκολοι καιροί, μνημονιακοί και ουδείς  συγκινείται.  Μήτε ρεγάλο φέτος, μήτε μπαγιάτικοι κουραμπιέδες  και διπλωμένες στο χαρτί κακοτηγανισμένες δίπλες. 

Μόνο κάτι σκυλιά αλυχτούν. Και μένει η φωνή του μετέωρη να αντανακλάται στους τοίχους των σπιτώνε, πολλαπλασιασμένη από δεκάδες υλικά και πνευματικά εμπόδια.

«Είπαμε…Χρόνια Πολλά!», επαναλαμβάνει με φανερή πια απελπισία ο λεγάμενος.

Φωνή βοώντος…

«Χρόνια Πολλά, Παγωνάκο…», κάνει μια ύστατη και ομολογουμένως ισχυρά προσπάθεια, αυτή τη φορά κάτω από τα μπεντένια μου.

Και τότε  πηδώντας από τον κράββατο μου ως αιλούρι, σηκώνω στόρια, ανοίγω παραθυρόφυλλα και βγάζω  κεφάλα στην παγωμένη ατμοσφαίρα,  γλυκερός μέχρι εκεί που δεν παίρνει:

«Μίαν ετέραν φοράν αγαπητέ…Τώρα γαμώ την Ανδριώτισσα».


Κάποιος με πληροφόρησε πως πήρε πρόωρη σύνταξη και ξεκουμπίστηκε στο χωριό με τη ανάπηρη μανούλα του, άλλος πάλι ότι κάτι έπαθε  στο συκώτι και απόθανε ο δόλιος. 

Όποια όμως και να ΄ναι η αλήθεια, δεν ματάκουσα μπλιό  τη γαϊδουροφωνάρα του πέντε η ώρα της νυκτός, να θέτει το εύλογο ομολογουμένως ερώτημα:

«Την γαμάς της Ανδριώτισσα Παγωνάκο;»

Κι έχουν καταντήσει  οι νύχτες μου, σχεδόν ανυπόφορες…

   ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ

Ύστερα από δυό αποτυχημένες εγχειρήσεις στα μάτια του, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ ήταν πια εντελώς τυφλός.

Ο ΄Αγγλος Ιππότης Τζών Ταίηλορ, ο φημισμένος της εποχής χειρουργός, ο τυφλωτής του Χαίντελ, σηκώνοντας τα άξια χέρια του ψηλά από ανημπόρια, πήρε των ομματιών του και δεν ματαφάνηκε στη Λειψία.

Με τη βοήθεια της Μαγκνταλένας και λίγων καλών φίλων, ο μεγάλος Κάντορας γιατροπορεύτηκε για μήνες μην σταματώντας λεπτό να συνθέτει τα αριστουργήματα του  προς δόξαν πάντα του Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού.

Τι κι΄αν μας παραμυθιάζουν από άμβωνος οι τερατολόγοι, πώς η πίστις και όρη μετακινεί; 

Στη περίπτωση του Γιόχαν-Σεμπάστιαν, ο Κύριος παρέμενε πεισματικά κωφάλαλος. ΄Ισως μάλιστα  και να τον ενοχλούσε σφόδρα μια τέτοια τυφλή  αφοσίωση προς το Πρόσωπο Του.

Βλέπετε τα θάματα συμβαίνουν κατά το συνήθειο, μόνο σε εκείνους που δεν τα έχουν καμιά ανάγκη.


                                               ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ

Κατά την εκταφήν της σωρού, η μήτηρ της βαρυκλαύστου νεάνιδος με αποστροφήν φανεράν επι του προσώπου   παρηκολουθούσε αποσβωλομένη το οικτρόν θέαμα να ανασύρονται εκ του τάφου, εκτός των σύνηθων ευρημάτων της σήψεως, κοντόμια ξετυλιγμένα, -προφανέστατα  τυχόντων χρήσεως εις ανύποπτον χρόνον,- τα οποία ο νεκροθάπτης με μιάν κρυφήν έξαψιν ηγωνίζετο  να αποκρύψει από τους δακρυόεντες οφθαλμούς της, κάτωθεν  τεμαχίου  σεσηπότος  φερέτρου.

Ουδείς των παρευρισκομένων παρετήρησε το όλο συστολή μειδίαμα που απροόπτως ενεφανίσθη επι της φωτογραφίας ενός εισέτι ευειδούς- παρά του προβεβηκότος της ηλικίας- ανδρός, ο οποίος και  ευρίσκετο ενταφιασμένος εντός του παραπλεύρως κειμένου μνήματος.

Η μήτηρ απειλούσε θεούς και δαίμονας.¨

«Θα καταθέσω μηνύσεις κατ΄αγνώστων», διετράνωνε προς πάσα κατεύθυνση.

Εις μάτην ο άρτι αφιχθείς κοιμητάρχης επροσπάθει να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Την ίδίαν ώραν, εις τον αστυνομικό σταθμόν της περιοχής, εντός ερμαρίου φέροντος την βαρύγδουπον επιγραφήν  ΓΕΝΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 

ευρίσκετο πρωτοκολλημένη, η από τριετίας κατατεθείσα αναφορά  περιπτερούχου, ο οποίος διατηρών την  επιχείρησιν του  όχι μακράν της εισόδου του κοιμητηρίου,  ανέφερε ευπειθώς προς την Αρχήν, ότι του περιπτέρου διαρρηχθέντος ο δράστης ουδέν απεκόμισε, παρά μόνο μίαν ευμεγέθη συσκευασίαν προφυλακτικών γνωστής εταιρίας και αύτη, της ημερομηνίας αναλώσεως ληχθείσης, ήδη προς επαναπροώθησιν


 Η Διάγνωση

Με μουδιασμένο μυαλό από τα κακά μαντάτα, ούτε που κατάλαβα πως βρέθηκα από τη Γλυφάδα όπου εδρεύει το μεγάλο ιδιωτικό νοσοκομείο των Νοτίων Προαστείων,  στη στάση «Ελληνικό» του Μετρό.

Μπορώ ακόμη και σήμερα, δυό εβδομάδες μετά το συμβάν, να ανακαλέσω με ακρίβεια χιλοστού τις σκέψεις που έκανα, ως να γυρίσω σπίτι.

«Αστροκυτώματα λοιπόν…Τι την ήθελες τη μαγνητική μπάρμπα; Άς είχες τις ζαλάδες καλύτερα… Ας μπαλάτζερνες σαν μούτσος σε γκαζάδικο  πέρα δώθε στον Ειρηνικό,  από το να γνωρίζεις…Τουλάχιστον όσο δεν υπήρχε μια διάγνωση όλα σου τα συμπτώματα ήταν απλά αγνώστου αιτιολογίας. Τώρα όμως η πραγματικότητα πίπτει με διακόσα χιλιόμετρα την ώρα απάνω σου και σ΄έχει κάμει λιώμα.

Άκου αστροκυτώματα…

Τέτοια είχε στον εγκέφαλο και ο αδελφός του πατέρα σου και σε τρεις μήνες μετά τον θάψατε εξήντα χρονών άνθρωπο, πάνω κάτω στην ηλικία σου.

Και πως σου το είπε η  Αναστασίου ; Με τι αδιαφορία, σχεδόν με ευχαρίστηση, σαν να ηδονιζόταν με τα κακά νέα που σου ξεφούρνιζε. 

Κακά νέα; 

Μπορείς να τα πεις κι έτσι. Αλλά από την άλλη και πιτσιρικά  δεν σε λεω. Τα ΄χεις μπαγασάκο τα χρονάκια σου κι αν δεν τά ΄χεις, τουλάχιστον τα περισσότερα και τα καλύτερα, αποτελούν  ένδοξο παρελθόν.

