ΤΟ ΞΕΠΑΤΩΜΑ
«Πάρε στη δούλεψη σου τον
Αυγουστή μου μωρέ Λούη, να του μάθεις και τη τέχνη. Άδικο από το Θεό, ντερέκι ίσαμε
κει πάνω, να κάθεται να ξεροσταλιάζει στις ρούγες άπραγο, σαν το σπίτι του
υποφέρει και για τα αναγκαία ακόμη. Ψυχικό θα κάμεις και χάρη θα σου χρεωστώ
μεγάλη.»
Μπάνικη η μάνα μου και
μαλαγάνα πρώτη, τον έριξε στο καναβάτσο τον κυρ-Λούη πριν προλάβει να πει
κύμινο. Και έτσι, χάρις στη καπατσοσύνη της γριάς μου και τη μουρντάρικη
φιλευσπλαχνία του κυρ-Σπουργίτη, μπήκα στη διάτα του, δεκαπέντε χρονών παιδί,
άμαθο ντιπ από τα κασσαβέτια και τα
ντέρτια της βιοπάλης.
Ο Λούης στη πραγματικότητα
ονομαζόταν Ζαρίκος. Σπουργίτη, τον φώναζαν οι συντοπίτες του στη μικρή
παραθαλάσσια πολίχνη, για να τον κογιονάρουν κομμάτι αλλά και για να τηρούν
ζωντανό το έθιμο του νησιού όπου ήθελε να δίνονται παρατσούκλια ως και στους
σκύλους ακόμα. Κάποιος γραμματιζούμενος διαβάζοντας κάποτε σε ένα βιβλίο
σχετικό, πως οι Αρχαίοι πίστευαν ότι τα σπουργίτια σέρνουν το άρμα της θεάς
Αφροδίτης, βρήκε ότι ταίριαζε γάντι στο Λούη λόγω της άστατης ερωτικής του
φύσης και του το κόλλησε.
Ιδιοκτήτης του
πεθαμενατζίδικου «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΡΟΝΤΙΣ» με έδρα και κατάστημα παρά θιν αλός,
εξυπηρετούσε το Γιαλό και τα γύρω χωριά, μα φορές-φορές η χάρη του έφτανε ως
και τη Χώρα ακόμη, προκαλώντας την μήνιν του Γιαννούλη, του ετέρου τελετάρχη
που σαν πιο παλιός στη πιάτσα ήθελε να έχει αυτός το γενικό πρόσταγμα για τους
αποθαμένους του νησιού. Αλλά ο Λούης ήταν δύναμη και τέτοιας λογής καμώματα από
τον ανταγωνιστή του ουδόλως τον πτοούσαν.
«Καθείς και η τύχη του»,
συνήθιζε να λέει και τα σκορδάκια του ήταν ανοιγμένα για μεγάλες δουλειές.
Το κατάστημα του στο Γιαλό,
-παλιό ψαράδικο που με τις κατάλληλες τροποποιήσεις είχε καταφέρει να το
μεταμορφώσει σε μια αξιοπρεπή για τα τοπικά δεδομένα επαγγελματική στέγη,- δεν
ήταν δα και κατιτίς το σπουδαίο. Μια μωβ κουρτίνα όλη κι όλη τραβηγμένη ωσάν
αυλαία θεάτρου, χώριζε το μαγαζί στα δύο. Πίσω από αυτό λοιπόν το πένθιμο
παραπέτασμα όπου λάμβανε χώρα και η προετοιμασία των συγχωρεμένων, πυργωνόταν μια
ντάνα από πέντε-έξη κάσες, πλαισιωμένη κάτι επίχρυσα μανουάλια, ένα βάθρο και
έτερα συμπράγκαλα της τέχνης του, ενώ το μπροστινό μέρος της επιχείρησης
καταλάμβανε ένα γραφείο από μαόνι τόσο ογκώδες που δεν άφηνε χώρο μήτε για δεύτερη καρέκλα. Aπό την πρώτη κιόλας στιγμή
που πάτησα το πόδι μου αυτού μέσα, ο Λούης, ρητά και κατηγορηματικά μου
απαγόρευσε ακόμα και να σκεφθώ να καθίσω πίσω από αυτό το γραφείο.
«Κακομοίρη μου, μην
τύχει ποτέ και σε πετύχω να στρογγυλοκάθεσαι στο γραφείο, να χεις τα μπογαλάκια
σου έτοιμα να γυρίσεις στη μάνα σου», απείλησε.
