Ο ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ ΔΥΟ ΒΕΡΙΚΟΚΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΝΑ ΒΟΓΑΡΕΙ
Είχα το λοιπόν επιτέλους καταφέρει να
αυτοχειριασθώ. Μέχρι τελευταία στιγμή βέβαια, έτρεφα σοβαρότατες αμφιβολίες εάν
και κατά πόσο, θα τολμούσα να προβώ σε μια τέτοια απονενοημένη πράξη, όχι τόσο
από δειλία η μεταφυσική απορία, όσο από έλλειψη κινήτρων και ενδελεχούς
διανοητικής επεξεργασίας. Περισσότερο σα παιχνίδι εναντίωσης στην ακαταμάχητη
ροπή μου προς το ζην το είχα εκλάβει, τολμώντας να προσεγγίσω τις παρυφές της ύπαρξης
με πόδι στέριο και βούληση μπετόν αρμέ. Θυμάμαι είχα βάλει τη κάνη του όπλου,
-μιας αρχαίας μπερέτας- στο στόμα και το
μόνο που μπορούσα να σκέφτομαι εκείνα τα γεμάτα από αμηχανία δευτερόλεπτα, ήταν
το γελοίο του παρουσιαζομένου θεάματος
σε κάποιον που θα είχε την ατυχή έμπνευση να κρυφοκοιτάζει από τη μισοτραβηγμένη
κουρτίνα του πατρικού σαλονιού.
Και να λεγες ότι είχα λόγους σοβαρούς, να δώσω
τέτοιο ωμό και καθόλα δυσάρεστο τέλος στη ζωή μου; Από κάποιον τρίτο και
αρκούντως αδαή, αυτή μου η αποκοτιά μπορούσε να είχε εκληφθεί κατά το μάλλον η
ήττον ως πράξη ενός μωρού και ανισσόροπου παρά αποτέλεσμα ζυγιασμένης απόφασης
και ηχηρής απελπισίας. Ήμουν πατημένος τα σαράντα και το μεσοστράτι της ζωής
μου καθώς το ορίζει ο Αλιγκέρης στη Θεία Κωμωδία, αποτελούσε παρελθόν ίσαμε μια
δεκαετία και βάλε.
Αν και τα πράγματα δεν έδειχναν να πηγαίνουν και
πολύ πρίμα-πρόβλημα που εκτός από την αφεντιά μου και αρκετοί συνάνθρωποι μας
αντιμετωπίζουν δίχως αυτό να τους οδηγεί σε ατραπούς σκολιούς και υπαρξιακές
ανατροπές τέτοιου βεληνεκούς,- εν τούτοις μια απαντοχή άνθιζε μέσα μου σα
κακτολούλουδο στη μέση της ερήμου, ότι έχοντας προσώρας αντιπαλέψει τη κρίση
της μέσης ηλικίας επιτυχώς και με τις λιγότερες δυνατόν απώλειες, τίποτα δεν θα
μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στο να συνεχίσω καταυτόν τον τρόπο την άσκηση του
βίου, μέχρι την έσχατη μου αναπνοή.
Φρούδες ελπίδες. Επίμονο και ανηλεές, ένα σαράκι
βαθιά μέσα μου σαν επίμονος δεξιός ψάλτης που δεν εννοούσε να το βουλώσει,
ματαίωνε τις όποιες επιδείξεις θάρρους αποτολμούσα και με ταλάνιζε τις παγερές
νύχτες μην αφήνοντας με σε χλωρό κλαδάκι. Ίσως να έφταιγε πάλι και το σημαδιακό
γεγονός, ότι έχοντας γεννηθεί μια Μεγάλη Παρασκευή πρωί κατά την ώρα της
Αποκαθήλωσης, η όλη μου ύπαρξη είχε με κάποιο ντετερμινιστικό τρόπο εμβαπτιστεί
στη θλίψη εκείνης της ημέρας, φέροντας έκτοτε ως διάσημa επί του στήθους, τα μονόχορδα, μελαγχολικά της μοτίβα. Το ίδιο εκείνο βράδυ, -καθώς
χρόνια μετά μου εκμυστηρεύτηκε η μάνα μου-, φασκιωμένο και ολολύζοντα, με πήρε
στην αγκαλιά της και ξεγλιστρώντας από την πίσω πόρτα του Δημοτικού Νοσοκομείου,
βάλθηκε να ακολουθεί την περιφορά του Επιταφίου της παρακείμενης εκκλησίας. Με
τη ψυχή φορτωμένη, τέτοιας νεκρικής ενάργειας πρώτες παραστάσεις, και έχοντας περάσει
ανεπιστρεπτί τη γραμμή σκιάς από τα γεννοφάσκια μου ακόμη, τι άραγε το καλό
μπορούσα να αναμένω να μου συμβεί στη συνέχεια;
Το ευτύχημα από την άλλη μεριά, ήταν ότι οι γονείς
μου ζούσαν ακόμα. Υπέργηροι βέβαια, μα τις συνταξούλες τους τις τσέπωναν
ανελλιπώς και όλο βάζανε πλάτη να
συντρέξουν το δόλιο τους παιδί που δεν έστεργε να μεγαλώσει μια στάλα και να
αναλάβει τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που προσιδιάζουν σε ενήλικα. Υπό αυτό
το πρίσμα, πρόβλημα επιβίωσης σοβαρό, δεν με απασχολούσε. Για γάμο και
οικογένεια; Ούτε κουβέντα να γίνεται. Κουτσά-στραβά η γριά μαγέρευε, έριχνε και
καμιά λάτρα στο ρημάδι και η κατάσταση
βολευόταν όπως-όπως. Ο γέρος πάλι, χάλι μαύρο από τις ασυδοσίες του βίου του,
ίσα που στεκόταν στα πόδια για να πηγαινοέρχεται στο καφενείο της γωνίας όπου και διατηρούσε
μόνιμο χαρτοπαιχτικό τραπέζι και κάβα.
