Σάββατο 11 Μαΐου 2024

 Γαμπρός απ΄το Λονδίνο

Στην παλιά ελληνική ταινία "Γαμπρός απ΄το Λονδίνο", υπάρχει μια σκηνή όπου το αφεντικό του Κώστα στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, ανακαλύπτει ότι είναι ο κάτοχος της ξανθιάς περούκας και τον εκδιώχνει κακήν κακώς.

Βγαίνοντας έξω στο δρόμο και στο άπλετο ηλιακό φως, ο άτυχος νεανίας κοντοστέκεται με την περούκα στο χέρι, και τότε βλέπουμε να διασχίζει τον δρόμο ένας ηλικιωμένος ανάπηρος με πατερίτσες.

Αυτός ο μονόπους γέροντας, όσα χρόνια κι αν διαβούν και τουλάχιστον μέχρι την οριστική απώλεια του φίλμ (πράγμα δύσκολο με τις σημερινές τεχνολογικές εξελίξεις), πάντα θα περνάει και θα ξαναπερνάει μπροστά από την κάμερα, στο διηνεκές και μέχρι  Δευτέρα Παρουσία που λένε. Είναι μιά μορφή αθανασίας και αυτή, ταπεινής μεν, αθανασίας δε. 

Μακάρι να είχαμε όλοι αυτή την  εκλεκτή τύχη, να παραμείνει η  ανίερη μορφή μας στο μέλλον, προς τέρψιν η αποτροπιασμό των γενεών που έρχονται. Να υπάρχουμε έστω και σε αυτά τα  λίγα ταπεινά καρέ σελυλόιντ μιας ταινίας της δεκαετίας του 60.

Αλλά δεν είναι μόνο τα έμψυχα...

Σε άλλη σκηνή στην ίδια ταινία, ο ήρωας μας εξέρχεται από το σπίτι της αγαπημένης του, όπου έχει πάει να υποδυθεί τον Άγγλο επιχειρηματία. 

Είναι ντάλα μεσημέρι. Και τότε παρατηρούμε ολοκάθαρα τη σκιά του μπούμ να κινείται στο οδόστρωμα. Εκεί θα βρίσκεται και αυτή  για πάντα, ίσα- ισα για να μας δηλοποιεί το ψέμα της ταινίας και την ανθρώπινη κατασκευή του φιλμικού χρόνου. 

"Μην παίρνεις τίποτα στα σοβαρά" κραυγάζει αυτή η σκιά, "όλα είναι φτιαχτά, κατασκευασμένα. Μια ιστορία με δράκους είναι προορισμένη για μικρά παιδιά, ένα πρόσχημα να γεμίζει η ζωή  λίγο γέλιο, μια ανάσα πριν το τέλος που αριβάρει ταχέως πολύ  να σε συναντήσει στη γωνία, έτοιμο να σε διαλύσει στα εξ ων συνετέθης". 

Σαρίδια αγαπητοί μου, τα έργα των ανθρώπων και προορισμένα να καταρρεύσουν αφού πρώτα μας μπουχτίσουν με την οφθαλμοφανή πλαστότητα τους.

 Δύο επεισόδια από την  αυτοβιογραφία του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δημητριάδη, Γραμματικού του Στρατηγού Ράγκου, που γεννήθηκε το 1813  και  παιδί ακόμα αμούστακο, έλαβε μέρος στην θαυμαστή Επανάσταση  του ΄21 


Το πρώτο συμβάν που μας εξιστορεί ο εν λόγω αξιόλογος αγωνιστής και απομνημονευματογράφος Κωνσταντίνος Δημητριάδης,  λαμβάνει χώρα περί το 1827, κοντά στο χωριό Λομποτινά (σήμερα Άνω Χώρα, Ναυπακτίας) στη θέση "Παπαδιά", όταν μετά από μάχη με Τούρκους, εκλέγεται από τους συναγωνιστές του, να αποκεφαλίσει έναν τραυματισμένο Τούρκο. 

Διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

"εφάνη είς Τούρκος καθήμενος και ακουμβών επί της ρίζης μιας ελάτης, βαρέως πληγωμένος. Οι αρχηγοί καλούσι παρ΄αυτοίς τους παίδας του Στρατού λεγομένους ψυχογυιούς, λέγοντες: "Παιδιά βλέπετε εκεί πέρα εναν Τούρκον: Είναι ζων αλλά πληγωμένος, μη δυνάμενος να κινηθεί. Τις από σας πηγαίνει να τον σκοτώσει και να μας φέρει την κεφαλήν του; 

Όλοι προσεφέρθησαν, αλλ΄εγώ τους παρακάλεσα να με προτιμήσωσι. Ήμην δε εν τη ηλικία μικρότερος. Ο Στρατηγός Γιώτης Δαγκλης λέγει, "αυτός ο μικρός να υπάγη".

Μου έδωσαν λοιπόν ενα κοπτερόν χαντζάρι, υπήγα εις το μνησθέν μέρος κρυπτόμενος από τας μεταξύ ελάτους, τον επλησίασα όπισθεν χωρίς να με βλέπει και τον εφόνευσα δι΄ ενός πυροβολισμού. Του έκοψα την κεφαλήν, τον αφώπλισα και επέστρεψα με την κεφαλήν εις τους Αρχηγούς, οίτινες με έβλεπον καθ΄ολην την πραξιν, ότε ο στρατηγός Γιώτης Δαγκλης μοι εδώρισε μιαν λίραν Αγγλικήν".


Το δεύτερο επεισόδιο που χρονολογείται την εποχή μετά τον τραυματισμό και τον  θάνατο του Άστιγκος το έτος 1828, μας συγκλονίζει με την ωμή ειλικρίνεια του και θέτει προ  οφθαλμών, το ακρότατο όριο που ημπορεί να κατέλθει ο Άνθρωπος ερχόμενος αντιμέτωπος με  το ανήμερο θεριό της πείνας. 

Θεωρώ αύτήν την εξιστόριση πολύ πιο ανατριχιαστική ακόμα και από τον ανηλεή φόνο του πληγωμένου Τούρκου.

Ο συγγραφέας ευρισκόμενος εν πορεία  διηγείται:

"Την νύκτα ότε ανηρχόμεθα προς την Χρυσοβίτσαν, μαχητής τις παραμέρισε της οδού προς αφόδευσιν. Τον ηκολούθησα και άμα αυτού εγερθέντος, ήρπασα κόπρον όπως φάγω, μη δυνάμενος από της πείνης να βαδίσω. Δυο αδελφοποιτοί μου, οίτινες με είδον και  με ηκολούθησαν, άμα την κόπρον έλαβον "βρε με λέγουν τι κάμνεις αυτού;" "να τι κάμνω" τοίς είπον, "αποθνήσκω της πείνης".

Αμέσως με πανίον όπερ έφερον εις το σελάχι των, με εκαθάρισαν το χέρι, και λαβόντες από τας τσάντας των, έκαστος ανά έν τεμαχιον μεχρι 50 δραμίων εψημένης κοιλίας βοίου μοι έδωσαν και φαγών ηδυνήθην να τους ακολουθήσω".

Τόσο σκληρό!

Τόσο αληθινό!

Πραγματικότητα που ξεπερνάει ακόμα και την πιο νοσηρή φαντασία

Αυτοί συμβαίνει να είναι οι πρόγονοι μας, οι πατεράδες μας, οι αποθηριωμένοι λεβέντες της Παλιγγενεσίας, οι λερωμένοι κι οι μπαϊλντισμένοι από τις ατέλειωτες πορείες και τα φονικά, οι βουτηγμένοι ως το λαιμό στο αίμα και τα κόπρανα. 

