Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015


         ΤΟ  ΞΕΠΑΤΩΜΑ
 Αποτέλεσμα εικόνας για coffin paintings
  Το φερε έτσι λάου -λάου η παλιοζωή και εκεί όπου εφτούσαμε με περιφρόνηση, πήγαμε να γυρέψουμε μεροκάματο. Όχι εγώ ακριβώς. Η χαροκαμένη, η μανούλα μου. Στρίμωξε το λοιπόν μια μέρα τον αργολάβο του γιαλού τον κυρ- Λούη τον Σπουργίτη καθώς ήταν το παρανόμι του και τον θερμοπαρακάλεσε για ελόγου μου με επιμονή διαβολεμένη.

«Πάρε στη δούλεψη σου τον Αυγουστή μου μωρέ Λούη, να του μάθεις και τη τέχνη. Άδικο από το Θεό, ντερέκι ίσαμε κει πάνω, να κάθεται να ξεροσταλιάζει στις ρούγες άπραγο, σαν το σπίτι του υποφέρει και για τα αναγκαία ακόμη. Ψυχικό θα κάμεις και χάρη θα σου χρεωστώ μεγάλη.»

Μπάνικη η μάνα μου και μαλαγάνα πρώτη, τον έριξε στο καναβάτσο τον κυρ-Λούη πριν προλάβει να πει κύμινο. Και έτσι, χάρις στη καπατσοσύνη της γριάς μου και τη μουρντάρικη φιλευσπλαχνία του κυρ-Σπουργίτη, μπήκα στη διάτα του, δεκαπέντε χρονών παιδί, άμαθο ντιπ από τα κασσαβέτια  και τα ντέρτια της βιοπάλης.

Ο Λούης στη πραγματικότητα ονομαζόταν Ζαρίκος. Σπουργίτη, τον φώναζαν οι συντοπίτες του στη μικρή παραθαλάσσια πολίχνη, για να τον κογιονάρουν κομμάτι αλλά και για να τηρούν ζωντανό το έθιμο του νησιού όπου ήθελε να δίνονται παρατσούκλια ως και στους σκύλους ακόμα. Κάποιος γραμματιζούμενος διαβάζοντας κάποτε σε ένα βιβλίο σχετικό, πως οι Αρχαίοι πίστευαν ότι τα σπουργίτια σέρνουν το άρμα της θεάς Αφροδίτης, βρήκε ότι ταίριαζε γάντι στο Λούη λόγω της άστατης ερωτικής του φύσης και του το κόλλησε.

Ιδιοκτήτης του πεθαμενατζίδικου «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΡΟΝΤΙΣ» με έδρα και κατάστημα παρά θιν αλός, εξυπηρετούσε το Γιαλό και τα γύρω χωριά, μα φορές-φορές η χάρη του έφτανε ως και τη Χώρα ακόμη, προκαλώντας την μήνιν του Γιαννούλη, του ετέρου τελετάρχη που σαν πιο παλιός στη πιάτσα ήθελε να έχει αυτός το γενικό πρόσταγμα για τους αποθαμένους του νησιού. Αλλά ο Λούης ήταν δύναμη και τέτοιας λογής καμώματα από τον ανταγωνιστή του ουδόλως τον πτοούσαν.

«Καθείς και η τύχη του», συνήθιζε να λέει και τα σκορδάκια του ήταν ανοιγμένα για μεγάλες δουλειές.

Το κατάστημα του στο Γιαλό, -παλιό ψαράδικο που με τις κατάλληλες τροποποιήσεις είχε καταφέρει να το μεταμορφώσει σε μια αξιοπρεπή για τα τοπικά δεδομένα επαγγελματική στέγη,- δεν ήταν δα και κατιτίς το σπουδαίο. Μια μωβ κουρτίνα όλη κι όλη τραβηγμένη ωσάν αυλαία θεάτρου, χώριζε το μαγαζί στα δύο. Πίσω από αυτό λοιπόν το πένθιμο παραπέτασμα όπου λάμβανε χώρα και η προετοιμασία των συγχωρεμένων, πυργωνόταν μια ντάνα από πέντε-έξη κάσες, πλαισιωμένη κάτι επίχρυσα μανουάλια, ένα βάθρο και έτερα συμπράγκαλα της τέχνης του, ενώ το μπροστινό μέρος της επιχείρησης καταλάμβανε ένα γραφείο από μαόνι τόσο ογκώδες που δεν άφηνε χώρο μήτε για  δεύτερη καρέκλα. Aπό την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησα το πόδι μου αυτού μέσα, ο Λούης, ρητά και κατηγορηματικά μου απαγόρευσε ακόμα και να σκεφθώ να καθίσω πίσω από αυτό το γραφείο.

«Κακομοίρη μου, μην τύχει ποτέ και σε πετύχω να στρογγυλοκάθεσαι στο γραφείο, να χεις τα μπογαλάκια σου έτοιμα να γυρίσεις στη μάνα σου», απείλησε.

«Γιατί κυρ-Λούη μου», τόλμησα να αντιτάξω…

«Βρε ζωντόβολο… Καθώς στην εκκλησιά στο παντοκρατορικό θρόνο στέκει μόνον ο Μητροπολίτης και στη τιμονιέρα του καματερού ο καπιτάνος, έτσι και εντός του ευαγούς τούτου ιδρύματος»- έτσι ονομάτιζε το κασάδικο <<ευαγές ίδρυμα>>,- «ο μόνος ο οποίος του επιτρέπεται να κορδώνεται πίσω από τούτο το γραφείο είμαι εγώ και μόνον εγώ, ο διευθύνων νους της επιχειρήσεως και όχι το κάθε ψυχοπαίδι του κερατά σαν και την αφεντιά σου, να πούμε.»