Κι από την άλλη τα θελε ο κωλαράκος σου…

Μαθαίνοντας τον θάνατο του Λιαντίνη, αυτό δεν ευχήθηκες   μπροστά σε φίλους και τη γυναίκα σου την ίδια, ότι τέτοιον θάνατο επιθυμείς και γουστάρεις, γρήγορο και  με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες;

Να λοιπόν που η πεθυμιά σου γίνεται πράξη. 

Σχετικά ταχύς και ανώδυνος αναμένεται ο θάνατος. Πριν φτάσουν καλά -καλά  Χριστούγεννα. 

Κι από τον νέο χρόνο μην τον είδατε τον Παναή, μην τον απαντήσατε.

Και τι χάνεις ρε μάγκα στο κάτω-κάτω;

Γεράματα σε περιμένουν ανελέητα, γενική έκπτωσις, σύνταξη, τρεις κι εξήντα, καφενείο κάθε μέρα και ψώνια κάθε Παρασκευή στη λαική με την κυρά, να σέρνεις το καρότσι ανάμεσα σε κακότροπες νοικοκυρές και άρπαγες μικρεμπόρους,φίλοι και γνωστοί ν΄αναχωρούν κάθε τρεις και λίγο για το μεγάλο ταξίδι ποτίζοντας  σε αγωνίες και στεναχώριες.

Στραβωμάρα να σε πολιορκεί βαρβάτη και πρεσβυωπία εξαντλητική  και εγχειρήσεις καραράκτη και σταγόνες στα μάτια και ξηρότης οφθαλμών και φλογώσεις, ακόμα και ολική τύφλωση σαν του Μπάχ.

Φλύκταινες είναι έτοιμες να ορμήξουν  απάνω σου, στοματικά έλκη, φαρυγγίτιδες, πρησμένη σταφυλή, μύτες να τρέχουν, αυτιά να πυοροούν, ακουογραφήματα, λαβύρινοι και δεν συμμαζεύεται… 

Πάνε και οι υψηλές συχνότητες. 

Και που τότε μουσική; 

Πού ο Σούμαν και ο Μότσαρτ;

Πτώση οδόντων καταπλέει  πλησίστια, εξαγωγές, μέτρα και μήνες προσαρμογής στη καινούργια  μασέλα. Τροφές να εισχωρούνε ανάμεσα ούλα και τεχνητή οδοντοστοιχία, πρηξήματα, μολύνσεις, εξευτελισμοί στα γεύματα, κόλλες και τα συναφή.

Καράφλες καραδοκούν κι αν όχι, πλήρης λεύκανση που να κοιτιέσαι στον καθρέφτη και να μην αναγνωρίζεις τον εαυτό σου.

Εξετάσεις δεκάδες συνωστίζονται ν΄ανθίσουν  στον κήπο σου, φαρμακευτικές αγωγές, προστάτες σε εξέλιξη, ζαλάδες, πονοκέφαλοι, μετεωρισμοί, ιώσεις, εμβόλια δια κάθε νόσο και κάθε μαλακία, τρόμος καρκίνου σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο, ψυχολογική κατάπτωση, μελαγχολία, κατάθλιψη, άνοια, νόσος του Πάρκινσον, Αλτσχάιμερ και χιλιάδες ασθένειες ονομασμένες και ακατανόμαστες που ελλοχεύουν στα σκοτεινά για να  σε στείλουν στο πιτς φυτίλι στο γεροδιάολο και ακόμα πάρα πέρα.  

Ανικανότητες, εξευτελισμοί στα μάτια της γυναικός σου με πλαστικές στύσεις, αηδία γενική  για το σώμα σου και το σώμα της που πια δεν θα έχεις καμμιά διάθεση να χαιδολογήσεις. 

Καρδιές σε ταχταρίζουν και κολπικές μαρμαρυγές και καθετηριασμοί και εγχειρίσεις ανοιχτής καρδιάς και μπαι- πας και διάνοιξη καρωτίδων. Που βάζεις κάθε μέρα μετρήσεις πιέσεως και οξυγόνου και ενέσεις ινσουλίνης και φάρμακα, φάρμακα με το καντάρι, δεκαπέντε την ημέρα χάπια καθώς παίρνει ο Θέμης και κλαίει ο άνθρωπος από την στεναχώρια του;

Διάρροιες, πορδισμοί, ρεψίματα, εντερικά, στην ημερήσια διάταξη.

Με τον  θάνατο σου γλυτώνεις εξάλλου ατυχήματα κάθε είδους. Βασανισμούς και δολοφονίες από επιδοξους ληστές, δυστυχήματα στο δρόμο και στο σπίτι. Σπασίματα ποδιών, χεριών και γοφών, βίδες και αποκατάσταση σε νοσοκομεία της συμφοράς, ενέσεις αντηπικτικές στη κοιλιά. 

Που βάζεις τα αυτοκινητιστικά;

 Ένα τέτοιο δεν έπαθε ο φίλος σου ο Κάκαβος ο ταξιτζής και βγήκατε όλοι  από την εκκλησία που τον κηδεύατε γιατί το παν βρωμούσε ουίσκυ λόγω του ότι ο συγχωρεμένος είχε γίνει ένα μάτσο κρέας όντας πίτα στο μεθύσι;

Και τέλος βαθιά γεράματα, πάνες ακράτειας, ξεσκατίσματα από Γεωργιανές νοσοκόμες της συμφοράς, κλώτσους και μπάτσους από κόρες και γυιούς, σωληνάκια Λεβάϊν και γιατροί που θα σε παιδεύουν με οξυγόνα και εντατικές ως τη στερνή σου ώρα.

Και το κυριότερο όλων; 

Θα πάει στην ευχή, ο τρόμος μην καμμιά ώρα αντικρίσεις νεκρά τα παιδια σου στη κάσα, πράγμα που θα το σέρνεις ως την τελευταία  σου πνοή  με ανείπωτο άλγος».


Τέτοια σκεφτόμουν ως την πόρτα του σπιτιού μου και είχα καταφέρει να ανακτήσω τη ψυχραιμία μου. Δεν κρύβω ότι είχα αρχίσει να νοιώθω και κομμάτι χαρούμενος που θα αντάλλαζα τόσα δεινά μ΄ένα γρήγορο  θάνατο. Σχεδόν ένοιωθα ευτυχής.

Μόλις πέρασα στο χωλ η γυναίκα μου φουριόζα πολύ, πριν προλάβω να την ενημερώσω για τα καθέκαστα, με διέταξε:

«Πάρε τηλέφωνο την κυρία Αναστασίου στο νοσοκομείο.

Αμέσως …»

Της τηλεφώνησα

Με την ίδια αδιαφορία αλλά αυτή τη φορά και με μια δόση απογοήτευσης με ενημέρωσε.

«Χίλιες φορές συγνώμη κύριε Παγώνη…Πήρατε λάθος εξετάσεις. Οι δικές σας είναι καθαρότατες. Δεν ξέρω πώς να δικαιολογηθώ… Εκ μέρους του νοσοκομείου και πάλι συγνώμη και πάντοτε στη διάθεση σας».

Ώστε δεν θα πέθαινα. 

Μια εικοσαετία παιδεμών ήταν μπροστά μου και μου βγαζε τη γλώσσα.

Αλλά δεν ήμουν ο μόνος χαμένος σ΄αυτήν την υπόθεση…

Κύταξα τη γυναίκα μου και συλλογίστηκα ότι μόλις είχε χάσει την ευκαιρία ενός δεύτερου γάμου η γενικώς ερωτικών τσιλιμπουρδημάτων με νεώτερους άνδρες και μια γερή σύνταξη στο πορτοφόλι της.