Ανεκτίμητη όμως στέκει η προσφορά τους και μας εμπνέει έστω και με ανοίκειο τρόπο, (τουλάχιστον κάποιους από εμάς), σε ότι Καλό, ότι Υψηλό, ότι τελοσπάντων μπορεί και γιγαντώνει τον Νου μας σε σφαίρες ανώτερες.

Γιατί από τα ταπεινά υψώνεται ο Άνθρωπος και παγαίνει προς το Άπειρο... 

Από τις λάσπες ξεκινάει. 

Σκουλήκι είναι σιχαμερό στην αρχή, μα τελειούται γρήγορα ως πεταλούδα (ψυχή) και αναβιβάζεται πλησίστια εκεί που οι Χριστιανοί αρέσκονται να αποκαλούν Ουρανό και μεις οι αρτηριοσκληρωτικοί με τους Μύθους, αξιοπρέπεια της συνείδησης.

Μας έδωσαν έτσι τη Λεφτεριά μας, τούτοι οι στενοί φίλοι του θεού Άρη, χωρίς όρια και προυποθέσεις. Μας την δώρισαν απλώχερα, Λεφτεριά που σήμερα εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες υποτιμούμε συχνά και καθυβρίζουμε σκαιότατα, θεωρώντας την ως κάτι το δεδομένο και παρακατιανό.

Αλί αδέλφια στη τύφλα μας!

 Ο βίος ως Μεσολόγγι

Όλοι μας ζούμε πολιορκημένοι, εντός ενός απέραντου, συμβολικού Μεσολογγίου.

Άλλοι διαβιούν σε ντάπιες ήρεμες χωρίς πολλές -πολλές μάχες και τρεχαλητό και χτυποκάρδι, άλλοι έχουν αναλάβει την Τερίμπιλε απέναντι στο ύψωμα της Ενώσεως και τρέχουν και δεν προλαβαίνουν από τις αγωνίες και τη φοβερή προσπάθεια.

Αρκετοί από εμάς χάνουμε τη ζωή από αδέσποτα των Τουρκώνε βόλια, από εκρήξεις όλμων και αρκεβουζίων,  από γιουρούσια προς την εχθρική τάφρο. 

Οι περισσότεροι, αναμένουμε την δεκάτη Απριλίου, δηλαδή το μέσο όρο ζωής του  Ανθρώπου, για να επιχειρήσουμε τη Μεγάλη Έξοδο.

Οι υγιείς με τα γερά πόδια και τις  ατσαλένιες καρδιές θα επιχειρήσουν δίχως περιττά βάρη και έγνοιες.

Οι τραυματίες και οι γερόντοι, είναι αναγκασμένοι να κλεισθούν σε σπίτια γερά, σε πυριταποθήκες μέσα, για να τιναχτούν στον αγέρα σαν σωθούν τα βόλια και αδυνατίσει η όποια αντίσταση.

Από αύτούς που θα κάμνουν την Έξοδο, λιγοστοί θα γλυτώσουν για να ιδούν απ΄την κορυφή του Ζυγού τον αναμμένο φούρνο της Πόλης.

Οι πιότεροι θα πέσουν στις τάφρους, στις αντιτάφρους και στις παγάνες των Αρβανιτών.

Ο βίος ως Μεσολόγγι. 

Θάνατος μάλλον βέβαιος, μα συνάμα ηρωικός και λυτρωτικός, θάνατος που αρμόζει σε ελεύθερο Άνθρωπο.

Σταθείτε στα πόδια σας! 

Αντρειωθείτε!

Την πείνα το τρομερό αυτό θεριό, λησμονείστε!

Μείνετε πιστοί στις κολόνες σας!

Μην ακούσετε τη φωνή που θα σας καλέσει πίσω στο Μεσολόγγι! 

Μπροστά εσείς, μπροστά πάντα!