Με δικό μου το λοιπόν έξοδο πήγα στον Απόστολο τον ξυλουργό που του φτιάνε και τις πανάθλιες κάσσες και ζήτησα να μου ετοιμάσει ένα σκαμνάκι το οποίο και έστησα σε μια γωνία του ιδρύματος. Από τότες, που με έβρισκες που με έχανες, περνούσα τις ώρες μου, κολλημένος πάνω του φιλί-κλειδί.

Αυτός ο Λούης το αφεντικό μου, ήταν πολύ ιδιότροπος άνθρωπος. Ήθελε πάντοτε να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο επί παντός επιστητού, πόσο μάλλον, πάνω στο αντικείμενο της δουλειάς του. Ουδείς τολμούσε ποτές να του φέρει αντίρρηση, είτε παπάς, είτε διάκος, είτε ο αποθαμένος ο ίδιος. Είχε κατά πώς λέμε το κουμάντο που όλοι όφειλαν να ακολουθούν, κρατώντας ότι αντιρρήσεις είχε ο καθείς βαθειά μέσα του μην τύχει και τις αυτιαστεί ο κυρ-Λούης, γιατί τότες, γράψε αλλοίμονο με τις απρόβλεπτες του αντιδράσεις.

«Αυτή η κάσα ταιριάζει στον αποθαμένο. Πάει και τέλειωσε. Μαύρη να είναι ασορτί και με το κολόρε του... Μην το παιδεύουμε άλλο. Απεφασίσθη.

Η κηδεία θα γίνει οπωσδήποτε με κλειστό φέρετρο. Πώς στην οργή να τον μοστράρουμε τούτον τον ασίκη; Είναι να τρομάζουμε τον κοσμάκη, χρονιάρες μέρες;…»

 

Με κουβέντες νέτες και σταράτες, είχε καταντήσει σκληρό κατεστημένο. Προς προσωπική του δε διαφήμιση είχε σκαρώσει και κάτι ποιηματάκια που εντέχνως τα διέδιδε στα πέριξ για ρεκλάμα:

«Φτάνει του Λούη ένα μεροκάματο,

για να σας στείλει αξιοπρεπείς στο θάνατο.»

«Δώσε του Λούη μια ευκαιρία,

φίνα να σου κάνει τη κηδεία.»

Μια μέρα δεν άντεξα στο πειρασμό. Είχα και εγώ τη Μούσα μου. Έγραψα το λοιπόν σε ένα κομμάτι χαρτί κάτι στιχάκια και μαύρα μεσάνυχτα το κόλλησα στη βιτρίνα του μαγαζιού με ζελοτέιπ:

 

«Λίγο γράσο και μια τάπα,

φτάνουνε για κάθε μάπα

που αναλαμβάνει ο Λούης.

Είμαι εντός κι αν θέλεις κρούεις…»

 

Την άλλη μέρα το πρωί, γέλασε όλος ο Γιαλός και ο κάθε πικραμένος.

 

Ο κυρ- Λούης σαφώς και δεν ήταν τυχαίος. Είχε πάρει τη δουλειά μάλιστα, πολύ στα σοβαρά. Επιμελείτο  προσωπικά τον νεκρό από την πρώτη κιόλας στιγμή. Καλά-καλά δεν είχε κλείσει ο μακαρίτης τα ματάκια του και νάσου ο Λούης έτοιμος να τον στουμπώσει, να τον αποπλύνει με κρασί, να τον πασαλείψει νάρδους και αρώματα, να του περάσει σάβανο και να πράξει ότι τέλος πάντων είναι ενδεικνυόμενο σε τέτοιες περιστάσεις και επιτάσσει το ιερό καθήκον προς τον εκλιπόντα συνάνθρωπο.

«Αυγουστή» χτυπιόταν:. «Βοήθα με ρε βλακόμετρο να τουμπάρουμε τον κυρ-Λάμπη. Τούρλωσε του τον καλά. Πάρε τη μαγκούρα. Ναι ρε τη μαγκούρα. Τι με κοιτάς σα χάνος; Πώς αλλιώς διάολε; Χρεία να του τη στουμπώσουμε με κουρελάκια και μπαμπάκι, μην του χυθούν τα άντερα όξω και βρωμοκοπήσει το σύμπαν και τον σιχαθούνε και οι δικοί του ακόμα. Σπρώξε ρε, τι σκιάζεσαι; Δεν δαγκάνουν οι πεθαμένοι…

Βρε ζωντόβολο, απόπλυνε του γερά τα ποδάρια. Δεν βλέπεις την κασίδα πόχει κάμει μακαρόνι;…

Χτένα τον ρε κέρατο προς τη καράφλα, όχι αντιθέτως. Να δείξουμε μιαν ωραία εικόνα, ένα πανόραμα. Αυτός είναι ο σκοπός μας και γι αυτό μαθές πλερονόμαστε. Τι διάβολο, μήτε τη χτένα δεν σου μαθε αυτή η καταραμένη η μάνα σου;…

Σταύρωσε του τα χεράκια. Το ένα πα στο άλλο. Σαν να βρίσκεται στην εκκλησιά και μολογάει ο παπάς το Βαγγέλιο. Όχι έτσι βρε λυκοφαωμένο. Αλλιώς, το δεξί από πάνου…»

Τραβούσε το λοιπόν ετσιδά η μέρα μου, μέσα στη βρισιά, τη λοιδορία και την καταφρόνια. Κάργα υποτίμηση και με το καντάρι να πέφτει  η καρπαζιά στο σβερκί μου.

Έπιασα τη μάνα μου:

«Για να δουλέψω με έστειλες κυρά μάνα μου στον Σπουργίτη, η για πελάτη…»

Μέχρι που ήρθε το γλυκό και έδεσε στη κηδεία του παπά-Λουκά.

Λύθηκε η μωβ κορδέλα με την οποία του είχα στεριώσει το σαγόνι και ο μακαρίτης άνοιξε το στόμα του μια σπιθαμή λες και είχε τσακώσει τη Παναγία  να βυζαίνει  δίδυμα. Ήρθε και άφρισε από το κακό του ο Λούης.