Όσο για μένα; Ένα ναυάγιο μονάχο. Ούτε νέος, ούτε
γέρος. Μήτε όμορφος, μήτε άσχημος. Η έννοια του μετρίου σε όλο της το τραγικό
μεγαλείο. Άλλωστε τι δυναμική μπορούσε να διατηρεί ένα γεροντοπαλίκαρο,
υποαπασχολούμενο πότε εδώ και πότε εκεί σε εργοδότες της συμφοράς και
πνευματική ζωή φρεναρισμένη απότομα στη πρώτη νεότητα; Φυσικά δεν ήταν τα
πράγματα έτσι από πάντα. Σαν μειράκιο και εγώ είχα κάποτε τις φιλοδοξίες μου,
τα όνειρα μου. Κάποια εποχή μάλιστα με τα σκορδάκια μου ανοιγμένα διάπλατα,
έκανα σκέψεις ακόμη και για μια καριέρα στο θέατρο. Ταλέντο διέθετα
πανθομολογούμενο και οι κατάλληλοι άνθρωποι να με σπρώξουν σε αυτή τη Τέχνη την
αχάριστη, είχαν βρεθεί. Έφτασε όμως ένας αδιέξοδος έρωτας, για να γυρίσουν όλα
τούμπα. Οι εξελίξεις, καταλαμβάνοντας με εξ απήνης και ψυχολογικά ανέτοιμο, με
είχαν πάρει από κάτω και με σβάρνιζαν σα χταπόδι απάνω στο βράχο της ακηδίας. Έτσι
βαριεστημένος και δίχως να το καταλάβω, βάρεσα κανονικά μπιέλες και σιγά -σιγά
αποσύρθηκα στα ένδον μου τοπία. Και όλα πια ήταν ζήτημα χρόνου, να με οδηγήσουν
στο χείλος της αβύσσου, εκεί όπου δεν θα είχα το κουράγιο μήτε τη δύναμη να αντιτάξω
ίχνος θέλησης για ζωή.
Επικρατούσε μια ησυχία που ράγιζε τύμπανα. Τα
πάντα έδειχναν μονωμένα από κάποιο υλικό που κάλυπτε κάθε ρωγμή και χαραματιά
του νου μου, όσος νους μπορούσε να είχε απομείνει μέσα στο αχούρι της κρανιακής
μου κάψας ύστερα από ένα τέτοιο ανεπανόρθωτο τράκο.
Κοίταξα τα χέρια μου. Αγέρας, το απόλυτο μηδέν. Έψαξα
γι αυτό που αποτελούσε κάποτε το κοσμικό μου σώμα. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί για να
ψηλαφίσω. Κι όμως. Αισθανόμουν αλώβητος, με μια πληρότητα σωματική και
πνευματική, που πρώτη μου φορά βίωνα με τέτοια ένταση και καθαρότητα.
Προς επίρρωση άρχισα να κάμω αριθμητικές πράξεις. Εκατόν σαράντα και πενήντα
ίσον εκατόν ενενήντα. Συνέχισα με ερωτήσεις ιστορίας: Πότε ξέσπασε ο
Πελοποννησιακός Πόλεμος; Το τετρακόσια τριάντα ένα προ Χριστού. Πώς ονομαζόταν
το άλογο του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Βουκεφάλας.
Ευτυχώς, οι νοητικές μου λειτουργίες δεν έδειχναν
σημεία εμφανούς κάμψης. Τα πάντα βέβαια συνωστίζονταν στη στενή προκυμαία
γυρεύοντας σωτηρία από τη φλεγόμενη Σμύρνη
του μυαλού μου, αλλά παραδόξως παρουσίαζαν ακόμα μια λογική διάταξη συνδεδεμένα
καθώς βαγόνια κάποιου αργοπορημένου τρένου με συναρτήσεις ακατάλυτες το ένα με
το άλλο. Το δωμάτιο γύρω μου ίδιο και απαράλλακτο όπως ήταν και πριν από πέντε λεπτά, μόνο που τώρα είχε αρχίσει να
χάνει λίγο από το περίγραμμα του, μάλλον λόγω του ότι μούχρωνε πια ενώ τα φώτα
στο δωμάτιο συνέχιζαν να παραμένουν κλειστά.
Μετακινήθηκα λίγο προς τα δεξιά, μαστιγώνοντας
καθώς τυφλός με το λευκό του μπαστουνάκι, το διάστημα μπας και βρω πουθενά εύκαιρο το διακόπτη.
Η συνήθεια βλέπεις δεν μου άφηνε περιθώρια να συνειδητοποιήσω τη κατάσταση όπου
είχα περιέλθει. Προσπάθησα με αόρατα δάχτυλα να ανάψω το φως του σαλονιού.
Μάταιη προσπάθεια.
Και τότες με είδα. Στην αρχή ανατρίχιασα στην
θωριά της μαργωμένης μου φιγούρας, μα σιγά- σιγά ξεθαρρεύοντας με προσέγγισα
σαν ιατροδικαστής πολλά έμπειρος, σε σκηνή φόνου. Βρισκόμουν πεσμένος στο πάτωμα
μέσα σε μια λίμνη αίματος, στραβοχυμένος σε μια ελάχιστη περιοχή μπροστά στο
καθιστικό, ενώ το όπλο βρισκόταν ακόμα στο χέρι μου με τη κάνη του προσανατολισμένη
σταθερά προς το Κούγκι της κεφαλής μου, λερωμένη από ένα πηχτό υλικό που
έμοιαζε να ρέει άλικο κατά μήκος του οξειδωμένου σίδερου. Απέναντι μου και πάνω
στη μεγάλη πολυθρόνα βρισκόταν στημένη όρθια, μια πανυγυρτζίδικη εικόνα της
Παναγίας, αδιάφορη κατά πώς έδειχνε για το δράμα όπου είχε λάβει χώρα λίγη ώρα
πριν, ομπρός στα χαρτονένια, αμυγδαλωτά της μάτια.