«Γιατί κυρ-Λούη μου»,
τόλμησα να αντιτάξω…
«Βρε ζωντόβολο… Καθώς
στην εκκλησιά στο παντοκρατορικό θρόνο στέκει μόνον ο Μητροπολίτης και στη
τιμονιέρα του καματερού ο καπιτάνος, έτσι και εντός του ευαγούς τούτου
ιδρύματος»- έτσι ονομάτιζε το κασάδικο <<ευαγές ίδρυμα>>,- «ο μόνος
ο οποίος του επιτρέπεται να κορδώνεται πίσω από τούτο το γραφείο είμαι εγώ και
μόνον εγώ, ο διευθύνων νους της επιχειρήσεως και όχι το κάθε ψυχοπαίδι του
κερατά σαν και την αφεντιά σου, να πούμε.»
Με δικό μου το λοιπόν έξοδο
πήγα στον Απόστολο τον ξυλουργό που του φτιάνε και τις πανάθλιες κάσσες και
ζήτησα να μου ετοιμάσει ένα σκαμνάκι το οποίο και έστησα σε μια γωνία του
ιδρύματος. Από τότες, που με έβρισκες που με έχανες, περνούσα τις ώρες μου,
κολλημένος πάνω του φιλί-κλειδί.
Αυτός ο Λούης το
αφεντικό μου, ήταν πολύ ιδιότροπος άνθρωπος. Ήθελε πάντοτε να έχει τον πρώτο
και τον τελευταίο λόγο επί παντός επιστητού, πόσο μάλλον, πάνω στο αντικείμενο της
δουλειάς του. Ουδείς τολμούσε ποτές να του φέρει αντίρρηση, είτε παπάς, είτε
διάκος, είτε ο αποθαμένος ο ίδιος. Είχε κατά πώς λέμε το κουμάντο που όλοι
όφειλαν να ακολουθούν, κρατώντας ότι αντιρρήσεις είχε ο καθείς βαθειά μέσα του
μην τύχει και τις αυτιαστεί ο κυρ-Λούης, γιατί τότες, γράψε αλλοίμονο με τις
απρόβλεπτες του αντιδράσεις.
«Αυτή η κάσα ταιριάζει
στον αποθαμένο. Πάει και τέλειωσε. Μαύρη να είναι ασορτί και με το κολόρε του...
Μην το παιδεύουμε άλλο. Απεφασίσθη.
Η κηδεία θα γίνει
οπωσδήποτε με κλειστό φέρετρο. Πώς στην οργή να τον μοστράρουμε τούτον τον
ασίκη; Είναι να τρομάζουμε τον κοσμάκη, χρονιάρες μέρες;…»
Με κουβέντες νέτες και
σταράτες, είχε καταντήσει σκληρό κατεστημένο. Προς προσωπική του δε διαφήμιση
είχε σκαρώσει και κάτι ποιηματάκια που εντέχνως τα διέδιδε στα πέριξ για
ρεκλάμα:
«Φτάνει του Λούη ένα
μεροκάματο,
για να σας στείλει
αξιοπρεπείς στο θάνατο.»
«Δώσε του Λούη μια
ευκαιρία,
φίνα να σου κάνει τη
κηδεία.»
Μια μέρα δεν άντεξα στο
πειρασμό. Είχα και εγώ τη Μούσα μου. Έγραψα το λοιπόν σε ένα κομμάτι χαρτί κάτι
στιχάκια και μαύρα μεσάνυχτα το κόλλησα στη βιτρίνα του μαγαζιού με ζελοτέιπ:
«Λίγο γράσο και μια
τάπα,
φτάνουνε για κάθε μάπα
που αναλαμβάνει ο
Λούης.
Είμαι εντός κι αν
θέλεις κρούεις…»
Την άλλη μέρα το πρωί,
γέλασε όλος ο Γιαλός και ο κάθε πικραμένος.
Ο κυρ- Λούης σαφώς και
δεν ήταν τυχαίος. Είχε πάρει τη δουλειά μάλιστα, πολύ στα σοβαρά. Επιμελείτο προσωπικά τον νεκρό από την πρώτη κιόλας στιγμή.
Καλά-καλά δεν είχε κλείσει ο μακαρίτης τα ματάκια του και νάσου ο Λούης έτοιμος
να τον στουμπώσει, να τον αποπλύνει με κρασί, να τον πασαλείψει νάρδους και
αρώματα, να του περάσει σάβανο και να πράξει ότι τέλος πάντων είναι
ενδεικνυόμενο σε τέτοιες περιστάσεις και επιτάσσει το ιερό καθήκον προς τον
εκλιπόντα συνάνθρωπο.