«Τι έκαμες εκεί ορέ χαντακωμένο; Μήτε πώς να δένεις κόμπο κατέχεις; Κορδόνια δεν διαθέτουν τα πατούμενα σου;» και πριν προλάβω να καλυφτώ, μου άστραψε μια στο πισωκέφαλο που είδα το Χριστό σαλεπιτζή με το γκιούμι  αλαμπρατσέτα.

Εγώ του χα εξηγηθεί από καιρό τώρα να βάνουμε κόλλα στα δόντια ή να ράβουμε το στόμα αλλά αυτός επέμενε στα κορδελάκια και τα ρέστα.

«Σύρε να με μάθεις τη δουλειά μου, βλαμμένο. Κόπιασε πατέρα να σου δείξω το πουτί της μάνας μου. Βρε συφοριασμένο. Επαγγελματίας άνθρωπος είμαι, όχι σκιτζής και όλα τα θέλω να γίνουνται με τρόπο παραδοσιακό. Τι κολλήματα και ραψίματα μου τσαμπουνάς εκεί πέρα. Τι με απέρασες για κοπτοραπτού; Δεν νογάς βρε μούργο ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με νησιώτες, ειδικού βάρους ανθρώπους; Αν είναι να τους βολεύουμε σαν πρωτευουσιάνους, ας παγαίνουν να τους κονομάνε στην Αθήνα…»

Έναν Φλεβάρη εκεί όπου δεν τον περίμενα, αρίβαρε στο μαγαζί απρόοπτα και με τσάκωσε άγρια χαράματα, να κοιμάμαι του καλού καιρού μέσα σε μια κάσα, έχοντας σκεπαστεί όπως-όπως για να μη ξεπαγιάσω με κάτι σάβανα που είχα εύρει εύκαιρα.

«Τι κάμεις μωρέ αλαλιασμένο αυτού μέσα», ούρλιαξε. «Βουρκόλακα... Μου φθείρεις το εμπόρευμα, γαμώ τη φύτρα σου. Οι κάσες είναι για τους αποθαμένους. Αν θες κρεβάτι, άιντε τράβα στο σπίτι σου να ψοφολογήσεις και ξεφορτώσου με που μου γενες τσιμπούρι. Για χάρη της μάνας σου ρε σε κρατώ, αλλιώς θα σε είχα ξαποστείλει στο διάολο και ακόμα παραπέρα. Ακούτε Χριστιανοί και φρίξατε. Να τεντώνεται στις κάσες και να τις μολεύει με τη κασίδα του... Βρε χαντακωμένο, στέκεις αλήθεια στα συγκαλά σου;»

Ο ταλανισμός μου από τον Σπουργίτη τράβηξε έτσι σχοινί κορδόνι για κάμποσο ακόμα. Εν τω μεταξύ από τη στεναχώρια μου είχα απομείνει τρία κόκαλα. Αγκούσα μου προκαλούσε και μόνο με τη παρουσία του ο άνθρωπος. Και τότες έβαλα ομπρός μηχανή να τον γδικηθώ για τα καλά καθώς του άξιζε.

 Κοντοζύγωναν Απόκριες, σαν αναλάβαμε να κηδέψουμε ένα μπάρμπα που τα τίναξε σε κάποιο χοσπιτάλι στο Αμέρικα.

Ο νεκρός είχε αριβάρει τσιφ από Νέα Υόρκη μέσα σε ένα βαρύ μεταλλικό, αεροστεγώς σφραγισμένο φέρετρο, προφανώς για να μην βρωμίσει, παρότι τον είχανε υποτίθεται και μπαλσαμωμένο καλά στη ξενιτιά. Ο Λούης τον έβγαλε από εκεί  σχεδόν πολτό με τα ίδια του τα χεράκια, τον ζούπησε σε μια φτηνιάρικη κάσσα που τη φυλούσε παράμερα για κανέναν άπορο και κοίταξε να τον παραχώσει άρον-άρον προς ανακούφιση μεγάλη των συγγενών, που εδώ που τα λέμε, η μόνη τους έγνοια ήταν στο παραδάκι που ακολούθησε το υδαρό πτώμα λίγο καιρό αργότερα, σε μορφή άμεσα ρευστοποιήσιμων ομολόγων και ισχυρών μετοχών.

Τι τα γυρεύεις όμως; Το σιδερένιο φέρετρο, του έμεινε αμανάτι.

Αφού έξυσε την κούτρα του αρκετές μέρες μέχρι που ήρθε και τη μάτωσε, αναλογιζόμενος τι στην ευχή να κάμει με το καινούργιο  κοσκινάκι, στο τέλος του κατέβηκε μια ιδέα φαεινή να το στήσει εμπρός από το σπιτικό του στην άκρη του επαρχιακού δρόμου και να το έχει για  σκουπιδοτενεκέ. Έτσι και γένηκε. Και από τότες ο σκουπιδιάρης ήταν αναγκασμένος να σηκώνει το βαρύ  καπάκι και να μαζεύει τις σακούλες με τα σκουπίδια από το εσωτερικό της μεταλλικής κάσας.

Αυτή η κάσα έγινε εν ριπή οφθαλμού τουριστικό αξιοθέατο. Δεν υπήρξε περιηγητής που να πάτησε το ποδάρι του σε εκείνα τα χώματα και να μην θεώρησε ιερή του υποχρέωση να φωτογραφίσει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, τούτο το πρωτόφαντο.

Αυτό λοιπόν το όγδοο θάμα, μου μπήκε η ιδέα να χρησιμοποιήσω ως μοχλό εκδίκησης και η ευκαιρία πράγματι δεν άργησε καθόλου να παρουσιαστεί.