Δεν αποτελούσα δα και κανένα τρομαχτικό θέαμα. Αντιθέτως.
Μπορούσα χρησιμοποιώντας μια κάποια μορφή ελευθεριότητας στην έκφραση, να
υποστηρίξω ότι απέπνεα χάρη αθλητού που έχοντας φέρει σε πέρας τη πιο στρυφνή άσκηση
στη μπάρα, τώρα ξεκουραζόταν τροπαιούχος σε μια στάση ομολογουμένως λίγο άβολη μα όπως και να είχε το πράγμα καθόλα θεμιτή
και ευπρόσδεκτη, αυτή του εν μήτρα ευρισκομένου εμβρύου. Καμιά ψυχική ένταση δεν ερχόταν να
ταράξει την έτσι και αλλιώς τετελεσμένη στην αιωνιότητα πράξη. ΄Ισα-ίσα, μπορώ
ανερυθρίαστα να καταθέσω εκ των υστέρων, ότι μια αίσθηση ιερής ανακούφισης ήταν
διάχυτη ολόγυρα στο δωμάτιο, που σα κύματα μιας πικρής μα φαρμακευτικής
θάλασσας έρχονταν κατεπάνω μου, αρωματίζοντας το σκηνικό με μία εσάνς βαθειάς κατανόησης
και γλυκασμού.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε ευρισκόμενος σε αυτή την
πνευματική νιρβάνα. Η αίσθηση του χρόνου παρότι η διαδοχή των γεγονότων έδειχνε
καταρχάς ομαλή και ευθύγραμμη, είχε αρχίσει να λαμβάνει απροσδόκητα μια μορφή ιδιαιτέρως
ρευστή και με σχηματισμούς χαλαρών σταλακτιτικών συσσωματώσεων άφηνε την άκρια
τους να δακρύζει απαρηγόρητη, σταλάζοντας στο πάτωμα τα απομεινάρια του αφρού
των ημερών που όλα μαρτυρούσαν κυνικά ότι είχε ξεφύγει με το άνοιγμα της
φτηνιάρικης ζωικής μου σαμπάνιας.
Μόλις και αναγνώριζα το εγώ μου. Η ουσία της
ύπαρξης μου τουλάχιστον όπως τη βίωνα τα σαράντα χρόνια που σπαρταρούσα σα
αγκιστρωμένο ψάρι στη κβαντική πραγματικότητα του παλιοντουνιά, αλλοιωνόταν με
ρυθμούς τόσο κατακλυσμιαίους και εντατικούς που δεν μου άφηναν περιθώρια να
αντιταχθώ. Όλα κατέρρεαν εντός μου.
Βυθιζόμουν. Κάτω από εκεί που κάποτε βρίσκονταν τα
στρεβλά πόδια μου, ήταν ήδη νύχτα με κάτι το δυσοίωνο να ρεγχάζει μέσα της.
Σημαίες θανάτου πλατάγιζαν τις μαύρες τους φτερούγες σχηματίζοντας σίφουνες και
στροβιλισμούς όχι τόσο βίαιους όσο αναπόδραστους, παρασέρνοντας με γυμνό και
τετραχηλισμένο, σε κάποιο βάναυσο χορό πρόωρου τοκετού.
Ακούστηκε μία φωνή να ξεχύνεται από τα μαύρα εντόσθια
του χάους σαν εκφωνητή ειδήσεων σε κάποιο αρχαίο ραδιόφωνο τίγκα στο παράσιτο. Κατάφερα
να ξεχωρίσω ατόφια τη φράση:
-«Ποιος δαίμονας ολέθριος τα βήματα σου οδήγησε σε
τούτη την άνυδρη πατρίδα των αυτοχτόνων, εφήμερο σπέρμα;»
Έψαξα τριγύρω να εντοπίσω τα χείλη από τα οποία
εκβράζονταν όμοια τουμπανιασμένα λέσια, τούτες οι πικρότατες συλλαβές.
Και τότες άξαφνα, μέσα από τα σκοτάδια του ακατέργαστου
πρώτου Νου, ξεπετάχτηκε ολοζώντανο και ασπαίρον, το είδωλο ενός ανθρώπου.
Έδειχνε πάνω-κάτω γύρω στα εβδομήντα. Είχε τη μύτη
γαμψή και ένα πρόσωπο όλο γωνίες, ακατανόητο πλέρια μέσα στην θηριώδη
ασυμμετρία του. Με σώμα κυφό, ανοικονόμητο, έτοιμο λες να καταρρεύσει ανά πάσα
στιγμή στα εξ ων συνετέθη, απέπνεε μια ιδέα φορμόλης που τον αγκάλιαζε τόσο
προστατευτικά όμοια φεγγαρίσια άλω, που άνετα στοιχημάτιζες ότι του χε γίνει δεύτερη
πέτσα. Φορούσε κρεμ τσαλακωμένη πιζάμα με καφέ κάθετες ρίγες και έμοιαζε
εμφανέστατα να το έχει σκάσει προσφάτως από κάποιο Ψυχιατρικό κατάστημα της
Επικράτειας.
Μου έκανε νόημα με χέρι που έτρεμε να τον
ακολουθήσω. Ένα φώς μυστηριακό σαν από προβολέα, έφεγγε δυνατά πάνω του προσδίδοντας
του μια αίγλη και ένα φινίρισμα θεατρίνου, γεννημένου λες να πρωταγωνιστεί σε
επιθεωρήσεις της συμφοράς γραμμένες στο ποδάρι από συγγραφίσκους της κακιάς
ώρας.
Δίσταζα.
