Κυριακή 24 Μαΐου 2026

 Δημητρώφ

Τον αδελφό μου τον φωνάζουν Δημήτρη, (Δημητρώφ για τους φίλους) και εορτάζει σεμνώς και χριστιανοπρεπώς στις 26 κάθε Οκτώβρη. 

Όχι ότι γιόρταζε από πάντα. Σαν βέρος κομμουνιστής που ήταν, διατείνονταν πως ένας  ιδεολόγος σαν ελόγου του, δεν παρασύρεται ποτέ από θρησκευτικές δηλαδή αστικές του κερατά φανφάρες. Εκτός από ετούτο το συγγνωστό χούι και τη γενναιοδωρία για να μην πω χαζομάρα να ψωνίζει  βρέξει -χιονίσει μέχρι και την πτώση του τείχους τον <<Ριζοσπάστη>>, σας διαβεβαιώ ότι αποτελούσε για τις καθιερωμένες αξίες του Δυτικού μας κόσμου ένα παντελώς ακίνδυνο στοιχείο.

Και αναφέρω τη πτώση του τείχους, όχι για κανένα ιδιαίτερο λόγο αλλά γιατί πάνω -κάτω εκείνη την εποχή, άρχισε να χάνει τα μαλλιά του και μάλιστα ραγδαία.

Ο δόλιος το πήρε κάπως βαριά.

<<Τι νόημα έχει να επέλθει ο παγκόσμιος κομμουνισμός και εγώ να στερούμαι τα μαλλιά μου;>> δήλωνε με παράπονο στους ομοϊδεάτες του, οι οποίοι σιγά -σιγά τον κάναν πέρα σα να ΄ταν το άλογο του Ντονσκόι, όχι αυτό που έκλαιγε, αλλά το άλλο το ψωριάρικο που κλαιγότανε παντού και μετ΄επιτάσεως.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ότι έχει να θυμάται το Παγκόσμιο Κομμουνιστικό κίνημα από τον αδελφό μου και την συμμετοχή του σ΄αυτό, είναι μια παράφραση του <<Μαύρα Κοράκια>>, που φιλοτέχνησε σε μια στιγμή άδολης έμπνευσης για την πτώση όχι του Βερολινέζικου τείχους, αλλά της ίδιας του της ταλαίπωρης κόμης:

<<Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά,

πέσανε πάνω στου Δημήτρη τα μαλλιά,

άγρια κράζουν, τρίχες τραβούν

τον Δημητρώφ καραφλό να τον δουν...>>

Κι εδώ που τα λέμε περισσότερη ουσία και νόημα  βρίσκω σ΄αυτή τη  ταπεινή παράφραση, παρά στους αυθεντικούς, αγκιτατόρικους στίχους...

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

 ΄Ενας κόσμος χαμένος σ΄ένα γενικό πλάνο

Γενικό πλάνο  σε  ταινία της δεκαετίας του 60,  από τον λόφο της Καστέλλας. Παρελαύνουν μες την λαμπρό ασπρόμαυρο ήλιο (μάλλον μεσημεράκι), όλα τα νότια προάστια μέχρι Υμηττό. 

Παίζω κι ελόγου μου σ΄αυτή τη ταινία, (όπως και σε όλες όσες γυρίστηκαν η θα γυρισθούν κατά τη διάρκεια του βίου μου), παιδάκι μικρό ακόμα κι άβγαλτο του Δημοτικού και οι γονείς μου και οι γνωστοί μου και οι φίλοι μου όλοι. Ότι τώρα βρίσκεται θαμμένο βαθιά στην μνήμη, τότες ακόμα ανασαίνει ζεστό, παρήγορο γεμάτο ελπίδα και χαρά του μέλλοντος. Ο θάνατος αποτελεί μια μακρινή και απίθανη να επισυμβεί ποτέ έννοια, Όλα βρίσκονται υπό έλεγχο και ακριβώς στη θέση που τους αρμόζει, οι ανοιχτές πλατείες, οι αλάνες, τα σχολεία, το φτωχικό σπιτάκι της γιαγιάκας, το ρέμα, οι γκρεμισμένοι εδώ και δεκαετίες κινηματογράφοι.

 Μπορεί φαινομενικά να μην έχουμε αποτυπωθεί στο φίλμ, αλλά στην πραγματικότητα πρωταγωνιστούμε κρυμμένοι επιμελώς από τον σκηνοθέτη, κάπου ανάμεσα στα κτίρια, άλλοι στο δρόμο, άλλοι στη φάμπρικα, κάποιοι  μέσα στα σαραβαλιασμένα Φόρντ και τα Σίμκα που κυκλοφορούν εμφανώς στην παραλιακή προς άγνωστη κατεύθυνση. 

Η μάνα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή του πλάνου,  ίσως ετοιμάζει  μεσημεριανό, ο πατέρας μέσα στο αστικό  πιθανόν και να γυρίζει εκνευρισμένος όπως πάντα στό σπίτι, εγώ δε κι ο αδελφός μου (έχω τη ασφαλή βεβαιότητα), ότι έχουμε παθιαστεί τόσο με μια ακόμα παρτίδα <<STRATEGO>>, που έχουμε ξεχάσει παντελώς το καλομαγειρεμένο πιάτο με  μακαρόνια κιμά που μας περιμένει στο τραπέζι με το πλαστικό επικάλυμμα. 

Αν δε η ταινία διέθεται λίγο  πιο ευαίσθητο ήχο, θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τις φωνές μας, τα παράπονα, τις ικεσίες, τις προσευχές, ακόμα και το γουργουρητό της ψωραλέας γάτας που τανύζεται τεμπέλικα στη ακατάστατη, διπλανή ταράτσα του κυρ-Στέλιου.

Έτσι λοιπόν σαν αράζεις αναυπαυτικά στον καναπέ, και στην τηλεόραση προβάλλουν  για πολλοστή φορά μια αρχαία ελληνική ταινία, απόλαυσε τον εαυτό σου, έστω και σαν έναν ακόμα αφανή κομπάρσο που δεν τον συνέλαβε η κάμερα ούτε δευτερόλεπτο και αναπόλησε στοχαστικά αυτά και αυτούς  που χαθήκανε για πάντα μες στο απέραντο χρόνο για να μην ξαναφανούνε ποτέ.