Βρήκα πεταμένη μπροστά από το κατάστημα Νεωτερισμών “Salon de Paris”, μια σπασμένη και καταγδαρμένη πλαγγόνα. Χρόνια την θυμόμουν να διαφημίζει, φορεμένη το ίδιο πάντα ταγεράκι, την ποικιλία και το παριζιάνικο γούστο που ημπορούσες να απολαύσεις εν αφθονία, μπουκάροντας στο εν λόγω κατάστημα.

Νύχτα ασέληνη ήταν σα τη φορτώθηκα και μέσα από σκοτάδια πηχτά την έφερα γραμμή  στην ξώπορτα του αφεντικού μου. Αφού έβγαλα τα σκουπίδια και τα σκόρπισα τριγύρω εν είδει ντεκόρ, ξάπλωσα τη κούκλα κατά μήκος της σιδερένιας κάσας και κατεβάζοντας το σκέπασμα μαλακά μην και φανερωθώ, με κατάπιαν ολοσούμπιτο, τα ερέβη τα φιλέκδικα .

Την άλλη μέρα σαν αστραπή διαδόθηκε το νέο, πώς πουρνό-πουρνό ο σκουπιδιάρης μας είχε υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και πώς τον έστειλαν ταχιά με το παπόρο στον Περαία να γιατροπορευτεί  Τζάνειο μεριά.

«Ήθελα να ξέρω ποιος κακοηθέστατος έκαμε τέτοιας λογής φάρσα; Αν τον πιάσω θα του γαμήσω το κέρατο.»

Ο Λούης είχε γίνει έξαλλος με το γεγονός. Άσε που η γυναίκα του σκουπιδιάρη απειλούσε θεούς και δαίμονες με αγωγές και αποζημιώσεις βαρβάτες… Δεν ήμουν όμως κάνα παιδαρέλι τόσο εύκολο να μου σβήσει η καΐλα τόσο ταχιά . Η εκδίκηση μου, ήθελα να έχει βάθος αμέτρητο και διάρκεια αν γινόταν αιώνια.

Μια από τις επόμενες ημέρες, ο κυρ-Λούης μου μήνυσε πώς έπρεπε να ανέβει μετά το γιόμα στη Χώρα με το τοπικό, για δουλειά του. Καθώς ψιθυριζόταν στο Γιαλό, μια χήρα βαρβάτη γυρόφερνε ο γρουσούζης ο αφεντικός μου καιρό τώρα και ήταν το πράμα στα τελειώματα, προς συνουσία για να ακριβολογούμε.

Άλλο που δεν ήθελα. Έτσι θα είχα όλο τον χρόνο μπροστά μου να θέσω σε εφαρμογή ένα νέο μου σχέδιο που αυτή τη φορά ξεπερνούσε από μονάχο του και αυτόν το δημιουργό του σε εφευρετικότητα.

Σαν νύχτωσε για τα καλά και έκοψε η κίνηση στην αγορά, κλειδώνοντας από μέσα το μαγαζί, χώθηκα βιαστικά πίσω από το παραβάν. Κατέβασα μια κάσα από το σωρό, την έστησα ορθή στο τοίχο και βάζοντας ένα χοντρό πανί μπροστά, ξεχεριάστηκα να κοπανώ τα εσωτερικά της με ένα ξυλόσφυρο σουφρωμένο από το ξυλουργείο του Απόστολου, μέχρι που ήρθε και λάσκαρε ο πάτος μεριές-μεριές. Αυτή λοιπόν τη παραλυμένη ψαροκασέλα πήγα και την μόστραρα βιτρίνα, τάχαμου έτοιμη προς χρήση.

Μια βδομάδα αργότερα, αναλάβαμε την κηδεία της μητέρας του Κοινοτάρχη που ψοφολόγησε άξαφνα στο χαλέ, εις το αναγκαίο απάνω.

Όλος ο Γιαλός είχε μαζωχτεί ομπρός από το σπίτι της αποθαμένης και περίμενε ανυπόμονα την έξοδο της. Έφτασε η ώρα να την ασηκώσουμε. Ο Λούης στα μέσα και στα όξω έδινε εντολές στους νεκροπομπούς πώς να περάσουν την πόρτα δίχως να τραυματίσουν το φέρετρο και κάτι τέτοια της δουλειάς μασκαριλίκια.

Αρχινήσανε να ξεμπουκάρουν από την εξώθυρα, πρώτα ο σταυρός που κρατούσε αδέξια σα παλαμίδα ζωντανή ο Ψαρονίκος το παιδαρέλι της τράτας, κατόπιν ένας ανεψιός της γριάς με το καπάκι στραβά στα χέρια για να βλέπει ομπρός του μην και σκουντουφλήσει πουθενά και φάει τα μούτρα του ο άνθρωπος, η γριά πελιδνή μες το νεκροσέντουκο της, ξοπίσω οι τουρλωτοί σκεμπέδες των παπάδων και με τον λαό τελευταίο να ακολουθάει προβαταριό, κινήσανε  ούλοι αντάμα για την εκκλησιά του κάβου. Ο Κοινοτάρχης χαμογελαστός μοίραζε χαιρετούρες, αλησμονώντας προς στιγμήν ότι επρόκειτο για την κηδεία της μάνας του. Περισσότερο σε προεκλογική συγκέντρωση έφερνε το πράγμα. Ξάφνου, εκεί που η κάσα έστριβε για την τελευταία ευθεία προς τα σκαλιά της εκκλησίας, ένας γδούπος ακούστηκε απαίσιος και η αποθαμένη χύθηκε στη καυτή άσφαλτο σα παλιό σκρίνιο που το πετάν από τον δεύτερο στον ακάλυπτο να το πάρει ο γύφτος. Και διπλώθηκε εκεί δα, με το κεντητό μαξιλαράκι δίπλα στο στραβολαιμιασμένο της κεφάλι και τα λουλουδάκια σκορπισμένα ολόγυρα της σα να ΄χε περάσει προ ολίγου ο Επιτάφιος κι ας ήταν σχεδόν Δεκαπενταύγουστος. Όλοι μνέσκανε μαργωμένοι, προπάντων οι νεκροπομποί που έχοντας απομείνει με το πλαίσιο της κάσας στους ώμους έξαφνα αλαφρωμένοι, δεν έλεγαν να το αποθέσουν κατά γης, παρά στέκονταν ακούνητοι λες και κάπου εκεί κοντά μια μπάντα αόρατη παιάνιζε τον  Εθνικό Ύμνο. Οι πιο θαρραλέοι μια κοίταζαν την αποθαμένη, μια τον Λούη που είχε μπλαβίσει από το κακό του.