« Τι γυρεύεις από εμένα πλάσμα της αβύσσου;» του αντιμίλησα
προσπαθώντας να κατανικήσω το φόβο μου που απλωνόταν σα δίχτυ αόρατο στις απέραντες
εκείνες θάλασσες του ζόφου.
Άρχισε να απαγγέλει με φωνή στεντόρεια και
σίγουρος πολύ για το ενθυμητικό του, παράταιρο γνώρισμα ολωσδιόλου με την όλη
αποκρουστική εικόνα κρετίνου που παρουσίαζε:
«Με αστραπόβροντα και στρίγγλιο φυσομάνι του
Γαρμπή,
πασεντζέρικο της Μπώρμας τρισπελώριο άσπρο βαπόρι,σαν καβάτζαρε το Ρόκα΄πα στις Σκύλες ρίχνει πλώρη
και με φόρτε σκαμπανέβα στη Μπισκάγια πια έχει μπεί.
Μα από τα έγκατα του ο
κόρφος όπως έχει αφηνιαστεί
Με τα βάραθρα που ανοίγει
στ΄άγρια ξορκισμένα μέρηΒολοδέρνει όλο το τσούρμο ξεψυχούν οι πασεντζέροι
Και το πλεούμενο μουντάρει από καρίνα ως κουπαστή…
Αναγνώριζα το ποίημα.
«Βισκαϊκός», ήταν ο τίτλος του και κατά κάποιο
περίεργο τρόπο είχε παίξει κάποτε ρόλο
πρωτεύοντα ως δομικό υλικό αρίστης ποιότητας, στο φέροντα οργανισμό του
χαρακτήρα μου. Αλλά στη παρούσα στιγμή δεν αντιλαμβανόμουν τι σημασία μπορούσαν
να διατηρούν τούτοι οι στίχοι και που επιζητούσε να καταλήξει με τα Σιβυλλικά
του έπεα, το εκτόπλασμα του Διαβόλου
εκείνο .
« Τι μου τσαμπουνάς εκεί πέρα;» τόλμησα να
αντιτάξω στο καταιγιστικό ποιητικό οίστρο του συνομιλητή μου.
«Ποιος είσαι και τι
γυρεύεις τάχα από εμέ;»
Απάντησε γρήγορα βαριανασαίνοντας ακανόνιστα σα να
περίμενε από ώρα, αυτή μου ακριβώς την ερώτηση.
« Είμαι αυτός που έγραψε τούτους τους
λησμονημένους στίχους. Άγουρο κοπέλι ακόμα, μπαρκάρισα από τον Πειραιά μια
συννεφιασμένη αυγή του 16, με το πλοίο ΜΕΝΤΩΡ για την Νότια Κίνα και έκτοτε
έζησα εν πλω με ότι αυτό συνεπάγεται για την σωματική και ψυχική μου ισορροπία.
Αλέξανδρος Μοντεσάντος το όνομα μου, Κεφαλήν τη καταγωγή, ποιητής και
καλλιγράφος, τελευτήσας παράφρων στο
Δαφνί, και από εδώ ίσαμε το τέλος του ταξιδιού μας, οδηγός σου σε όσα
συνταρακτικά έχω άνωθεν εντολή να σε οδηγήσω. Και πρέπει να διαθέτεις χάρη και
προσόντα ειδικά για να ονομαστείς οδηγός. Δεν γίνονται σκόντα εδώ σε αυτά. ΄Ενσημα
πρέπει να έχεις σωρό κολλημένα στον βίο του αντάρτου και χρόνια ξαπλαδούρα απάνω
στα στρωματέξ του ερωτισμού που έλεγε και κάποιος άλλος του σιναφιού μας,
γνώριμος σου από τα παλιά και αυτός. Είναι αλήθεια πως σε διεκδίκησε επί μακρόν
με λύσσα πολύ. Απλά εγώ στάθηκα πιότερο τυχερός από δαύτον.
Για τον Μάριο το Χάκκα λέω τον Κοινοβιάκια, που έσβησε
από καρκίνο στα σαράντα τόσα του, στη Καισαριανή. Μάχες δώσαμε ομηρικές για το
τομάρι σου, μπροστά στα Μεγάλα Αφεντικά.
Τι τρόπους μηχανεύτηκε ο μπαγάσας, να ξεστρατίσει τις συζητήσεις προκειμένου να
σε αρπάξει από εμένα, δεν περιγράφονται με λόγια. Μέχρι που έφερε σαν καίριο παράδειγμα
του πόσο πολύ είχε πάνω σου επιρροή, ότι κάποτε επισκέφτηκες μεσάνυχτα τον τάφο του πηδώντας
τη μάντρα του νεκροταφείου και σκασμένος στο κλάμα γύρευες να σου αποκριθεί μέσα από τα χώματα.
Εγώ φυσικά δεν αξιώθηκα τέτοιες αγάπες από την αφεντιά σου. Ταπεινά και σιγαλά
περπάτησα στο πλάι σου, μα είχα το καρφί μου καλά χωμένο στη καρδιά σου, τόσο
καλά μάλιστα, που νόμιζες αφελώς ότι αποτελούσε μηχανισμό των σπλάχνων σου
απαραίτητο, δίχως να το εννοείς καλά-καλά και να του δίνεις προσοχή.