«Αλήθεια πόσο λίγο κρατάει η ευτυχία στον Άνθρωπο;»

Και συνέχισα να ζω…


   ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΡΑΚΙ

Ο λοχίας Μάρκου μαζί με καμιά δεκαπενταριά φαντάρους οδηγούσε το μπουλούκι των αιχμαλώτων προς το κέντρο Διοίκησης. Είχε το νου του όλο καταπάνω τους, μην κανένας πολίτης από τους πολλούς που συνωστίζονταν παρακολουθώντας τη θλιβερή τους πορεία, προσπαθήσει να τους κακοποιήσει. Αρκετοί νοικοκυραίοι τις τελευταίες εκείνες ημέρες, απαυδισμένοι από το κακό, είχανε για τα καλά αγριέψει γυρεύοντας ευκαιρία να ανταποδώσουνε τα ίσα.  

Η σκληρή μάχη της Νάουσας  είχε μόλις τελειώσει και πεντακόσιοι σκοτωμένοι από τη μεριά του Εθνικού Στρατού γύρευαν επειγόντως μοιρολόγι και μνήμα. 

Τους αιχμαλώτους τους είχαν πιάσει σε μια παγάνα κοντά στο πυρπολημένο εργοστάσιο του Λαναρά. Mαχητές του Δημοκρατικού Στρατού οι πιότεροι, άντρες και γυναίκες ανάκατα, ανάμεσα τους πέντε έξη γαβριάδες στρατολογημένοι με τη βία μέσα από τη πόλη και κάτι πλιατσικολόγοι που τους είχαν τσιμπήσει  επ΄ αυτοφώρω με κουβέρτες υπό μάλης, σουφρωμένες  από τις αποθήκες του εργοστασίου.

Στο κέντρο Διοίκησης, χώρισαν τους άντρες από τις γυναίκες. Αυτές  ιδιαιτέρως έγιναν αντικείμενο έντονου χλευασμού από τους στρατιώτες που σουλάτσερναν στο προαύλιο, όχι τόσο για τη βρώμα που τις έδερνε όσο για τον ερωτισμό που άθελα τους σα κοριτσόπουλα στον ανθό της ηλικίας τους, απέπνεαν. 

Πώς αλλιώς δηλαδή να έβρισκε διέξοδο η πικρία που τους διακατείχε για το αξόδευτο σπέρμα που έκανε τα αρχίδια τους να πρήζονται; Το πόσους συναδέλφους είχε φάει κάθε μια από τις συντρόφισσες αυτές, ούτε που πέρναγε από το γαυριασμένο μυαλό τους.

Τις κατεύθυναν με σπρωξιές κι αγκωνιές στα λουτρά. Τους έδωκαν σαπούνι, πετσέτες καθαρές. Τις άφησαν λεύτερες να πλυθούν, να βγάλουν τη κασίδα από πάνω τους, να αναδυθεί ο άνθρωπος από τα αγριεμένα τους πρόσωπα. Μια ντάνα με καθαρά στρατιωτικά ρούχα υψώθηκε στα υγρά τσιμέντα και τους δόθηκε διαταγή  να μη φορέσουν αντάρτικο τίποτα, ας ήταν και  βρακί.

<<Ντυθείτε ταχιά>> ουρλιάξανε, <<βγείτε στο προαύλιο και μπείτε σε μια σειρά.>> 

Άρχισαν μουδιασμένα εκείνες μία μία να ξεπροβάλλουν από τη χαμηλό πορτάκι και  να παρατάσσονται μέσα στο βαρύ, Μακεδονίτικο κρύο.

Μαζεύτηκε γύρω τους η στρατιωτική μαρίδα και πάλευε να ξεχωρίσει μέσα από κάνα ξεκούμπωτο πουκάμισο, άσπρη σάρκα.

Ο λοχίας παρακολουθούσε τις γυναίκες να τιτιβίζουν ξεθαρρεμένες, με μάτι θολωμένο από πόθο. Μήνες τώρα, είχε να πάει με γυναίκα, από το καιρό της Σαλονίκης  και βάλε αλλά τι έκαμε; Πόλεμος ήταν, σκληρός αδελφοκτόνος. Που πολυτέλειες για έρωτες και συνουσίες;

Ένας φαντάρος, Μάνθος με τ΄όνομα,  μαύρος σα κατράμι, με αδελφό πρώην ταγματασφαλίτη, μπήκε στα λουτρά φουριόζος και όταν ξαναβγήκε ανέμιζε καρφωμένη σε βίτσα, μια όλο τρύπες, λερή κυλόττα. 

Βάλθηκε τότε να στριφογυρνά γύρω από τις παρατεταγμένες γυναίκες και επιδεικνύοντας τους τη, κολλώντας τη σχεδόν στα ωχρά τους πρόσωπα, να κραυγάζει με κακία ανυπόφορη:

<< Πουτάνες, σιχαμένες. Ότι το βρακί σας τέτοια και η ψυχή σας.>> 

Αυτές ανταριάστηκαν. Μία ομορφούλα άρχισε μάλιστα να μυξοκλαίει. Την πήρε χαμπάρι εκείνος και συνέχισε απευθυνόμενος τώρα σε αυτή:

<< Κλαίς μωρή καργιόλα, πηδημένη. Και που να δεις πώς θα κάμεις σαν σε περάσουμε όλοι, ό ένας πίσω από τον άλλο;>>

Η υπομονή του λοχία Μάρκου πήρε να εξαντλείται. Με γρήγορες αποφασιστικές κινήσεις, πλησίασε τον ωρυόμενο στρατιώτη, του άρπαξε τη βίτσα από το χέρι   και αμίλητος  ξεκίνησε να τον μαστιγώνει με δαύτη σε όλο του το κορμί. Κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν έκαμε προσπάθεια να επέμβει, να πει έστω κάτι υπέρ του. Κατά πάσα πιθανότητα το ευχαριστιόντουσαν, ότι είχαν φτάσει ως το μη παρέκει με τους τσαμπουκάδες  και τα καρφώματα του Μάνθου τόσους μήνες τώρα. 

Κάποια στιγμή  η βίτσα έγινε δύο κομμάτια πάνω στη ράχη του. Ο λοχίας ιδρωμένος τον ξαπόστειλε με μια κλωτσιά στα πισινά. Εξαφανίστηκε  ίδια δαρμένο σκυλί, απειλώντας θεούς και δαίμονες πως είχε γνωριμίες αυτός βαρβάτες και πως δεν θα  άφηνε μια τέτοια πρόκληση αναπάντητη, ο κόσμος να χάλαγε.


Ο συνταγματάρχης Ιωάννου ένας ώριμος άνδρας με αδρά χαρακτηριστικά, ήρωας της Αλβανίας, παρακολουθούσε την όλη σκηνή από το ανοιχτό παράθυρο του Διοικητηρίου καπνίζοντας αρειμανίως. Δεν μπορούσε να πάρει μιαν οριστική απόφαση, αν και κατά πόσο  το θέαμα όπου είχε μόλις παρακολουθήσει του είχε αρέσει ή όχι. Έκλεισε το παράθυρο και προσπάθησε μισογελώντας να ξεχάσει το γεγονός.


Το σχέδιο <<Πυρσός>> περιελάμβανε έξη μεραρχίες, ένα ελαφρύ σύνταγμα πεζικού, έξη τάγματα εθνοφρουρών, τέσσερα συντάγματα πεδινού πυροβολικού, τρείς μοίρες μέσου και τρείς ορεινού πυροβολικού, δύο συντάγματα αναγνωρίσεως μια ίλη αρμάτων καθώς και 87 αεροπλάνα. Σύνολο 60.000 άνδρες.