« Γαμώ τον Αντίχριστο σου Σπουργίτη», γκάριξε ο Κοινοτάρχης και βάλθηκε γονατίζοντας να ισώνει τη μάνα του απηυδισμένος σφόδρα. Ο Λούης του ΄γνεψε απελπισμένα.

Τον είδαν τότε να φεύγει τρεχάλα προς τη κατεύθυνση του ευαγούς ιδρύματος για  να φέρει ασθμαίνων κάμποση ώρα  μετά σέρνοντας  πάνω σε ένα καρότσι, μια κάσα φρέσκια, του κουτιού που λένε. Έπιασε τη γριά σαν αρνί, σβέρκο-πόδια, την στρίμωξε στο μαύρο κουτί και την τακτοποίησε όπως- όπως στολίζοντας την με τα σκορπισμένα στο δρόμο λουλουδάκια. Μέσα στο γενικό σούσουρο και τις βλαστήμιες του Κοινοτάρχη, η εκλιπούσα οδηγήθηκε επιτέλους στη εκκλησιά δίχως αυτή τη φορά, άλλα απρόοπτα.

Την επομένη το πρωί, οι λιγοστοί διαβάτες που έτυχε να περνούν εμπρός από το κατάστημα του Λούη, το βρήκαν να χάσκει αδειανό. Η μωβ του κουρτίνα ξεσκισμένη και ποδοπατημένη ως φαίνεται από κάποιον πολλά θυμωμένο, ήταν ριγμένη στο πάτωμα σωστό σφουγγαρόπανο.

Ο Λούης από τη μέρα εκείνη εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Κάποιοι είπαν πώς πήγε στης αδελφής του, στου Γκύζη.

Λίγους μήνες μετά, ο κουριέρης της Χώρας παρέδωσε εις χείρας της χήρας κυρά- Θεώνης, με την οποία ο Λούης διατηρούσε τελευταία κάποιου είδους στενές σχέσεις, μιαν επιστολή όπου της έγραφε:

«Θεώνη μου,

Σας ελησμόνησα παντελώς και άπαντες. Λούη δε ματαβλέπετε ότι πολύ τον κατατρέξατε τον άνθρωπο και αδίκως
Καλή αντάμωση στην άλλη ζωή. Έτερον ουδέν.
 Λούης».

Όσο για μένα τον δόλιο, ακόμα τριγυρίζω άνεργος τα καρνάγια μα με τη απόγευση του γδικιωμού πάντα μέλι γλυκιά στο στόμα.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015


             ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΚΑΛΛΙΘΕΑ
 
  «Ξέρεις ποιο είναι το σημαντικότερο στη ζωή πράγμα, αξιαγάπητη μου συμβία; Τι βαβίζεις εκεί πέρα; Τι στο διάβολο τσαμπουνάς; Δεν ξέρεις; Θα στο πω εγώ που ξέρω καλά. Έπρεπε βλέπεις να ζήσω σχεδόν έναν αιώνα σε τούτο τον κάλπικο ντουνιά για να το εννοήσω.
Να μπορείς με ίδιες δυνάμεις να παγαίνεις στον απόπατο για το αναγκαίο. Αυτό μόνο. Όλα τα άλλα  πολυτέλειες και υπερβολές. Η ευτυχία συνίσταται ακριβώς στο απλό γεγονός του να μην είσαι αναγκασμένος να τα φτιάνεις απάνω σου».

 Ο ηλικιωμένος Ποιητής που είχε να σταυρώσει στίχο  εικοσαετία και βάλε, μιλούσε στη σύζυγο του μια γυναικούλα αρκετά ταλαιπωρημένη, περί ανέμων και υδάτων.
Το συνήθιζε τελευταία μετά το εγκεφαλικό. Άρχιζε να μονολογεί περί τo μεσονύχτι για να φρενάρει για συμβολικούς λόγους περισσότερο παρά από κόπωση, λίγο πριν ξημερώσει και πάλι ο Θεός τη μέρα του. Την είχαν προειδοποιήσει  σχετικώς από το νοσοκομείο:
«Κυρούλα μου, ευτυχώς κουσούρια μεγάλα, εκτός από ένα ελαφρύ ψεύδισμα, δεν δείχνει να του άφησε ο θρόμβος, μα μια αλλοίωση της προσωπικότητας του, θα την υποστείς όπως και να έχει το πράγμα. Ίσως καταστεί λιγουλάκι βίαιος, πολυλογάς ίσως, πιθανόν πάλι να παρατηρήσεις μια ερωτική ασυδοσία εκ μέρους του, αλλά τι να γίνει; Απότοκα της ασθένειας του όλα τούτα και την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη, πρέπει να τα ανέχεσαι, πάντα στο μέτρο του δυνατού, χωρίς να του παγαίνεις και πολύ κόντρα».