Μπορεί φυσικά να με αγάπησες λιγότερο, μα ποιος
σου είπε ότι για το δύσκολο έργο που έχω αναλάβει είμαι και λειψός; Μακριά η
σκιά των ποιητών πάνω στο χρόνο και στις καρδιές των ανθρώπων. Φτάνει να έχεις
μάτια που να μπορούν να ξεδιαλέγουν την ήρα από το στάρι. Θωρείς με, με την πιζάμα
του τρελοκομείου και ξεθαρρεύεις ότι έχεις να κάμεις με λωλό; Στάθηκα καθώς
καλά γνωρίζεις, ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της πρώτης σου νιότης,
ελλάσων βέβαια με τους όρους της αγοράς, μα τι σημασία μπορεί να έχει αυτό… Πρώτος
εγώ ταρακούνησα βεβαιότητες και σου υπέδειξα με τον βίο και το έργο μου ότι δεν
χρειάζονται πολλά για ένα εισιτήριο προς την αιωνιότητα. Δύο στίχοι θαλεροί
βγαλμένοι μέσα από τις περιελίξεις των εντέρων φτάνουν. Και μην ανταριάζεσαι
από τον λόγο μου ετούτο, γιατί κατά την ταπεινή μου άποψη εκεί ακριβώς
εδράζεται και στα όργανα τα γεννητικά, η καθαρή Ποίηση όπου εγώ πρεσβεύω. Και
οι δύο αυτοί στίχοι, καλός οβολός είναι για να δώσεις στο περατάρη ρεγάλο σαν
έρχεται η ώρα η πικρή του μισεμού.
Δεν έχεις δει το πρόσωπο μου ποτές σου. Απέφευγα
βλέπεις και τις φωτογραφίες όπως ο διάβολος το λιβάνι. Όσο για αυτό χίλια
δίκαια σου δίνω που δεν με αναγνώρισες με τη πρώτη. Κάποια μου χειρόγραφα με
ποιήματα έπιασες κάποτε στα χέρια σου και αυτά σε κόπια, από εκείνα τα
καλλιγραφημένα που μαστόρευα με τις ώρες στο ίδρυμα. Δεν μπορείς όμως να πεις…
Σωστοί πίνακες ήταν από μονάχα τους. Μέχρι που κάποιοι τα κρέμασαν στους
τοίχους σα Τζοκόντες. Με έκαναν νοικοκύρη σωστό γιατροί, νοσοκόμες και φίλοι. ΄Ενας
σούφρωνε από εδώ , άλλος από εκεί, στο τέλος δεν μου αφήκαν παρά τον άδειο
ναυτικό σάκο να στέκει μαραγκιασμένος σε μια γωνιά του θαλάμου. Αλλά πώς
θαρρείς ότι βρήκα το δρόμο μου προς τον κόσμο; Με αυτόν τον τρόπο, τον ανάλγητο.
Με τη γόνιμη κλεψιά μετεδόθη το έργο μου στους ολίγους και εκλεκτούς.
Αλλά ας παρατήσω τις περιαυτολογίες. Πολύ το
τράβηξα το πράμα και τα λόγια τα παχιά δεν μου ταιριάζουν ποσώς. Ας κινήσουμε αντάμα,
για εκεί που είναι γραπτό μας να υπάγουμε. Το ίδιο σου το χέρι με το οποίο
τέλος έδωσες στη άθλια σου ύπαρξη, άπλωσε τώρα και λάβε το ιδικό μου έστω και
νοητώς για την ώρα. Εμπιστεύσου με. Ότι υπήρξε ο Βιργίλιος για τον Δάντη, θα
είμαι και εγώ από τούδε και στο εξής, για ελόγου σου. Φίλος, προστάτης και
ακάματη σκιά δίπλα σου, γιατί περί σκιάς ο λόγος και περί θανάτου έργα. Τήρα
μόνο για το νιτερέσο σου δηλαδή, να στέκεις αλάργα από την Εξωτέρα τη Παγανή.
Τον νου σου κακομοίρη μου, μην και σε ξεμοναχιάσει καμιάν ώρα αφύλαγο. Γιατί σε
κάμει στο μινούτο και χάνεις τα συλλοϊκά σου και τότες όλα τζάμπα πάνε και κατά
κρημνών».
Πώς με παραμύθιαζε μαστόρικα τόσην ώρα εκεί δα ο
αθεόφοβος, ήταν απορίας άξιον. Και όχι τίποτε άλλο αλλά κατάφερνε να γίνεται
μέσα στην γενικότερη ανυποληψία του και αρκετά πειστικός.
Τον βλεφάριασα καχύποπτα. Περισσότερο έδειχνε με
άνθρωπο που δεν θα το είχε σε τίποτα να σου ανοίξει το κεφάλι με ένα σκεπάρνι,
παρά οδηγός και μάλιστα πνευματικός, σε αλλότριες πραγματικότητες.
«Προχώρησε», μούγκρισε βαριεστημένα «και εγώ
ξοπίσω σου ακολουθώ. Οι οδηγοί πολλές φορές υπάρχει ανάγκη να ακολουθούν. Είναι
και αυτή μια μορφή καθοδήγησης που με τον καιρό θα καταλάβεις την αξία της.
Βάλε το καλά στο τσερβέλο σου. Τα πράγματα τις περισσότερες φορές
αποδεικνύονται κομμάτι διαφορετικά από ότι εσύ φαντασιώνεσαι. Αλλά θάρσει. Το
ουράνιο τόξο πάντα είναι απότοκο μιας καταιγίδας».
Κάποια στιγμή ο Μοντεσάντος πήρε κεφάλι περνώντας
μπροστά. Ένα αχνό φώς εκπεμπόμενο από άγνωστη πηγή, πήρε να δίνει σχήμα και
μορφή στον περιβάλλοντα χώρο. Διασχίζαμε ένα τούνελ σα σκοτεινή μήτρα. Αψίδες
βυζαντινές συνδυασμένες με γοτθικά οξυκόρυφα τόξα, κούμπωναν απείρως ψηλά, όμοια με θηριώδη ψαροκόκαλα τοποθετημένα ορθά
κατά μήκος μιας ατέλειωτης διαδρομής, σχηματίζοντας μια χοάνη σπαρμένη μαύρο, ατίθασο χορτάρι. Ένα πνεύμα
ανέμου περιφέρονταν ψάχνοντας δίοδο ίσα μπροστά με τέτοια μερικές φορές βιαιότητα
που μας παρέσερνε σαρίδια ενός αποτυχημένου καρναβαλιού, μια ώρα αρχύτερα προς
την υποτιθέμενη έξοδο.