«Αυγουστή» χτυπιόταν:. «Βοήθα
με ρε βλακόμετρο να τουμπάρουμε τον κυρ-Λάμπη. Τούρλωσε του τον καλά. Πάρε τη
μαγκούρα. Ναι ρε τη μαγκούρα. Τι με κοιτάς σα χάνος; Πώς αλλιώς διάολε; Χρεία να
του τη στουμπώσουμε με κουρελάκια και μπαμπάκι, μην του χυθούν τα άντερα όξω και
βρωμοκοπήσει το σύμπαν και τον σιχαθούνε και οι δικοί του ακόμα. Σπρώξε ρε, τι
σκιάζεσαι; Δεν δαγκάνουν οι πεθαμένοι…
Βρε ζωντόβολο, απόπλυνε
του γερά τα ποδάρια. Δεν βλέπεις την κασίδα πόχει κάμει μακαρόνι;…
Χτένα τον ρε κέρατο
προς τη καράφλα, όχι αντιθέτως. Να δείξουμε μιαν ωραία εικόνα, ένα πανόραμα. Αυτός
είναι ο σκοπός μας και γι αυτό μαθές πλερονόμαστε. Τι διάβολο, μήτε τη χτένα
δεν σου μαθε αυτή η καταραμένη η μάνα σου;…
Σταύρωσε του τα χεράκια.
Το ένα πα στο άλλο. Σαν να βρίσκεται στην εκκλησιά και μολογάει ο παπάς το Βαγγέλιο.
Όχι έτσι βρε λυκοφαωμένο. Αλλιώς, το δεξί από πάνου…»
Τραβούσε το λοιπόν
ετσιδά η μέρα μου, μέσα στη βρισιά, τη λοιδορία και την καταφρόνια. Κάργα
υποτίμηση και με το καντάρι να πέφτει η
καρπαζιά στο σβερκί μου.
Έπιασα τη μάνα μου:
«Για να δουλέψω με
έστειλες κυρά μάνα μου στον Σπουργίτη, η για πελάτη…»
Μέχρι που ήρθε το γλυκό
και έδεσε στη κηδεία του παπά-Λουκά.
Λύθηκε η μωβ κορδέλα με
την οποία του είχα στεριώσει το σαγόνι και ο μακαρίτης άνοιξε το στόμα του μια
σπιθαμή λες και είχε τσακώσει τη Παναγία
να βυζαίνει δίδυμα. Ήρθε και
άφρισε από το κακό του ο Λούης.
«Τι έκαμες εκεί ορέ χαντακωμένο;
Μήτε πώς να δένεις κόμπο κατέχεις; Κορδόνια δεν διαθέτουν τα πατούμενα σου;»
και πριν προλάβω να καλυφτώ, μου άστραψε μια στο πισωκέφαλο που είδα το Χριστό σαλεπιτζή
με το γκιούμι αλαμπρατσέτα.
Εγώ του χα εξηγηθεί από
καιρό τώρα να βάνουμε κόλλα στα δόντια ή να ράβουμε το στόμα αλλά αυτός επέμενε
στα κορδελάκια και τα ρέστα.
«Σύρε να με μάθεις τη
δουλειά μου, βλαμμένο. Κόπιασε πατέρα να σου δείξω το πουτί της μάνας μου. Βρε
συφοριασμένο. Επαγγελματίας άνθρωπος είμαι, όχι σκιτζής και όλα τα θέλω να γίνουνται
με τρόπο παραδοσιακό. Τι κολλήματα και ραψίματα μου τσαμπουνάς εκεί πέρα. Τι με
απέρασες για κοπτοραπτού; Δεν νογάς βρε μούργο ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με
νησιώτες, ειδικού βάρους ανθρώπους; Αν είναι να τους βολεύουμε σαν
πρωτευουσιάνους, ας παγαίνουν να τους κονομάνε στην Αθήνα…»
Έναν Φλεβάρη εκεί όπου
δεν τον περίμενα, αρίβαρε στο μαγαζί απρόοπτα και με τσάκωσε άγρια χαράματα, να
κοιμάμαι του καλού καιρού μέσα σε μια κάσα, έχοντας σκεπαστεί όπως-όπως για να
μη ξεπαγιάσω με κάτι σάβανα που είχα εύρει εύκαιρα.