Προβλεπόταν επίσης με απόρρητη διαταγή, η προμήθεια πέντε χιλιάδων φέρετρων τα οποία στοιβαγμένα σε μια μυστική αποθήκη του Στρατού στην Αριδαία θα περίμεναν τους  νεκρούς της Κυκλώπειας μάχης που θα δινόταν το καλοκαίρι του 49 στα βουνά του Γράμμου και του Βιτσίου.

Ένα από δαύτα, με  σανίδες όλο ρόζους στο χρώμα της τέφρας, καταπλακωμένο από δεκάδες άλλα, είχε σαν μοναδική του αποστολή να κλείσει μέσα του τη σορό του λοχία Μάρκου που θα έπεφτε από τη πρώτη κι όλας φάση του σχεδίου, στο Βορειοανατολικό τμήμα του βουνού  από φίλια πυρά καθώς θα διαδιδόταν  αργότερα.


Μια νύχτα χλιαρή προς τα τέλη Απριλίου, εξήντα πάνω κάτω χρόνια αργότερα, ο ιερέας του χωριού Αρραβωνίτσα της Αχαΐας, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Στριφογύρναγε πάνω στο στρώμα, αφήνοντας κοφτούς αναστεναγμούς να εκτοξεύονται κατά ριπάς από το ξεραμένο του στόμα. Η παπαδιά στο πλάι του πήρε να τον γκρινιάζει: 

<< Αίντε παπά μου, κάμε νισάφι να κοιμηθούμε κομμάτι. Τι βολοδέρνεις έτσι δα σα δαιμονισμένος;>>

<< Δεν ήθελα να σε ταράξω παπαδιά. Απλά δεν μου κολλάει ύπνος… >>, τη καθησύχασε αυτός και σφάλισε τα μάτια του υπάκουα, πασχίζοντας να μην τη ματαενοχλήσει, μήτε και με την ανάσα του ακόμη.

Η μορφή του γερο- Μάνθου, ενός καλοκάγαθου χριστιανού, με μόνιμο στασίδι στην εκκλησιά όπου ιερουργούσε, δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του, να τον αφήσει να ησυχάσει. Και πιότερο, εκείνα τα λόγια τα φρικτά που ξεστόμισε κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης, λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα:

<< Όπως στα ιστορώ δέσποτα μου. Για ένα τρύπιο βρακί. Σκότωσα άνθρωπο για ένα τρύπιο, αντάρτικο βρακί.>> 


    Η ΜΑΧΗ

Αρχές δεκαετίας του 70 φέρνει ο πατέρας σπίτι τη θρυλική URANIA που τώρα αναπαύεται στο υπόγειο. Εν μία νυχτί τα δεδομένα του  οικογενειακού μας βίου αλλάζουν άρδην. Εκεί που φυτοζωούσαμε μονόχνοτοι ως χανσενικοί και δεν σεργιάνιζε στο σπίτι μας μήτε θηλυκό κουνούπι, ξαφνικά το σαλόνι μας πήρε μια μορφή Ομονοίας σε ώρα αιχμής με κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει ανεξέλεγκτα. Πολλές φορές δεν τους ξέραμε τους ανθρώπους ούτε κατ΄όψιν. Οικογενειακοί φίλοι για χρόνια  εξαφανισμένοι έκαναν θριαμβευτική επανείσοδο στη σκηνή, αφήνοντας μας έκπληκτους. Συγγενείς που μας είχαν σύρει στα δικαστήρια για ένα μέτρο γης δίδοντας τόπο στην οργή  έσκαγαν μύτη και συμπεριφέρονταν λες και δεν έτρεχε κάστανο. Μέχρι και άνθρωποι πεθαμένοι κατά την ομολογία πάντα της μάνας μου,-το γράφω και μου σηκώνεται η τρίχα-, επανήλθαν στη ζωή μόνο και μόνο για να  έχουν την αμφίβολη απόλαυση  να περάσουν λίγες στιγμές χαλάρωσης που αφειδώς τους προσέφερε ο πατέρας μου με αυτή του την απρόσμενη αγορά.

Είχε περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή κατά την οποία εγώ και ο αδελφός μου καθισμένοι ανακούρκουδα μπροστά στον φούρνο, με το λαμπάκι του θαλάμου ψήσεως αναμμένο, παρακολουθούσαμε το κυριακάτικο κοτόπουλο να φέρνει βόλτες στη  σούβλα του με μίαν εμμονή ηδονοβλεψία με τα σάλια μας να σταλάζουν στο βρώμικο πάτωμα της κουζίνας. Αυτή υπήρξε η πρώτη μας μικρό οθόνη.

Τώρα όμως διαθέταμε τηλεόραση. Όλη δικιά μας, ολόφεγγη και δεν ήμασταν πλέον αναγκασμένοι να στριμωχνόμαστε με παιδεραστές και συνταξιούχους στα πράσινα παγκάκια που χε τοποθετήσει ο Δήμος στο έμπα της μικρής πλατείας με τις γύψινες πάπιες. Ούτε πάλι είχαμε την αγωνία  του δημοτικού υπάλληλου κάθε απόγεμα, που επιφορτισμένος με το βαρύ καθήκον να ανοίγει και να κλείνει τη σιδεριά του κλωβού της τηλεόρασης, έκανε το καμπόσο στο κοσμάκη, λες και κρατούσε Άγιος Πέτρος δεύτερος, τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών.

Εμείς ορίζαμε τη ροή των εικόνων.

Τότε αγάπησα τη <<Μάχη>>. Όχι δεν ήταν η <<Μάχη>> καμιά μεγαλοκοπέλα απ΄αυτές που τη έπεφταν άγρια σε αγοράκια. Αυτή η <<Μάχη>> ήταν πολεμική σειρά με τον Λοχία Σώντερς σε διάφορες πολεμικές περιπέτειες. Ταυτίστηκα μαζί του. Τον ρόλο έπαιζε ο Βίκ Μόροου ο άτυχος καρατερίστας που χρόνια αργότερα θα αποκεφαλιζόταν από τον έλικα ενός ελικοπτέρου.

Μαζί του είχα καταστεί και εγώ ένας θαρραλέος πολεμιστής στα πεδία μαχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αποφασισμένος να χύσω το αίμα μου εναντίον των Γερμανών δεν υπολόγιζα ούτε κόπους, ούτε τρόμους προκειμένου να ανταπεξέρχομαι στις προκλήσεις που κάθε νέο επεισόδιο έθετε.

Τα χρόνια πέρασαν. Μια σένια Grunding με θηλές αφής για αλλαγή καναλιών αντικατέστησε την αρχαία Urania και το μικρό παλικαράκι που φαντασιωνόταν τις νύχτες λίγο πριν κοιμηθεί σκληρές μάχες και ποταμούς αιμάτων κοτζάμ άνδρας πια, καβάλησε το τρένο για τη μονάδα του κάπου στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.


  Η ΠΕΖΟΥΡΑ

Ο μεγάλος πατριωτικός πόλεμος είχε  φτάσει επιτέλους στο τέρμα του. Ο κόσμος αφηνιασμένος από  χαρά, μαζεύτηκε λεφούσι στις πλατιές λεωφόρους που οδηγούσαν στο κέντρο της πόλης, αναμένοντας την έλευση των νικηφόρων στρατευμάτων.