«Κάμε υπομονή και κοντοζυγώνουμε» με συμβούλευσε
με αυστηρότητα το φάσμα του ποιητή.
« Η χειμέρια πορεία μας πάντοτες προϋποθέτει μιαν επιστροφή
αν έχεις ώτα να αφουγκραστείς τη βουή των αμφίδρομων ποταμών. Οδός άνω κάτω μια
και ωυτή που μας φίλεψε ες αεί κτήμα και ο παλιός μας εκείνος πρόγονος, ο Ηράκλειτος.
Ο ίδιος δρόμος θα είναι και ο σωτήριος μίτος σαν χρειαστεί να πισωγυρίσουμε. Γκέγκε;»
Κάποτε επιτέλους βγήκαμε στο άπλετο φώς, αφήνοντας
αμανάτι πίσω μας τη σκιά ως φυσική οντότητα πρώτα και κατόπι ως μεταφορική. Όχι
αμέσως, μα σταδιακά. Έλαμψε πρώτα ένα τεράστιο μάτι στη άκρια του τούνελ και
σιγά-σιγά πήρε να γιγαντώνεται μέχρι που ένα ανάλγητο φώς ήρθε και μας έλουσε,
καθιστώντας με προς στιγμή τυφλό σα νιογέννητο γατί.
«Δεν είναι φώς ηλιακό, αυτό που αντικρίζεις», μου
εξήγησε ο αυτοδιορισμένος προστάτης μου. «Εκπέμπεται από πνευματικά Όντα
αρκούντως δύστροπα και ανισσόροπα που δύσκολα θα κατανοήσεις την ύπαρξη τους,
όση προσπάθεια κι αν καταβάλω να σε διαφωτίσω σχετικώς. Καλλίτερα να μην
γνωρίζεις. Σε αυτούς τους τόπους η άγνοια δίνει δύναμη να αντιμετωπίζεις τα
γεγονότα τουλάχιστον με αψηφισιά. Μια κρυφή ματιά στη λειτουργία αυτού του
συστήματος μπορεί να επιφέρει καταστροφή ολοκληρωτική τόσο για σένα όσο και για
την επίπλαστη σταθερότητα εντός σου. Τα πάντα δύνανται να καταρρεύσουν σε χρόνους
ελάχιστους. Και δεν σε συμφέρει καθόλου αυτό. Άκουσε με και κάμε υπακοή. Ότι
μπορεί να εξηγηθεί, θα εκπορευθεί μέσα από τα χείλη μου τα πικραμένα, δίχως
φειδώ και άχρηστους χρησμούς. Για περισσότερα μην ελπίζεις. Θα έρθει καιρός και
για αυτά, αλλά πολύ αργότερα σαν έχουν ωριμάσει τα φρούτα της επίγνωσης στον
αφρόντιστο κήπο σου.»
Άνοιξα τα μάτια μου στο παλικαρίσιο φώς. Η ατμόσφαιρα
ήταν καθάρια και όλα λαμποκοπούσαν ξερνώντας φωτόνια, σαν σε μια μέρα
μεσοκαλόκαιρου. Ένας τρυφερός λεβάντες πήρε να φυσάει απροσδόκητα αρωματίζοντας
την ατμόσφαιρα ιώδιο και αρμύρα μιας μακρινής τρικυμίας. Πένθιμες καμπάνες
ταξίδευαν το μονότονο μοιρολόγι τους στον αγέρα, αντανακλώντας το πάνω σε
φτερούγες γλάρων που ξεστρατισμένοι πήραν να βουτούν προς τη μεριά μας. Οι
καμπανισμοί αυτοί που εκπήγαζαν και από τις τέσσερις πλευρές του ορίζοντα,
έχοντας προσλάβει διαστάσεις ογκολίθου έδιναν με το θηριώδες εκτόπισμα τους,
ένα κάποιο τόνο βαριάς επισημότητας στη μέρα.
Αναγνώρισα χωρίς δυσκολία, το δρόμο που περνούσε κάποτε
μπρός από το πατρικό μου. Τα πάντα όμως έδειχναν αρκετά διαφορετικά. Στη θέση
του πατρικού μου σπιτιού, ένας κήπος φυτεμένος λογιών -λογιών οπωροφόρα θέριευε
τώρα και θρασομανούσε, κρύβοντας με τον όγκο του, τον γαλακτερό ουρανό. Δυο κυπαρίσσια ίσκιωναν με τις λιγνές του φιγούρες
το πέτρινο πηγάδι που στο φιλιατρό του στραφτάλιζε ακουμπισμένος, ένας κουβάς.
Απέναντι ξεπρόβαλλαν ατόφια μέσα από την αχλή κάτι
σπιτάκια παλιά, που τα θυμόμουν από παιδί να κατοικούνται από ζευγάρια ηλικιωμένων.
Ακόμα και τώρα έχοντας κυλίσει τόσο νερό στο ποταμό, τα ονόματα των ιδιοκτητών
τους, έμεναν καρφιτσωμένα στο μυαλό μου σα πεταλούδες μπαλσαμωμένες σε κάποια
σκονισμένη προθήκη. Ήμουν όμως σίγουρος ότι και τα σπιτάκια αυτά είχαν το δίχως
άλλο γκρεμιστεί δίνοντας τη θέση τους σε πολυκατοικίες μοντέρνες, και ότι τα
γεροντάκια από χρόνια, είχαν συγχωρεθεί, εγκαταλείποντας ξοπίσω παιδιά και
αγγόνια να διαφεντεύουν τα κόπια τους και όχι πάντα με το καλλίτερο δυνατό
τρόπο.