 Τώρα ξαπλωμένη πλάι του, στο στενό συζυγικό κρεβάτι, καταριόταν από μέσα της τον ωτορινολαρυγγολόγο του ΙΚΑ, που ΄χε εντέλει καταφέρει να τις ξεβουλώσει τα τύμπανα, εφαρμόζοντας συνεχείς και επίπονες πλύσεις.
Συνέχιζε το παραλήρημα  απτόητος ο Ποιητής.
« Στα ανωτέρω, καλή μου συμβία, θα προσέθετα και την εκπλήρωση των συζυγικών καθηκόντων μου, αν κι εφόσον δεν με αντιμετώπιζες ως μίασμα. Το ότι είμαι πια μιας κάποιας ηλικίας, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι έπαψα να υφίσταμαι ως άνδρας και η σάρξ μου να επιζητεί διαρκώς τα νόμιμα. Πάλι παριστάνεις τον ψόφιο κοριό;
Βέβαια, αγαπητή μου, ότι δεν μας συμφέρει το παίρνει ο αγέρας. Αλλά ας είναι κι έτσι. Πείρα έχω της ζωής στερεά και των δυσκολιών που ενίοτε προκύπτουν. Προετοιμασμένος είμαι και δια το μοιραίον ακόμη. Τι να κάνουμε άλλωστε; Οι άνθρωποι βλέπεις γεννιόνται και πεθαίνουν χωριστά. Θα ήταν μάλλον αναισχυντία εκ μέρους μου να ζητήσω κάποιου είδους συμπόρευση… Η θα έπρεπε; Σε ρωτώ; Γιατί δεν καταδέχεσαι να μου απαντήσεις;»
 Ψυχανεμισμένη η γριά για τη τροπή που έπαιρνε το πράγμα, σηκώθηκε άρον- άρον από το στρώμα, έριξε πάνω της ένα σκουτί και πήγε να ετοιμάσει το τσάι στη παγωμένη κουζίνα.
Αυτός συνέχισε να μιλάει αυτή τη φορά έχοντας ως ακροατή, τους βλογιοκομμένους τοίχους.
«Μισοριξιά, κάνεις τώρα πώς δεν καταλαβαίνεις. Με αποφεύγεις λες κι έχω  τη λέπρα του Ιώβ απάνω μου. Ένα παλιόφαγο όλο κι όλο φτιάχνεις και μετά εξαφανίζεσαι τάχαμου για την εκκλησία. Μου έγινες άξαφνα και θρήσκα μπαγαπόντισα. Ανάθεμα σε. Αλλά εγώ γνωρίζω καλά την αιτία. Φεύγεις μόνο και μόνο επειδή βαρέθηκες έναν γέρο που αν και έζησες μαζί του επί εξήντα συναπτά έτη, εύχεσαι τώρα το θάνατο του για να γλυτώσεις μια για πάντα από δαύτον και τη μουρμούρα του. Αν ήταν μπορετό κι από το κρεβάτι θα είχες αποχωρήσει, να κοιμάσαι μοναχή σου.
Ορκίστηκες κάποτε αιώνια πίστη, στα καλά και στα κακά, στην υγεία και την αρρώστια, στη ζωή και το θάνατο. Και τώρα,με την πρώτη αναποδιά, όλα τα απεμπολείς, όλα τα αρνιέσαι, τη γούλα σου κοιτώντας και τον εαυτούλη σου.
Αν είναι γραφτό μου να πεθάνω λυκόπιασμα, ένας τέτοιος θάνατος δεν μου αξίζει ποσώς. Να σβήσω ναι, αλλά όταν το θέλησω ελόγου μου, με αξιοπρέπεια κι όχι πάνω σε ένα κατουρημένο στρώμα. Σαν άνδρας να αφήσω τη σκηνή του κόσμου και όχι σαν κανά κλαψάρικο, φασκιωμένο τη πάνα του.
Κι από πάνω η κακία σου. Αυτή η απέραντη κακία που τρέφετε όλες οι γυναίκες της Οικουμένης για τους άντρες σας. Άμποτες να κατανοήσω, ποια καταραμένη ενόραση σας σπρώχνει, λίγες ώρες πριν από τη τελευτή μας να βάφετε το μαλλί κορακάτο για να σταθείτε φρέσκες και ευπαρουσίαστες στη κηδεία; Και τι λόγια ξεστομίζετε μπροστά στο χαίνοντα τάφο, σαν μας βυθίζουν οι νεκροθάφτες στα χώματα, με αυτό το απερίγραπτο -αφήστε με να πάω μαζί του-.
Εμπρός εσχατόγρια, γκρεμοτσακίσου και ελόγου σου στο όρυγμα σαν το λέει η περδικούλα σου και μην απλά το διαλαλείς, να σε ακούει ο κοσμάκης να λέγει πόσο τον αγαπούσε η δόλια τον μακαρίτη. Κάμε πράξη το λοιπόν τα λόγια σου και φανού συνεπής για μια και μόνη φορά στη ζωή σου».

 Εκείνη έφυγε σαν τη κάθε μέρα για την εκκλησία. Θα έκανε ώρες να επιστρέψει. Το σπίτι ολάκερο έμενε στη διάθεση του.

Σηκώθηκε ο Ποιητής από το κρεβάτι και πρώτη του δουλειά να πάρει την εφημερίδα. Ξεφυλλίζοντας την με επιμέλεια, ανακάλυψε γοργά στις πίσω σελίδες αυτό που γύρευε. Αστραποβόλησε το μάτι του.
Έσυρε τα βήματα του στο λουτρό ανοίγοντας δρόμο με τη βακτηρία σαν σε ζούγκλα πυκνή.
Λούστηκε, ξυρίστηκε, χτενίστηκε. Αργά, τελετουργικά, σαν Αρχαίος Σπαρτιάτης λίγο πριν από τη κρίσιμη  μάχη.
Άνοιξε κατόπιν τη ντουλάπα και διάλεξε το μαύρο κουστούμι από εγγλέζικο κασμήρι που ‘χε ραμμένο χρόνια πριν στον Αγησίλαο, τον αγαπημένο του ράφτη.
Ντύθηκε στη πένα. Καθαρό πουκάμισο με χρυσά μανικετόκουμπα, γραβάτα αγορασμένη από τον «Παγώνη», πατούμενο τσίλικο του κουτιού να φυσάει. Τέλος με αργές, ήρεμες κινήσεις, πήρε το πορτοφόλι του από το συρτάρι, το τοποθέτησε προσεχτικά στη εσωτερική τσέπη του σακακιού και ρίχνοντας μια στερνή όλο περιφρόνηση ματιά στο ακατάστατο σπίτι, άνοιξε την εξώπορτα.