Και να, στο βάθος του ορίζοντα, μέσα στη αγλαϊσμένη ατμόσφαιρα του πρωινού, φανήκαν οι ταγοί καβάλα σε άτια χρυσοστόλιστα με τα  παράσημα τους, να στραφταλίζουν στο δυνατό φώς του ήλιου. Ο κοσμάκης ενθουσιασμένος κραύγαζε «ουρά» και «ζήτω» και βάλθηκε να τους χειροκροτεί μανιωδώς. Οι γέροι πετούσαν ψηλά τα καπέλα τους ενώ κορασιές σα τα κρύα νερά, τους έραιναν  φρεσκοκομμένα από τους γύρω αγρούς άνθια, με μιαν ερωτική ζέση που άναβε πυρκαγιές.

Πιο πίσω ακολουθούσαν  οι επίλεκτοι της πρώτης γραμμής, ανεβασμένοι σε γιγαντόσωμα μουλάρια. Καλοβαλμένοι και με ύφος αγέρωχο, κέρδισαν και ελόγου τους το χειροκρότημα. Κάπως πιο χλιαρό βέβαια, αλλά ποιος έδινε σημασία τέτοιες ώρες σε λαϊκές μικρότητες;

Μα όταν σκάσανε μύτη κάτι ταλαίπωροι στρατιώτες με σκισμένα από τις κακουχίες αμπέχονα, θρονιασμένοι στη ράχη καχεκτικών γαιδάρων, ένας αχός απλώθηκε δυσοίωνος πάνω από τη παρέλαση. Βουβαμένο το πλήθος παρακολουθούσε και δεν πίστευε στα μάτια του. Κάποιοι που τόλμησαν κάτι δειλά χειροκροτήματα,  νοιώθοντας την εναντίωση  του πλήθους και κάνοντας πιο ψύχραιμες σκέψεις,  έκρυψαν τα χέρια στις τσέπες σαν να είχε βάλει ξαφνικά κρύο.

Αμέσως πιο πίσω, έκαμαν την εμφάνιση τους τα φανταράκια τα καυμένα, κουρελιάρικα και λερά που μη έχοντας κάτι τις να καβαλήσουν είχαν περάσει κάτω από τα  ποδάρια τους, μακριές καλαμίδες, τις οποίες ομολογουμένως και ίππευαν  με χάρη περισσή. Ο λαουτζίκος πήρε να τους γιουχαΐζει και να τούς προγκάει στα ανοιχτά. Κέρματα και μισοφαγωμένα μήλα εκσφενδονίστηκαν εναντίον τους με μανία.

Και μέσα στη  παραζάλη της καταφρόνιας, ένας από τους καλαμοκαβαλημένους εκείνους, γύρισε φάτσα φόρα προς το ωρυόμενο πλήθος και με πικρό χαμόγελο στο αχείλι, τους βροντοφώναξε:

«Και που να δείτε τη πεζούρα που έρχεται»


       Η Πείνα

Η Πείνα του Κνουτ Χάμψουν υπήρξε ένα βιβλίο που στιγμάτισε ανεπανόρθωτα τη παιδική μου ηλικία. Κυριολεκτώ. Έκτοτε, φέρω ως διάσημα επί του στήθους μου τα φονικά του βέλη που δεν κατάφεραν βέβαια να με αφανίσουν ολοκληρωτικά μα έδωσαν στους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους που με κουράρισαν,  υλικό άφθονο προς μελέτη.

Έστεκε ανέκαθεν σκονισμένο με το μαλακό του εξώφυλλο τσαλακωμένο άσχημα, σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης του πατέρα μαζί με άλλα φθηνοβιβλία της εποχής, Τσβάιχ, Τσέχωβ, Ντοστογιέφσκυ.

Το γιατί απέκτησα αδυναμία για το συγκεκριμένο αυτό το βιβλίο δεν γνωρίζω, ούτε πότε και πώς το πρωτοπήρα στα χέρια μου. Αυτό που ανακαλώ  είναι η απίθανη εντύπωση που μου προκαλούσε κάθε νέα του ανάγνωση. Σε τι τενάγη δυστυχίας με πετούσε; Τι αλλόκοτα ένστικτα αυτοσυντήρησης αναδύονταν εντός μου και τα οποία ζητούσαν επειγόντως ικανοποίηση; Τι λίμα ήταν αυτή που μ΄έπιανε από την πρώτη κιόλας παράγραφο οδηγώντας με κατευθείαν στη ψωμιέρα και το ξύλινο ψυγείο του πάγου. Καταβρόχθιζα με βουλιμία ότι έβρισκα μπροστά μου. Ως κι ένα χαλασμένο αυγό που χε βράσει η μάνα μου με σκοπό να ταΐσει τη καρδερίνα κατανάλωσα κάποτε με αποτέλεσμα η πορδόλυσσα να με πάει κορδόνι ίσαμε την άλλη μέρα το μεσημέρι…

Ποτές μου δεν βαρέθηκα αυτό το βιβλίο. Αν και η μετάφραση από τότε κι όλας μου φαινόταν τρισάθλια εν τούτοις ο ψυχικός κόσμος του ήρωα προβαλλόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου με μιαν ενάργεια τόσο τρανταχτή που γινόμουν εγώ ο ήρωας, εγώ κι ο πεινασμένος. Η Υλαγιαλή με καταδίωκε σε κάθε μου βήμα. Είχε καταστεί επίσημη αγαπημένη. Σε κάθε κορίτσι που συμπαθούσα, αυτό το παράξενο και ποιητικό όνομα της προσέδιδα. Υλαγιαλή…

΄Ησαν και οι μνήμες της Κατοχής ακόμη νωπές. Παίζαμε κρυφτό στα καταφύγια. Άλλη δουλειά δεν κάναν οι δικοί μου παρά να αναθυμόνται τη πείνα του 41 και το πώς θαυματουργικώς επέζησαν από δαύτην. ΄Ετσι κι τολμούσες να εκστομίσεις, πώς δεν γουστάριζες το συγκεκριμένο φαί που σε σέρβιραν, άρχιζαν τον εξάψαλμο με τη πείνα και τα ρέστα φτάνοντας σε σε τέτοιο σημείο που να γλύφεις και το πιάτο από εκνευρισμό.

Μα ήταν γραφτό αυτό το εκνευριστικά επίμονο αίσθημα πείνας που μου προκαλούσε το συγκεκριμένο αυτό βιβλίο να υπερκεραστεί από ένα άλλο περιστατικό που μου συνέβηκε σαν ζούσα το πρώτο καλοκαίρι της εφηβείας μου.

Ιούλιος του 74. Ο μήνας είκοσι.  Απόβαση των Τούρκων στη Κύπρο. Πόλεμος γενικός. Ανακοινωθέντα νικών από ράδιο και τηλεόραση  κατά του προαιώνιου μας εχθρού. Παρά την εθνική ομοψυχία μια τρομάρα σέρνεται πάνω από τη πολιτεία σα φίδι κολοβό έτοιμο να δαγκώσει τη γάμπα του απρόσεχτου οδοιπόρου.

Με τη προτροπή της μητέρας πήραμε μπλε κόλλες και καλύψαμε τα παράθυρα. Ο πατέρας έφυγε να πάει να καταταχτεί οικιοθελώς προκαλώντας μας συναισθήματα επικείμενης απώλειας και τέλους εποχής. Ότι ξέραμε καλό ήταν να το ξεχάσουμε. Πάνε οι ειρηνικές εποχές. Από τουδε και στο εξής πόλεμος, θάνατος, βομβαρδισμοί.

Εγώ κι ο αδελφός μου είχαμε χεστεί κυριολεκτικά επάνω μας. Δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε, πώς να πορευτούμε. Πράγματα πρωτόγνωρα ήταν αυτά για εμάς που αν και μεγάλα παιδιά πια μας κατατρόμαζαν μέχρι θανάτου.