Δεν έβγαινε νόημα από όλα τούτα τα τρελά και
σταμάτησα προσώρας να παλεύω για κάποιου είδους αιτιολόγηση, αφήνοντας τον
εαυτό μου λέφτερο να παρασύρεται στα ρεύματα του παράλογου σύμπαντος που με
κύκλωνε και που μου έκανε τη χάρη να αποκαλύπτεται κομμάτι-κομμάτι.
Και να που ο μπάρμπα-Κασίμης βγήκε από το ασβεστωμένο
σπιτάκι με τα κεραμίδια, μας χαμογέλασε με ένα αδειανό από δόντια στόμα και δείχνοντας
να με αναγνωρίζει, ψεύδισε χαριτωμένα:
« Γεια σου ρε Χρονάκη. Καιρό έχουμε να σε ιδούμε
από τα μέρη μας. Τι γένεσαι βρε ψυχή;» και μην καρτερώντας απόκριση το έβαλε
κουτσαίνοντας ελαφρά, καρφί για το ταβερνείο του Σπίθα που κάποτε ήκμαζε
αντικρύ στη παλιά εκκλησιά της Ζωοδόχου Πηγής.
Η συχωρεμένη η κυρά-Γεωργία η συμβία του, πότιζε αμέριμνη
κάτι γλαστρούλες με ένα σκουριασμένο τενεκεδάκι, μουρμουρίζοντας προσευχές
καθώς το είχε συνήθειο ισιώνοντας που και που νευρικά, το κόμπο του μαύρου της
τσεμπεριού κάτω από το σαγόνι.Ο δρόμος που περνούσε εμπρός από τον κήπο που αργότερα θα χτιζόταν το πατρικό μου, ξεδιπλωνόταν χωμάτινος με κάτι αγκωνάρια τεράστια να ξεπροβάλλουν ίδια χελωνίσια καύκαλα μέσα από το χώμα, και μεριές-μεριές έστεκε αδιάβατος για τα άμαθα μου ποδάρια. Γιατί τώρα έπρεπε να ομολογήσω, πώς είχα αποκτήσει και πάλι άκρα. Τα άσαρκα μέχρι και πριν από λίγο μέλη μου, είχαν πάρει περιέργως υπόσταση όχι ακριβώς σταθερής δομής, αλλά όπως και να είχε το πράγμα τη δουλειά τους την έκαναν σαν και πρώτα καλά και με το παραπάνω δηλαδή. Το ίδιο ακριβώς πράγμα παρατήρησα ότι συνέβαινε και στο σώμα του καπετάν- Αλέξανδρου. Εκεί που θαρρούσα ότι είχα να κάνω με ένα γερόντιο φασματικό και ατμώδες, γέννα φρικτή μιας ξεστρατισμένης Ερινύας, ξαφνικά βρέθηκα δίπλα σε ένα κοτσονάτο ηλικιωμένο άνδρα που άστραφτε μέσα στο περίγραμμα του, σωστός Αποσπερίτης σε καθάριο ορίζοντα.
Βαδίσαμε προς τη μεριά της γούβας. Κάμποσοι
περίεργοι βγήκαν στις ρούγες να μας προϋπαντήσουν Όλοι είχανε έναν λόγο καλό
στο στόμα να μου ειπούν.
«Δεν είσαι εσύ ο Χρόνης ο γιός του κυρ-
Απόστολου;» με αρωτούσαν όλο τρυφερότητα και ενδιαφέρον και ύστερα συμπλήρωναν
παινεύοντας με:
«Βρε-βρε σκασμένο πώς αψήλωσες έτσι. Κοτζάμ άνδρας
γένηκες. Σε θυμόμαστε με το ποδήλατο να τρέχεις την κατηφόρα του σκοτωμού και να
σε μαζεύει η μάνα σου ματωμένο από τα ρέματα.»
Μια γριά αφράτη, καλοζωισμένη, βγήκε από έναν
αυλόγυρο και μου φώναξε:
« Κόπιασε και από δω, γιόκα μου.»
Πήγε τρεχάτη σε μια βερικοκιά που έσκαζε από
καρπό, μάζεψε καμπόσα γινωμένα από τα χαμόκλαδα και μας τα μοίρασε δίνοντας μου
τα περισσότερα. Τα έχωσα με αμηχανία στη τσέπη.
Έγνεψε προς τον Μοντεσάντο
και μου απολογήθηκε:
«Τον κύριο δεν θυμάμαι να τον έχω ματαδεί. Ξένος
είναι;»
« Κατά πώς δείχνει το πράμα, όλοι ξένοι θαρρώ πως είμαστε
κυρούλα μου σε τούτα τα μέρη», της απάντησα.
«Όχι και ξένοι, Χρόνη μου. Ταχιά θαρρώ πως με
απολησμόνησες τη φτωχιά. Τέλος πάντων. Στη κατάσταση σου μαθές, όλα
δικαιολογούνται. Τα βερίκοκα… Τι τα έχωσες έτσι δα στη τσέπη σου; Να τα φάγεις
στα έδωσα… Δεν τα καταδέχεσαι μπλιό; Διαμαντοπούλου είναι από τη βερικοκιά που
λιμπιζόσουν μικράκι και που δεν έμελε ποτές σου μήτε αγουρίδα να δοκιμάσεις».
Με μιας ο νους μου φωτίστηκε από αλλεπάλληλες
αστραπές μνήμης και ευθύς ανακάλεσα την
ιστορία που μάταια αγωνιζόταν τόση ώρα η συνομιλήτρια μου να μου υποβάλλει
με αρκετά ευγενή ομολογουμένως τρόπο.
Πως το βάσταξε η καρδιά μου να απολησμονήσει τη κυρά Ασημή, τη
χήρα του Σοφοκλή, του ζαχαροπλάστη, δεν ημπορούσα να εννοήσω. Ζούσε παραδίπλα,
δύο τρία σπιτάκια μετά το δικό μας. Ήσυχη γυναικούλα, μαζεμένη που δεν
βουλήθηκε να κάμει ποτέ της κακό και σε κανένα, την βρήκανε οι γειτόνοι μια
βδομάδα πεθαμένη μέσα στο ίδιο εκείνο σπίτι και τη κηδεύσανε ρεφενέ.