 Μια ώρα αργότερα, χωμένος σε μια όζουσα ψάρι τηγανητό πολυκατοικία, κάπου στη Καλλιθέα, χτυπούσε το κουδούνι ενός διαμερίσματος του τρίτου, που η ακαλαίσθητη επιγραφή πάνω στη πόρτα του, πληροφορούσε τους ενδιαφερόμενους  ότι εντός και μάλιστα υπό νέα διεύθυνση, λειτουργούσε «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΛΛΟΝΗΣ».

 Την άλλη μέρα κατά το μεσημεράκι, ο  ιατροδικαστής βάρδιας έχοντας ξεμπερδέψει με την τελευταία νεκροψία-νεκροτομή συνέτασσε στο γραφείο του τα πορίσματα, ρίχνοντας που και που γρήγορες ματιές στις σημειώσεις.
Προς την έξοδο του νεκροτομείου, ένας υπάλληλος  γραφείου κηδειών καθισμένος στο κότσι σινιάριζε  μέσα στο ακουμπισμένο καταγής φέρετρο, το πτώμα ενός ηλικιωμένου άνδρα, τοποθετώντας του ολόγυρα μπαγιάτικο λουλουδικό.
Εκείνη τη στιγμή έτυχε να διαβαίνει η Σοφία η καθαρίστρια, μια καλοβαλμένη μα άτυχη πολύ πενηντάρα που πήγαινε να ξεπλύνει σαν κάθε μέρα τα μάρμαρα από τα αίματα.
Με τον κανθό του ματιού της τήραξε το πεθαμένο.
« Αλάργα Σοφούλα από τούτονε το γέροντα σαν θέλεις τη παρθενιά σου ακέραιη για το γαμπρό», της σφύριξε τσαχπίνικα ο θεομπαίχτης, για να εισπράξει ένα της θλιμμένο χαμόγελο, έμπυο από χρόνια εγκαρτέρηση.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015


        Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡH

Τέσσερα ολάκερα χρόνια απολυμένος από την Εταιρία. Πώς το είχα αντέξει; Τέσσερα χρόνια στη γύρα, να οργώνω τους δρόμους της Αθήνας ζητιανεύοντας για ένα μεροκάματο. Ψευτοδούλευα βέβαια κατά διαστήματα εδώ και εκεί, πότε για ένα τρίμηνο, πότε για ένα εξάμηνο μα το τέλος ερχόταν γρήγορο και πάντα καρμπόν. Ξανά μανά απόλυση.

Είχα απαυδήσει από την ζωή μου, τη γυναίκα μου, το παιδί μου. Ένα βήμα με χώριζε πια από τη μοίρα του Ιούδα, όταν τύχη αγαθή η κυβέρνηση Μητσοτάκη που ταλάνιζε τον τόπο τρεις ατέλειωτους χειμώνες, κατέρρευσε εν μία νυχτί. Προκηρύχτηκαν εκλογές.

Οκτώβρη γενήκανε, Δεκέμβρη  είκοσι τέσσερις διώξανε τους Δεξιούς από την Εταιρία κακήν κακώς, αρχές Γενάρη με κομματικές λίστες που  κάποιοι  προνοητικοί είχαν καταρτίσει κρυφά μήνες πριν, επιστρέψαμε τροπαιοφόροι αγωνιστές στη οδό Δραγατσανίου, έδρα του Ομίλου.

Στην Εταιρία είχα εργαστεί συνολικά δέκα χρόνια, βαλμένος από τον πατέρα μου που σαν ανώτερος υπάλληλος  είχε ένα δικαίωμα παραπάνω να βολέψει το παιδί του, μα ένεκα τα πολιτικά και τον πατέρα μου είχα ρεζιλέψει στα μάτια της Διοίκησης και τον εαυτό μου είχα χαντακώσει όντας μια ζωή κατώτερος υπάλληλος και ευτυχώς να λέμε δηλαδή, γιατί δίχως την άνωθεν προστασία του γέρου μου άωρο θα με είχαν ξαποστείλει οι ιθύνοντες, στο διάολο κι ακόμα πάρα πέρα.

Πάντως αυτό που φοβόμουν δεν το γλύτωσα τελικά. Σεπτέμβρη του 90 η Εταιρία μπήκε σε καθεστώς εκκαθάρισης εν λειτουργεία και όλοι οι Πασόκοι εμού συμπεριλαμβανομένου, την φάγανε στο κώλο και όχι απλώς είδανε την τρύπα τους που λέγει ο λαός, αλλά και να εισέρχεται εντός αυτής και μέγας ψώλος.

 Αλλά τώρα, είχε πια φτάσει επιτέλους η γλυκιά στιγμή της εκδίκησης.

Πρώτη μέρα στη δουλειά, περάσαμε από τα Κεντρικά να πάρουμε οδηγίες από τα κομματόσκυλα, που  αφού μας αφιόνισαν δεόντως, μας αφήκαν λυτούς να τραβήξουμε για τα πόστα μας στα εργοστάσια.

Εγώ μαζί με τον Σωτήρη, συνάδελφο από τα παλιά, συνδικαλιστή της ΠΑΣΚΕ και εξέχον μέλος της Τριανδρίας όπου συνέταξε τις λίστες με τις προγραφές των Δεξιών, πήραμε το δρόμο για το εργοστάσιο της Βαρυμπόμπης όπου και παλαιότερα εργαζόμασταν ως τσεκαριστές.