Πήραμε τη μάνα μας αλλαμπρατσέτα και περπατήσαμε ως το σούπερ μάρκετ της εποχής στη πλατεία των Καλογήρων να ψωνίσουμε τα αναγκαία για τη κρίση, για το δύσκολο πρώτο καιρό μέχρι να ιδούμε τι θα καζαντίσουμε.

Πανικός. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να περιγράψει τους αλλόφρονες που ξεσήκωναν τα πάντα, ως και τις οδοντόπαστες. Ένα δυο πακέτα μακαρόνια καταφέραμε όλα κι όλα να αγοράσουμε και κινήσαμε για το φούρνο του ρέματος. Εκείνη τη στιγμή ξεφούρνιζε μια παρτίδα  καρβέλι. Έκαμε η μάνα μου το σταυρό της και περιμένοντας στη σειρά κατάφερε να μαζέψει τρία κιλά.

Γυρίσαμε σπίτι με τη βεβαιότητα πώς είχαμε γλυτώσει τη μαύρη πείνα που μας απειλούσε. Τρία κιλά ψωμί με το μπαγιάτικο τέσσερα θα φτιάχναμε και παξιμάδι βγάζοντας την καθώς υπολογίζαμε καμιά δεκαριά μέρες τουλάχιστον. Ύστερα θα βλέπαμε τι θα κάναμε. Ο Θεός μεγάλος. Δεν θα κρατούσε δα κι ο πόλεμος χρόνια. Θα τον σταματούσαν οι Αμερικάνοι έλεγε η μάνα μου.

Ήρθε μεσημέρι. Φάγαμε με όρεξη τη φασολάδα τρώγοντας κανα κιλό ψωμί ταυτόχρονα σε παπάρα.

Ήρθε το απόγευμα μα δεν ήρθε μόνο του. Μαζί του έφερε και τη μεγάλη πείνα. Κάτι μέσα μας εμένα και του αδελφού μου ξύπνησε  σαν αδηφάγο τέρας και ζητούσε στανικά γή και ύδωρ. Ούτε συννενοημένοι  να μασταν. Πήγαμε στη κουζίνα αρπάξαμε από μια φρατζόλα, βάλαμε μέσα φέτα μπόλικη και ανεβαίνοντας στη ταράτσα να μην μας δεί η μάνα μας τις καταβροχθίσαμε στο πύξ και λάξ.

Η πείνα μέσα μας δεν έλεγε να κοπάσει. Αν και δειπνήσαμε με το περίσσευμα από τη φασολάδα πήραμε παραμάσχαλα στο κρεβάτι από μια φρατζόλα ακόμα. Ως το πρωί ροκανίζαμε σαν τα ποντίκια.

Την άλλη μέρα η μάνα μου πήγε να κόψει δυό φέτες ψωμί να μας απλώσει τη μερέντα.

Ανοίγοντας τη ψωμιέρα δεν βρήκε στάλα ψωμί.

<< Κάποιος μας έκλεψε το ψωμί >> ξεφώνισε και κόντεψε να λιγοθυμίσει. Με τα χίλια ζόρια την συνεφέραμε.

Σαν της εξηγήσαμε τι μας είχε συμβεί γέλασε μανιασμένα για ώρα πολύ.

<< Που να σας είχα στη κατοχή. Θα μου πεθαίνατε από τη πρώτη μέρα>>, είπε και ετοιμάστηκε για το φούρνο που ευτυχώς για μας λειτουργούσε καθώς κάθε μέρα. Το ίδιο και τα μπακάλικα. Τίποτα λοιπόν δεν ήταν τελειωτικό. Θα τη γλυτώναμε τη πείνα. Υπήρχε πάντα ελπίδα… 


 ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ ΑΛΛΑ ΠΟΥ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ;

-Τι κωλοφαρδία, το σκατοφάνταρο, με γλωσσότρωγαν  οι συστρατιώτες μου σαν ήρθε η μετάταξη για Ρόδο.

-Στο Παράδεισο πας κουφαλίτσα… Το ξέρεις βρε χαμένε; Με τη θαλασσίτσα σου, τις Σουηδέζες σου, τον «Ήχο και Φως» σου, τις μάσες σου , τις ξάπλες σου , το πεταλουδικό σου και το κυριότερο, έξοδο χωρίς στολή.

Μπερεκέτια ρε σειρά, γαμώ το φελέκι μας μέσα. Εσύ ρε τυχεράκια στους «Τσαμπίκους»  καβάλλα στ΄άλογο  και μεις στη «Γκατζολία» κολλημένοι στα σκατόβουνα.

Με τέτοιες ευχές αρριβάρισα στο νησί των Ιπποτών μια βδομάδα αργότερα μεσούντος του Μαϊου, καλοκαίρι ήδη για εκείνα τα μέρη που  ο ραδιοφωνικός σταθμός Κύπρου, έπιανε καμπάνα δέκα στο δέκα του «Αμερικάνου».

Παρουσιάστηκα στη πρωϊνή αναφορά.

-Χωροφύλαξ Μπαλκαντζόπουλος Ελευθέριος, γραφεύς! Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι μετετέθην από 506 Τάγμα Πεζικού είς υμετέραν μονάδα. Διατάξτε!

Ο συνταγματάρχης, ένας ξερακιανός αλητόγατος  με το αποκαλυπτικότατο του χαρακτήρος του ονοματεπώνυμο Αδαμάντιος Πουλημένος, με βλεφάριασε εξεταστικά ώρα πολύ και με τη στριγκιά φωνή του με αρώτησε.

-Ξέρεις παιδί μου, πως λέγεται ο τόπος που μετετάγεις;

-Μάλιστα κύριε Διοικητά, βιάστηκα ο δόλιος... 

Ρόδος!

-Άρα, συνέχισε θα γνωρίζεις επίσης καλώς,  ότι σε αυτή τη νήσο, διαθέτουμε εξαιρετικές θάλασσες και γυναίκες πανέμορφες να τις πιείς στο ποτήρι από όποια μεριά της υφηλείου επιθυμείς;

Αρχίσαν πίσω μου κάτι πνιχτά γελάκια.

Για να καταλήξει ο αχρείος μ΄ένα δυσοίωνο σπασμό δίκην χαμογέλου στα κακοσχηματισμένα του χείλη:

-Έφερες μαζί σου προφυλακτικά και μαγιό;

Το χάχανο άρχισε να παίρνει τώρα  κάποιες άξιες λόγου διαστάσεις.

Ψέματα δεν μπορούσα να πω. 

Άλλωστε τι πιο φυσικό, ένας φαντάρος που έχει μετατεθεί στη Ρόδο, να κουβαλά στο σάκκο του ένα κυτίο STOP και ένα μπανιερό;

Με θάρρος ατένισα τον γαλονά και τόλμησα.

-Μάλιστα κύριε Διοικητά. Εχω προνοήσει…

Και τότε ξέσπασε τροπαιοφόρος, προς μεγίστην ηδονήν  των παρακολουθούντων την αναφορά.

-Ακούτε στρατιώται και φρίξατε! Άλλος ένα ηλίθιος, άλλος ένας βλαξ εξ Αθηνών,, που νόμισε ότι ήρθε στη Ρόδο για να κάνει τις διακοπές του; 

Κουρέα; ξελαρυγγιάστηκε, με την ψιλή! 

Και αποτέλειωσε την αναφορά σαν κατσαρίδα μέσα στη σκόνη του προαυλίου, μέσα σε  γενική ιλαρότητα.


Όλοι κουρεμένοι γουλί βγαίναμε οι εξοδούχοι. 