«Τι κάμεις μωρέ
αλαλιασμένο αυτού μέσα», ούρλιαξε. «Βουρκόλακα... Μου φθείρεις το εμπόρευμα,
γαμώ τη φύτρα σου. Οι κάσες είναι για τους αποθαμένους. Αν θες κρεβάτι, άιντε
τράβα στο σπίτι σου να ψοφολογήσεις και ξεφορτώσου με που μου γενες τσιμπούρι.
Για χάρη της μάνας σου ρε σε κρατώ, αλλιώς θα σε είχα ξαποστείλει στο διάολο και
ακόμα παραπέρα. Ακούτε Χριστιανοί και φρίξατε. Να τεντώνεται στις κάσες και να
τις μολεύει με τη κασίδα του... Βρε χαντακωμένο, στέκεις αλήθεια στα συγκαλά
σου;»
Ο ταλανισμός μου από
τον Σπουργίτη τράβηξε έτσι σχοινί κορδόνι για κάμποσο ακόμα. Εν τω μεταξύ από
τη στεναχώρια μου είχα απομείνει τρία κόκαλα. Αγκούσα μου προκαλούσε και μόνο
με τη παρουσία του ο άνθρωπος. Και τότες έβαλα ομπρός μηχανή να τον γδικηθώ για
τα καλά καθώς του άξιζε.
Κοντοζύγωναν Απόκριες, σαν αναλάβαμε να κηδέψουμε
ένα μπάρμπα που τα τίναξε σε κάποιο χοσπιτάλι στο Αμέρικα.
Ο νεκρός είχε αριβάρει τσιφ
από Νέα Υόρκη μέσα σε ένα βαρύ μεταλλικό, αεροστεγώς σφραγισμένο φέρετρο,
προφανώς για να μην βρωμίσει, παρότι τον είχανε υποτίθεται και μπαλσαμωμένο
καλά στη ξενιτιά. Ο Λούης τον έβγαλε από εκεί σχεδόν πολτό με τα ίδια του τα χεράκια, τον ζούπησε
σε μια φτηνιάρικη κάσσα που τη φυλούσε παράμερα για κανέναν άπορο και κοίταξε
να τον παραχώσει άρον-άρον προς ανακούφιση μεγάλη των συγγενών, που εδώ που τα
λέμε, η μόνη τους έγνοια ήταν στο παραδάκι που ακολούθησε το υδαρό πτώμα λίγο
καιρό αργότερα, σε μορφή άμεσα ρευστοποιήσιμων ομολόγων και ισχυρών μετοχών.
Τι τα γυρεύεις όμως; Το
σιδερένιο φέρετρο, του έμεινε αμανάτι.
Αφού έξυσε την κούτρα
του αρκετές μέρες μέχρι που ήρθε και τη μάτωσε, αναλογιζόμενος τι στην ευχή να κάμει
με το καινούργιο κοσκινάκι, στο τέλος
του κατέβηκε μια ιδέα φαεινή να το στήσει εμπρός από το σπιτικό του στην άκρη
του επαρχιακού δρόμου και να το έχει για σκουπιδοτενεκέ. Έτσι και γένηκε. Και από τότες
ο σκουπιδιάρης ήταν αναγκασμένος να σηκώνει το βαρύ καπάκι και να μαζεύει τις σακούλες με τα
σκουπίδια από το εσωτερικό της μεταλλικής κάσας.
Αυτή η κάσα έγινε εν
ριπή οφθαλμού τουριστικό αξιοθέατο. Δεν υπήρξε περιηγητής που να πάτησε το
ποδάρι του σε εκείνα τα χώματα και να μην θεώρησε ιερή του υποχρέωση να
φωτογραφίσει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, τούτο το πρωτόφαντο.
Αυτό λοιπόν το όγδοο
θάμα, μου μπήκε η ιδέα να χρησιμοποιήσω ως μοχλό εκδίκησης και η ευκαιρία
πράγματι δεν άργησε καθόλου να παρουσιαστεί.
Βρήκα πεταμένη μπροστά
από το κατάστημα Νεωτερισμών “Salon
de Paris”,
μια σπασμένη και καταγδαρμένη πλαγγόνα. Χρόνια την θυμόμουν να διαφημίζει,
φορεμένη το ίδιο πάντα ταγεράκι, την ποικιλία και το παριζιάνικο γούστο που
ημπορούσες να απολαύσεις εν αφθονία, μπουκάροντας στο εν λόγω κατάστημα.