 «Μαλάκα συνάδελφε», άρχισε το ψιλό λακριντί ο Σωτήρης, «ξέρεις ποιον έχουνε ακόμα διευθυντή στη Βαρυμπόμπη; Αυτό το κάθαρμα, τον Νεάκο. Το ακούς καριόλη μου, αυτόν τον κωλοδεξιό που όταν μας διώξανε, άνοιγε σαμπάνιες στα γραφεία και χασκογέλαγε με τις γκόμενες. Τι αγώνα έδωσα να τον φάω λάχανο, δεν λέγεται. Μα τίποτα δεν γίνεται, μου μήνυσαν οι δικοί μας από το κόμμα. Κάποιο δόντι γερό έχει ο πούστης και δεν τον κουνάει κανένας.

Περίμενε όμως να φτάσουμε στη Βαρυμπόμπη και θα δεις τι θα του κάνω του αρχιδιού, του μινάρα. Θα τον λιανίσω τον άτιμο, τα άντερα όξω θα του τα βγάλω, να του τα δώσω να τα φάει κοκορέτσι.
Τέσσερα χρονάκια ρε κολλητάρι. Τέσσερα χρονάκια, γαμήθηκα στη κυριολεξία. Με χώρισε η γυναίκα μου, διαλύθηκε το σπίτι μου, με προσέχεις; Είχαν δώσει τα κωλόπαιδα της Φρειδερίκης γραμμή στη πιάτσα και δεν μας έπαιρνε κανείς εμάς τους συνδικαλιστές, ούτε για τα σκουπίδια. Τέτοιες χαμούρες.

Αλλά τώρα ήρθε η ώρα να τους πηδήξω πατόκορφα. Και ξέρεις ποιόν θα πηδήξω πρώτο πρώτο; Στεγνά χωρίς σάλιο και θα το ευχαριστηθώ μάλιστα. Αυτόν τον αχρείο τον Νεάκο, την ποντικομαμή.»

Είχαμε φτάσει στο ηλεκτρικό σταθμό της Κηφισιάς και πήραμε ταξί. Ένα τέταρτο αργότερα περνούσαμε τις πύλες του εργοστασίου.

Ο Σωτηράκης το χαβά του…

«Κοίτα χαμηλοκώλη, μην και με συγκρατήσεις. Εσύ θα την πληρώσεις στο τέλος, να το ξέρεις. Μόνο θα βλέπεις και δεν θα βγάζεις άχνα. Το τι έχω να του σούρω αυτού του σουρουκλεμέ δεν λέγεται. Γαμώ το σπίτι του μέσα…»

Τα είχα χρειαστεί για τα καλά. Στο ασανσέρ για τον δεύτερο, προσπάθησα να του βάλω λίγο πάγο μπας και ηρεμήσει.

«Άσε ρε Σωτηράκη τις μαλακίες. Κάτσε στα αυγά σου. Τώρα που βρήκαμε ένα μεροκάματο και έχουμε μια ελπίδα να φτιάξουμε πάλι τη ζωή μας από την αρχή, μην κάνεις τα πράγματα πιο δύσκολα. Πρόσεξε ρε φιλαράκο γιατί θα φας πάλι κάνα φύσημα  και δεν θα ξέρεις πούθε πατάς και πούθε βρίσκεσαι. Μην ανακατώνεις τα πράγματα. Για ότι κακό έχει κάνει ο καθείς άσε να το κρίνει ο θεός.»

Ο Σωτηράκης συνέχιζε ανένδοτος, φωτιά και λαύρα, βάζοντας τα τώρα και μαζί μου.

«Ρε πούστη μου, άντρας  είσαι εσύ; Φοράς και παντελόνια, πανάθεμα σε. Σαπίλα είσαι ρε, χέστης του κερατά. Πάς ρε να τον βγάλεις λάδι τον σκατάνθρωπο; Να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα;  Βάλε το στο κουφιοκέφαλο σου καλά. Ήρθε η ώρα να πλερώσει ακριβά και ούτε ο θεός ο ίδιος δεν τον γλυτώνει από τα χέρια μου.»

Βγήκαμε από το ασανσέρ και προχωρήσαμε προς το γραφείο του Διευθυντή.
Μέσα  στο γυάλινο κλουβί του ο Νεάκος αλώβητος από τον χρόνο, με το ίδιο πάντα απαίσιο μουστάκι και την κατάστικτη ελιές καράφλα,  μουτζούρωνε κάτι χαρτιά αμέριμνος.

Άφησα τον Σωτήρη να προπορεύεται και προετοιμάστηκα για τα χειρότερα. Δεν ήθελα να μπλέξω σε τέτοιες καταστάσεις. Αρκετά είχα τραβήξει και ελόγου μου, τόσα χρόνια με τις εντάσεις των κομματικών και τα ρέστα.

Ο Σωτήρης θηρίο μονάχο, έδωσε μια και άνοιξε την πόρτα του γραφείου, αγριεμένος.
Ο Νεάκος σηκώθηκε από την δερμάτινη πολυθρόνα και χαμογελώντας του πλατιά του μίλησε…

«Καλώς τον φίλο μου τον Σωτηράκη. Χρόνια και ζαμάνια βρε ψυχή…»

Και τότες έγινα μάρτυρας της μεταμόρφωσης του Σωτηράκη, που κατεβάζοντας το βλέμμα αιδημόνως, του είπε με γλώσσα που έσταζε μέλι Υμηττού…»

«Καλώς σας βρίσκω και πάλι κύριε Νεάκο… Σαν να μην πέρασε μια μέρα… Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω, μα περισσότερο χαίρομαι που θα σας ξαναέχω προϊστάμενο μου…»

 Και έπεσε στη αγκαλιά του κλαίγοντας σα μικρό παιδί…