Η αλήθεια είναι ότι όσον αφορά τη θάλασσα, ποσώς την στερήθηκα. Που μ΄έχανες που μ΄εύρισκες; Παραλία και άγιος ο Θεός. 

Τις γυναίκες όμως;

Ιδού η μαρτυρία μου…

Οι Ροδίτες καμάκια πρώτα, μοναχοφάηδες και ιδιαίτερα μοχθηροί με τους ξένους και αλλότριους, έχοντας διαδόσει στις τουριστριούλες ότι αυτοί οι εν χρω  κεκαρμένοι που κυκλοφορούν τα βράδια δυάδες και τριάδες είναι βαρυποινίτες εγκληματίες, δεν μας  άφηναν και πολλά περιθώρια για ερωτικές περιπέτειες με τις γοργόνες του Βορρά.

Αποτέλεσμα; 

Ένα χρόνο στη Ρόδο, μηδέν αρτύθηκα. 

Κι από τότες, σαν ακούω την εμετική εν τη επαναλήψει παροιμία: «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα», να την λένε άνθρωποι που προφανώς αγνοούν τα της νήσου, πικρές σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου, και κάτι χαμηλά ανάμεσα στα σκέλια μου δένεται αξεδιάλυτα κόμπος.


 ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ

Και ξαφνικά ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει. Στο παραθυράκι του μπάνιου, έντεκα βράδυ Σαββάτου στήνω αυτί, μα δεν ακούγεται ψυχή. Όλα νεκροί, όλα πεθαμένα πάνω στην τράπεζα του μεγάλου Νεκροτόμου.

Γυρίζω στο κρεβάτι. Η τηλεόραση αυγάζει χωρίς φωνή. Αυτή κοιμάται ύπνο ανήσυχο, ροχαλίζοντας ελαφρά. Την σκεπάζω όπως, όπως και κατευθύνομαι προς το σαλόνι όπου έχω στήσει λημέρι με τα βιβλία μου στη παλιά πολυθρόνα.

Ανοίγω τον υπολογιστή και προσπαθώ να συνθέσω ένα ποίημα. Μάταιος κόπος. Δεν υφίσταται πια έμπνευση. Έχει σκοτωθεί μαζί με την πάλαι ποτέ καθημερινότητα. Τα πάντα υπακούουν πια σε νέους κανόνες. 

Αμείλικτους, αδήριτους, χωρίς διαφυγή.

Η μάσκα δυστυχώς δεν μου έχει βουλώσει μόνο το στόμα. Έχει στομώσει και κάθε φλόγα μέσα μου οδηγώντας με σε υπαρξιακό αδιέξοδο. Σβηστά τα πάντα και παντού στάχτες μιας ζωής που δύσκολα δείχνει να μπορέσει ν ΄ανάψει και πάλι.

Ο κύριος Περδίκης αντιλαμβάνεται τον κορονοϊό ως μία απλή γρίππη. Οι θάνατοι που μας ανεμίζουν κάθε μέρα διατείνεται,  δεν είναι παρά οι συνήθεις  της στατιστικής. Έχει στοιχεία λέει αυτός πώς πρόκειται για μια παγκόσμια συνωμοσία κατά της Ανθρωπότητας με σκοπό την καθυπόταξη σε παλαιούς μα αόρατους Αφέντες.

Είναι μια θεωρία και δαύτη αλλά εγώ προτιμώ την πεπατημένη. Το ξυράφι του Όκαμ με βοηθάει να ξυρίζομαι καλύτερα, βαθύτερα και το κυριότερο δίχως κοψίματα και αιμοραγγίες.

Οφείλω να πιστεύω τους επιστήμονες και τους ειδικούς, παρά τις όποιες επιφυλάξεις μου που δεν είναι και λίγες. Από τότε που είδα ιατρικό επισκέπτη να επισκέπτεται γιατρό δήθεν για ενημέρωση, κατάλαβα ότι η μίζα πάει σύννεφο.

Γνωρίζω πάλι καλά, ότι τη παρούσα κατάσταση την έχουν αντιμετωπίσει οι άνθρωποι χιλιάδες φορές κατά την διάρκεια της Ιστορίας τους, μόνο που αυτή τη φορά οι εύκολες και δαιδαλώδεις μετακινήσεις επιφέρουν και αστραπιαία μετάδοση της ασθένειας, κάνοντας τα πράγματα εξαιρετικά δύσκολα ως προς την αντιμετώπιση της.


 ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΑΤΖΑΜΗΣ

«Άσε Παλιόγιαννε σε μένα το κουμάντο», είπε ο πατέρας σαν ετέθη το ζήτημα της κηδείας. «Έχω δικό μου άνθρωπο, παλιό συνάδελφο στη Χωροφυλακή. Και τη δουλειά μας θα κάνουμε, και οικονομικά θα μας έρθει». 

Τώρα μιλούσε ο Αρβανίτης μέσα του, με την τσιγγουνιά να αναβλύζει από το στόμα, σχηματίζοντας πυκνόρευστους αφρούς στα τριών ημερών άσπρα του γένια.

Παλιός χωροφύλακας ο γέρος μου, συνταξιούχος πια,  δεν μπορούσε κανείς απ΄την οικογένεια εκτός από την μάνα, να τον κάμει ζάφτι. 

Και η μάνα εκείτετο νεκρή, σκεπασμένη μ΄ένα αμφιβόλου καθαριότητας σεντόνι, στο μείον ένα του «Ευαγγελισμού».

Έτσι τον άφησα να κάμει ότι του κατέβαζε η κούτρα.

Και αρριβάρισε η μέρα της κηδείας.

Και να ο γέρος μου συντροφιά με τον Μανώλη τον παλιό του συνάδελφο, να τα κουβεντιάζουν φιλικά, μπροστά στο νεκροθάλαμο καπνίζοντας ένα «Δήλος».

Πλησίασα…

«Να σου γνωρίσω τον Μανώλη, παλιό μου συνάδελφο»  μούγκρισε ο πατέρας.

Έκαμα τον έξυπνο.

«Παλιό σου συνάδελφο είπες πατέρα; Δηλαδή αν καταλαβαίνω καλά,  ή ο κύριος Μανώλης πριν γένει τελετάρχης υπήρξε χωροφύλακας,  ή έλόγου σου πριν γένεις χωροφύλακας υπήρξες τελετάρχης».

Έστρεψε τότε το ωχρό του μούτρο ο κυρ -Μανώλης  προς τον πατέρα  αντιλαμβανόμενος το δούλεμα και του πέταξε πικαρισμένος:

«Το ΄ξερα Απόστολε ότι είχες καταστεί πατήρ, αλλά δεν περίμενα  και τέτοια δα επιτυχία εκ μέρους σου;» για να με δείξει  με περιφρόνηση  πριν απομακρυνθεί έμπλεος ικανοποίησης από την εξυπνάδα που ΄χε μόλις  εκστομίσει.

Ο πατέρας ψύχραιμος και κομμάτι κεφάτος παρά την καταστροφή που τον είχε εύρει με τη μάνα, βάλθηκε να μου εξηγεί:

«Τον Μανώλη που λες, τον γνώρισα όταν υπηρετούσα Διοικητής στο σταθμό Χωροφυλακής που  βρισκόταν τότε, μπροστά απ΄το Ηρώον του Αγίου Δημητρίου. 

Χωροφυλακάκος τότε ο Μανωλάκης ήρθε από ένα χωριό  κοντά στο Ηράκλειο και τσιφ έπεσε πεσκέσι στα χέρια μου. Δεν έκαμε για σπουδαία πράγματα. Απ΄την αρχή το ΄νοιωσα κι  έτσι απεφάσισα να του δίνω δεύτερες αρμοδιότητες. Φρουρός στη πύλη φερειπείν, κανένα μπουγαδοκαυγά και πάει λέγοντας.