Νύχτα ασέληνη ήταν σα
τη φορτώθηκα και μέσα από σκοτάδια πηχτά την έφερα γραμμή στην ξώπορτα του αφεντικού μου. Αφού έβγαλα τα
σκουπίδια και τα σκόρπισα τριγύρω εν είδει ντεκόρ, ξάπλωσα τη κούκλα κατά μήκος
της σιδερένιας κάσας και κατεβάζοντας το σκέπασμα μαλακά μην και φανερωθώ, με
κατάπιαν ολοσούμπιτο, τα ερέβη τα φιλέκδικα .
Την άλλη μέρα σαν
αστραπή διαδόθηκε το νέο, πώς πουρνό-πουρνό ο σκουπιδιάρης μας είχε υποστεί
έμφραγμα του μυοκαρδίου και πώς τον έστειλαν ταχιά με το παπόρο στον Περαία να
γιατροπορευτεί Τζάνειο μεριά.
«Ήθελα να ξέρω ποιος
κακοηθέστατος έκαμε τέτοιας λογής φάρσα; Αν τον πιάσω θα του γαμήσω το κέρατο.»
Ο Λούης είχε γίνει
έξαλλος με το γεγονός. Άσε που η γυναίκα του σκουπιδιάρη απειλούσε θεούς και
δαίμονες με αγωγές και αποζημιώσεις βαρβάτες… Δεν ήμουν όμως κάνα παιδαρέλι
τόσο εύκολο να μου σβήσει η καΐλα τόσο ταχιά . Η εκδίκηση μου, ήθελα να έχει
βάθος αμέτρητο και διάρκεια αν γινόταν αιώνια.
Μια από τις επόμενες
ημέρες, ο κυρ-Λούης μου μήνυσε πώς έπρεπε να ανέβει μετά το γιόμα στη Χώρα με
το τοπικό, για δουλειά του. Καθώς ψιθυριζόταν στο Γιαλό, μια χήρα βαρβάτη
γυρόφερνε ο γρουσούζης ο αφεντικός μου καιρό τώρα και ήταν το πράμα στα
τελειώματα, προς συνουσία για να ακριβολογούμε.
Άλλο που δεν ήθελα. Έτσι
θα είχα όλο τον χρόνο μπροστά μου να θέσω σε εφαρμογή ένα νέο μου σχέδιο που
αυτή τη φορά ξεπερνούσε από μονάχο του και αυτόν το δημιουργό του σε
εφευρετικότητα.
Σαν νύχτωσε για τα καλά
και έκοψε η κίνηση στην αγορά, κλειδώνοντας από μέσα το μαγαζί, χώθηκα βιαστικά
πίσω από το παραβάν. Κατέβασα μια κάσα από το σωρό, την έστησα ορθή στο τοίχο
και βάζοντας ένα χοντρό πανί μπροστά, ξεχεριάστηκα να κοπανώ τα εσωτερικά της
με ένα ξυλόσφυρο σουφρωμένο από το ξυλουργείο του Απόστολου, μέχρι που ήρθε και
λάσκαρε ο πάτος μεριές-μεριές. Αυτή λοιπόν τη παραλυμένη ψαροκασέλα πήγα και
την μόστραρα βιτρίνα, τάχαμου έτοιμη προς χρήση.
Μια βδομάδα αργότερα,
αναλάβαμε την κηδεία της μητέρας του Κοινοτάρχη που ψοφολόγησε άξαφνα στο χαλέ,
εις το αναγκαίο απάνω.
Όλος ο Γιαλός είχε
μαζωχτεί ομπρός από το σπίτι της αποθαμένης και περίμενε ανυπόμονα την έξοδο
της. Έφτασε η ώρα να την ασηκώσουμε. Ο Λούης στα μέσα και στα όξω έδινε εντολές
στους νεκροπομπούς πώς να περάσουν την πόρτα δίχως να τραυματίσουν το φέρετρο
και κάτι τέτοια της δουλειάς μασκαριλίκια.