Οι λίγοι από εσάς που θα καταφέρουν να γεράσουν θάχουν να διηγούνται τη δόξα της ρημαγμένης Πόλης για κάποια ακόμη χρόνια, μέχρι τα πάντα να σβηστούν από τη μνήμη και τη μικρή καρδιά της Ανθρωπότητας.

Οι αποδέλοιποι, θάχουν για μαξιλάρι τους στον αιώνιο ύπνο που τους προσμένει, τη δόξα της μεγάλης και τραγικής προσπάθειας να ξεπερνάς τον εαυτό σου και τις παγίδες που στήνει ο καθ΄ημέραν βίος.

Μην δειλιάζετε αδέλφια...

Λογγίσιος-Καστρινός, το σύνθημα μας!!!

 Πασχαλιάτικο θαύμα

Εάν δεν έχετε δοκιμάσει πασχαλινό τσουρέκι από το "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ" στον πιο κεντρικό δρόμο του Μοσχάτου, απλά χάνετε μιά από τις ακριβότερες χαρές τούτης της ζήσης, που μπορεί κάποιος να απολαύσει ακόμα, μόλις με ένα δεκαπεντάρι στις τσέπες.

Στήθηκα το λοιπόν σήμερον Μ. Πέμπτη που ο Χριστός παιδεύθει, σε μιαν ουρά σαράντα περίπου ατόμων στο εν λόγω Ίδρυμα, για να προμηθευτώ κι ελόγου μου τσουρεκάκια δύο για το σπίτι.

Αχνίζανε σαν μου τα χώνιασαν  στα μισάνοιχτα κουτιά τους για να μην υγρασιάζουνε, και μια και δυό κίνησα  για το Μπράχαμ Σίτυ με αναπτερωμένο  ηθικό.

Από Καλλιθέα καβατζάρισα το "218",  όπου  βρήκα κονάκι και μονιά στη μπροστινή τετράδα θέσεων, εκεί που ο είς κατσικώνεται απέναντι στον έτερο και τοποθετώντας ανέμελα τα καυτά ακόμα κουτιά πάνω στους μηρούς χωρίς ίχνος ηλικιακού τακτ, έριψα την όραση μου στα πέριξ.

Καταντικρύ μου, μια κυρία  πενήντα περίπου Δεκεμβρίων, παχουλή τα μάλα, με γυαλάκια μυωπικά τα οποία και κατέβασε κάποια στιγμή στη μύτη, ξεκίνησε να  τηράει εξεταστικώς, μια τα κουτιά μιαν εμένα.

Ως γνωστόν τοις πάσι, κάποτε περνιόμουν για ωραίος άντρας και στην αρχή μπορώ να ομολογήσω κολακεύτηκα κομμάτι με το έντονο βλεφάριασμα της εν λόγω μαντάμας.

Το πράγμα όμως, από μια μιαν στιγμή και μετά άρχισε να γίνεται  ενοχλητικό.

Μέχρι να αξιωθώ να κατέβω στη στάση μου, συνεχίστηκε  το ίδιο βιολί κουρδισμένο τώρα ένα τόνο τουλάχιστον πάνω.

Μια τα κουτιά, μιαν εμένα...

Μια τα κουτιά, μιαν εμένα...

Ξεμπαρκάροντας από το λεωφορείο, παραζαλισμένος σα τον πάλαι ποτε εθνικό μας μπεκρή Ορέστη Μακρή, έβαλα ρότα όπως-όπως για το σπιτικό μου, ευρισκόμενος επιεικώς  στα όρια ματιάσματος.


Η κυρά μου ξεκίνησε τη γκρίνια:

"Τι κουβαλάς πάλι εκεί πέρα και χαλάς λεφτά ".

"Κοίτα τι σου έφερα", της γλυκολάλησα και αράδιασα τα τσουρέκια απάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Και ω του θαύματος, αντίς για τα δύο τσουρέκια που είχα ψωνίσει, τώρα εμφανίζονταν έμπροσθεν μου ασπαίροντα, τέσσερα.

" Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου!" αναφώνησα στεντορείως, παραλοϊσμένος από τούτο το αναπάντεχο. 

"Τα δύο γενήκαν τέσσερα"...

"Άχ γερομπαμπαλή... 

Τα φτυσες τελικά για τα καλά. Αυτά κάμνουν βλέπεις τα μπεκριλίκια και οι παραλυσίες της νεότητος" και αδιαφορώντας πλήρως για το άτομο μου  συνέχισε να βάφει πυρετωδώς κατ΄έθιμον κόκκινα τα αυγά.


Εν τω μεταξύ ακόμα και τούτην την ώρα που έχει νυχτώσει πια για τα καλά,  τα τσουρέκια τα μετρώ και τα ξαναμετρώ και βγαίνουν πάντα τέσσερα.

Μην και έχω μπερδέψει αθέλητα μου βρε παιδιά, πράγματα και καταστάσεις; 

Περιμένω υπομονετικά την ευγενική σας συμβουλή...


 Χριστούς και Παναγίες

Το να είσαι μικρός δεν είναι πάντοτε  προσόν από μόνο του. Παραδείγματος χάριν, δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί ένας αξιοσέβαστος Δήμαρχος ενός ταπεινού Δήμου του Λεκανοπεδίου, Κυριακή πρωί μπροστά στα όμματα δεκάδων συμπολιτών του, απειλεί να κάμνει τέτοιες βρωμιές στον Χριστό και στην Παναγία κάποιου τυχαίου οδοκαθαριστή, που συμβαίνει να μην έχει επιτελέσει επιμελώς τα καθήκοντα του;

Και πάλι άλλος ο Χριστός και η Παναγία του Δημάρχου, και άλλος του οδοκαθαριστή;

Σ΄αυτή τη κατηγορία του μικρού βρισκόμουν και εγώ πενήντα πέντε χρόνια πίσω, σε μιαν άλλη Ελλάδα, ξαφανισμένη πια, γυψωμένη από τη στρατιωτική δικτατορία, ενός μικρού με μάτι-τηλεσκόπιο που παρατηρούσε γύρω του ανθρώπους και συμπεριφορές, με ζήλο αρκούντως θαυμαστό.

Μ΄ορθάνοιχτο στόμα και παγωμένα σωθικά, κάρφωνα το βλέμμα μου στον Δημοτικό  Άρχοντα να ωρύεται εκτός ελέγχου:

"Τον Χ. σου, την Π. σου,  ζώο!!!..."

Πως αλήθεια  ένας τόσο φωταυγής Κύριος με Κ. κεφαλαίο, πρώτη μούρη στις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου και 28ης Οκτωβρίου, στις δοξολογίες, στις καταθέσεις στεφάνων, ομιλεί με τέτοια χυδαία γλώσσα σε ένα κακόμοιρο σκουπιδιάρη, που υπομονετικά δέχεται το υβρεολόγιο του μεγαλόσχημου με κατεβασμένο κεφάλι;

Και τότε ντράπηκα πραγματικά για τον Δήμαρχο.

Και συνεχίζω και σήμερα μετά από τόσα χρόνια να ντρέπομαι για λογαριασμό του κάθε φορά που περνώ μπροστά  από τον κινηματογράφο -τώρα σούπερ μάρκετ- που έλαβε χώρα μια παγωμένη Κυριακή Δεκεμβρίου το εν λόγω συμβάν.

Διαβάζω σε μια σελίδα του Διαδικτύου:

"Αν βρίσκεσαι κάποτε ξένος σε μια πόλη και θελήσεις να γνωρίσεις τα καθάρματα της, τράβα Κυριακή πρωί στην εκκλησία και Δευτέρα στο Δημαρχείο".

Πρέπει ο  Εμίλ Ζολά να  το έγραψε αυτό. Αλλά και να μην το έγραψε, εγώ προσωπικά, επικροτώ με χέρια και πόδια.