Τι τα θες όμως και τι τα γυρεύεις; Ο δόλιος από γκάφα σε γκάφα έπεφτε.

Μια φορά ένας σκύλος δάγκασε ένα παιδί κι αντίς να μου φέρει τον ιδιοκτήτη,  μου κουβάλησε τραβώντας  από το λουρί τον σκύλο για τα περαιτέρω.

Άλλη φορά πάλι, μου κοτσάρισε κατηγορούμενο ένα γύφτο που ΄χε ανέβει απάνω σε μια βερυκοκιά να κόψει λίγα άγγουρα για τα παιδάκια του. Σε μια σακκούλα μάλιστα, κρατούσε και τα πειστήρια του εγκλήματος και καμάρωνε  σα διάνος από πάνω για την φοβερή σύλληψη.

Την τελευταία φορά τα σκάτωσε ο μαύρος για τα καλά. Στη συνοικία «Τσουκάλι» στο Μπραχάμι, σ΄ένα χαμόσπιτο, απόθανε μια γριά δίχως συγγενήδες.

Άλλον εύκαιρο δεν είχα στο Σταθμό, αναγκάστηκα  έτσι να στείλω τον Μανώλη. 

Το και το τον ορμήνευσα:

«Κάτσε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος στο σπίτι, μην κλέψουν τίποτα, και το πρωί σαν σηκώσουνε τη γριά, μαντάλωσε καλά  την πόρτα και φέρε το κλειδί στο Σταθμό…»

Πράγματι, τράβηξε ο Μανώλης και την άραξε έξω από την ξύλινη θύρα της γριάς. Κάποια στιγμή  κατά το σούρουπο, κατέφτασε μια ψυχοκόρη της εκλιπούσης και βολεύτηκε δίπλα στο κιβούρι να την ξενυχτίσει. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, μπάφιασε φαίνεται η λεγάμενη και κόβοντας λάσπη γύρισε στο κονάκι της να τον πάρει κομμάτι ως την ώρα της κηδείας.

Έτσι ξέμεινε η γριά μονάχη κι απόξω ο Μανώλης  απίκο.

Μέσα όμως ο δείλαιος δεν κόταγε. Φοβόταν βλέπεις τους αποθαμένους πολύ.

Τι να κάνει όμως, κάποια στιγμή εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να έμπει να κόψει κίνηση.

Μισοκλείνοντας από φόβο τα μάτια,  διέκρινε στη μικρή  σάλα τη γριά εκ του μακρόθεν μέσα στο φέρετρο της, να φωτίζεται αμυδρά απ΄ένα κερί που ΄χε στερεώσει όπως-όπως η ψυχοκόρη της στο πάνω μέρος της κάσας. Ευτυχώς που το πρόσωπο της ήταν καλυμένο μ΄ένα άσπρο μαντήλι, κι έτσι δεν ανταριάστηκε όσο περίμενε ο ρεζίλης ο άντρας.

Αφου βεβαιώθηκε ότι όλα πάγαιναν ρολόι,  έσυρε μια ψάθινη καρέκλα,  βγήκε στον μικρό αυλόγυρο θέρος γαρ, και το ΄ριξε στον ύπνο του λαγού.

Ξύπνησε από τους μαύρος καπνούς που έβγαιναν από τη μπούκα της πόρτας.

Το ρημάδι μέσα φουντωμένο για τα καλά, έβραζε σαν ξυλόσομπα στο Νευροκόπι.

Κατάφερε με τα χίλια ζόρια να φτάσει ως την πρώτη κάμαρη.

Στο βάθος η γριά καιγόταν μέσα στο φέρετρο της,  έχοντας μεταδώσει τη φλόγα σ΄ένα  παρακείμενο γιούκο και στις γύρω νάυλον κουρτίνες.

Ίσα ίσα που γλύτωσε και ο ίδιος, προσπαθώντας να την σβήσει με μια μπατανία που βρέθηκε πρόχειρη.

Την άλλη μέρα αναγκάστηκα με βάρος ψυχής, να του κάμω αναφορά και μετά από ένα μήνα αργία, τον αποτάξανε κακήν- κακώς από το Σώμα.

Τον συμπόνεσα όμως τον καημένο πολύ  και έτσι πήρα πρωτοβουλία να παρακαλέσω τον υπεύθυνο του  γραφείου κηδειών που ΄χε αναλάβει τη γριά,  να τον πάρει προσωρινά στη δούλεψη του.

Του το  ξεφούρνισα με τρόπο.

Δέχτηκε με τα χίλια ζόρια. Και τι να ΄καμε εδώ που τα λέμε; Δεν είχε βλέπεις δα και το περιθώριο να μείνει χωρίς δουλειά, και για να μην στα πολυλογώ, μετά από λίγα τέρμινα ο Μανώλης όχι μόνο έγινε άτρομος σαν λέοντας με τους αποθαμένους, μα ανέλαβε και το γραφείο κηδειών, γενόμενος γενικός δερβέναγας».

Ο Μανώλης, που τόσην ώρα στεκόταν παράμερα, πλησιάσε με τη συνοδεία του (τέσσερις αχαμνούς νεκροπομπούς), να σηκώσει τη μάνα.

Ο γέρος άφησε την πολυλογία κι ακολούθησε την πένθιμη πομπή ως το εκκλησάκι των Ταξιαρχών.

Στο πλάι του κι εγώ με τα χειρότερα προαισθήματα.

«Ο ατζαμής παραμένει ατζαμής ό,τι εργασία κι αν επιτελεί», έβαλα με τον νου μου

Επαληθεύτηκα πλήρως, πριν ακόμα αλέκτωρ λαλήσει τρις.

Έτσι, ο Μανώλης μέσα σε μισή μόνον ωρίτσα που κράτησε η τελετή,  είχε γκρεμίσει από απροσεξία δυό εικόνες, μία  του Σωτήρα και μία του Αγίου Φανουρίου μεγάλη η χάρη Των, πήγε να τοποθετήσει τ΄ ανάποδα το καπάκι της κάσας στην αποθαμένη και τέλος για να συμπληρωθεί το σκηνικό, οδηγώντας την μικρή πομπή προς τον τάφο έκαμε λάθος, κι αντί για την οδό Ε΄ τράβηξε κατά την οδό  Γ΄, οδό  εκ των πραγμάτων αδιέξοδη, αναγκάζοντας έτσι τους  νεκροπομπούς να πισοπατούν επί δίλεπτο, μέχρι να καταφέρουν να βρούν επιτέλους το σωστό μονοπάτι προς τον τάφο.

Μετά το πέρας της κηδείας την ώρα του καφέ, ήρθε ο Μανώλης σερνάμενος- κουνάμενος για το πακέτο.

Μεταξύ σοβαρού και αστείου του πέταξε ο πατέρας μου:

«Ρε Μανώλη, ανάλλαχτος παρέμεινες… Σκέτη καταστροφή πάντα…Τι να σε κάμω τώρα ειπέ μου;» 

Για να του απαντήσει ο αλιτήριος με όλη την αναίδεια που διακρίνει το επαγγέλμα:

«Σάμπως τι δύνασαι να μου κάμεις  τώρα πια κυρ΄Αποστόλε; Το πολύ πολύ να με ξαναπάρεις χωροφύλακα…»  και τραβήχτηκε από κοντά μας σβέλτος σαν αίλουρος με μεγάλες δρασκελιές, μετρώντας το μπαγιόκο με τα χοντρά του δάχτυλα.