Αρχινήσανε να
ξεμπουκάρουν από την εξώθυρα, πρώτα ο σταυρός που κρατούσε αδέξια σα παλαμίδα
ζωντανή ο Ψαρονίκος το παιδαρέλι της τράτας, κατόπιν ένας ανεψιός της γριάς με
το καπάκι στραβά στα χέρια για να βλέπει ομπρός του μην και σκουντουφλήσει
πουθενά και φάει τα μούτρα του ο άνθρωπος, η γριά πελιδνή μες το νεκροσέντουκο
της, ξοπίσω οι τουρλωτοί σκεμπέδες των παπάδων και με τον λαό τελευταίο να
ακολουθάει προβαταριό, κινήσανε ούλοι
αντάμα για την εκκλησιά του κάβου. Ο Κοινοτάρχης χαμογελαστός μοίραζε
χαιρετούρες, αλησμονώντας προς στιγμήν ότι επρόκειτο για την κηδεία της μάνας
του. Περισσότερο σε προεκλογική συγκέντρωση έφερνε το πράγμα. Ξάφνου, εκεί που
η κάσα έστριβε για την τελευταία ευθεία προς τα σκαλιά της εκκλησίας, ένας
γδούπος ακούστηκε απαίσιος και η αποθαμένη χύθηκε στη καυτή άσφαλτο σα παλιό
σκρίνιο που το πετάν από τον δεύτερο στον ακάλυπτο να το πάρει ο γύφτος. Και
διπλώθηκε εκεί δα, με το κεντητό μαξιλαράκι δίπλα στο στραβολαιμιασμένο της
κεφάλι και τα λουλουδάκια σκορπισμένα ολόγυρα της σα να ΄χε περάσει προ ολίγου
ο Επιτάφιος κι ας ήταν σχεδόν Δεκαπενταύγουστος. Όλοι μνέσκανε μαργωμένοι, προπάντων
οι νεκροπομποί που έχοντας απομείνει με το πλαίσιο της κάσας στους ώμους έξαφνα
αλαφρωμένοι, δεν έλεγαν να το αποθέσουν κατά γης, παρά στέκονταν ακούνητοι λες
και κάπου εκεί κοντά μια μπάντα αόρατη παιάνιζε τον Εθνικό Ύμνο. Οι πιο θαρραλέοι μια κοίταζαν
την αποθαμένη, μια τον Λούη που είχε μπλαβίσει από το κακό του.
« Γαμώ τον Αντίχριστο
σου Σπουργίτη», γκάριξε ο Κοινοτάρχης και βάλθηκε γονατίζοντας να ισώνει τη
μάνα του απηυδισμένος σφόδρα. Ο Λούης του ΄γνεψε απελπισμένα.
Τον είδαν τότε να
φεύγει τρεχάλα προς τη κατεύθυνση του ευαγούς ιδρύματος για να φέρει ασθμαίνων κάμποση ώρα μετά σέρνοντας πάνω σε ένα καρότσι, μια κάσα φρέσκια, του
κουτιού που λένε. Έπιασε τη γριά σαν αρνί, σβέρκο-πόδια, την στρίμωξε στο μαύρο
κουτί και την τακτοποίησε όπως- όπως στολίζοντας την με τα σκορπισμένα στο
δρόμο λουλουδάκια. Μέσα στο γενικό σούσουρο και τις βλαστήμιες του Κοινοτάρχη,
η εκλιπούσα οδηγήθηκε επιτέλους στη εκκλησιά δίχως αυτή τη φορά, άλλα απρόοπτα.
Την επομένη το πρωί, οι
λιγοστοί διαβάτες που έτυχε να περνούν εμπρός από το κατάστημα του Λούη, το
βρήκαν να χάσκει αδειανό. Η μωβ του κουρτίνα ξεσκισμένη και ποδοπατημένη ως φαίνεται
από κάποιον πολλά θυμωμένο, ήταν ριγμένη στο πάτωμα σωστό σφουγγαρόπανο.
Ο Λούης από τη μέρα
εκείνη εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Κάποιοι είπαν πώς πήγε στης αδελφής του,
στου Γκύζη.
Λίγους μήνες μετά, ο
κουριέρης της Χώρας παρέδωσε εις χείρας της χήρας κυρά- Θεώνης, με την οποία ο
Λούης διατηρούσε τελευταία κάποιου είδους στενές σχέσεις, μιαν επιστολή όπου
της έγραφε:
«Θεώνη μου,
Σας ελησμόνησα παντελώς
και άπαντες. Λούη δε ματαβλέπετε ότι πολύ τον κατατρέξατε τον άνθρωπο και
αδίκως
Καλή αντάμωση στην άλλη
ζωή. Έτερον ουδέν.
Λούης».
Λούης».
Όσο για μένα τον δόλιο,
ακόμα τριγυρίζω άνεργος τα καρνάγια μα με τη απόγευση του γδικιωμού πάντα μέλι γλυκιά
στο στόμα.