Θα ήτανε αρχές δεκαετίας του εξήντα σαν πέρασε μπροστά από το φτωχικό της ο γύφτος,
φορτωμένος έναν αυτοσχέδιο τροχό, από δαύτους τους κατσίβελους που τριγυρίζανε
παλιά τις φτωχογειτονιές και ακονίζανε τα ψαλίδια και τα μαχαίρια του κοσμάκη
για πενταροδεκάρες. Κόβοντας με το αετίσιο του μάτι τη βερικοκιά που σάλευε στην αυλή, με τα
κλαδιά της τίγκα στο βερίκοκο, παρακάλεσε μυξοκλαίγοντας τη γριά να τον αφήσει
να κόψει λίγα τάχαμου να τα πάει στα παιδάκια του πεσκέσι.
Φιλότιμη η
κυρά- Ασημή του έδωσε το λεύτερο και μια και δύο ο Γύφτος σκαρφάλωσε στο δενδρί.
Σε λίγα λεπτά το είχε κυριολεχτικά μαδήσει. Δεν άφησε λίθο επί λίθου. Έβαζε
στις τσέπες, καταχώνιαζε μέσα στο πουκάμισο, έκρυβε στο βρακί του.
Η γριά τραβούσε τα μαλλιά της.
«Νισάφι παιδί μου. Κάμε έλεος και κατέβα να σε
χαρώ. Αρκετά μάζωξες»,κλάφτηκε η ψυχοπονιάρα η κυρά-Ασημή μπας και τον
συγκινήσει κομμάτι και κατέβη από μονάχος. Αλλά ο Γύφτος δεν καταλάβαινε από
παρακαλετά. Είχε πέσει βουρ στο πατσά και ούτε ο Θεός ο ίδιος δεν τον κατέβαζε
από κει πάνω.
« Χρόνη μου» φώναξε αναγκεμένη για τα καλά,
βλέποντας με να ροβολάω τη κατηφοριά με ένα ποδήλατο: «Σύρε στον πατέρα σου και
λέγε του να έρθει ταχιά ότι δεν μου
αφήκε ρουθούνι ο αρκουδόγυφτος.»
Βγάζουν τα
πετάλια μου φωτιά, πουλί γένομαι και τρέχω στο γέρο μου.
«Το και το, πατέρα»
Αρίβαρε το λοιπόν ο γέρος μου στη στιγμή, κατέβασε
με το στανιό τον άνθρωπο από το δέντρο και τον βίασε να αφήκει το κλεμμένο καρπό
στο κατώφλι της γριάς.
Χίλιες ευχές μου έδωκε εκείνη τη μέρα η κυρούλα για
την προθυμία μου να τη συντρέξω στο πάθημα της, και στο τέλος γενναιόδωρα μου
έταξε:
« Δικιά σου η βερικοκιά γιόκα μου, να έρχεσαι να
την κορφολογείς οπότε σου κάμει κέφι από τούδε και εις τον αιώνα τον άπαντα»
Μάταιοι λόγοι.
Την επόμενη χρονιά, η κυρά-Ασημή είχε συγχωρεθεί,
το σπιτάκι γκρεμιστεί και η βερικοκιά σάπιζε πεταμένη απάνω στα μπάζα.
Μια κακογραμμένη και ανορθόγραφη επιγραφή καρφωμένη
σε ένα στειλιάρι προειδοποιούσε τους διαβάτες:
ΑΠΑΓΟΡΕΒΕΤΕ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΙ ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑ
Αρ.Αδ.273/62.
Και να σου τώρα η κυρά Ασημή, ζωηρή και κεφάτη σα
κοπελούδα νιόπαντρη, να μου χτυπάει τον ώμο και να με ξεπροβοδίζει όλο
τσιριμόνιες.
« Να μου ματάρθεις Χρονάκη μου, ότι θα σε περιμένω
να κουτσομπολέψουμε. Πολλά έχουμε να ειπούμε για τα απερασμένα. Πρέπει τώρα
όμως να συγυριστώ στο μάνι-μάνι για την εκκλησιά. Άργησα βλέπεις με το άξαφνο
σου και θα με περιμένουν οι φιλενάδες μου από ώρα ».
Το κουρείο στη μικρή πλατεία ήταν ανοιχτό. Μέσα
στα λίγα τετραγωνικά του καταστήματος, ο Διονύσης ο μπαρμπέρης, που ένα μήνα
πριν είχα ακολουθήσει τη κηδεία του, ασφυκτιούσε διαβάζοντας μπαϊλντισμένος
εφημερίδα. Παρακάλεσα τον Μοντεσάντο για να μπούμε: « Κάμε δουλειά σου»
συναίνεσε, «υπάρχει χρόνος υπεραρκετός. Με ένα κουρεματάκι δεν θα χαθεί το σύμπαν.» Μπήκε πρώτος στο χαμηλοτάβανο
μαγαζί και έπιασε τη μοναδική σκισμένη καρέκλα.
Ο κυρ- Διονύσης σηκώθηκε σβέλτα και πασχίζοντας να
βρει την ισορροπία του στα χοντρά του
ποδάρια μας καλωσόρισε: « Τι χαμπάρια από όξω πατριώτες; Κοπιάστε να σας
περιποιηθούμε» και αντιλαμβανόμενος ότι ο συνοδός μου ποσώς ενδιαφερόταν για
τις ταπεινές του υπηρεσίες, στρεφόμενος προς τη μεριά μου, με όση ευγένεια
διέθετε εύκαιρη τη δεδομένη στιγμή, μου υπέδειξε τη ίδια εκείνη πολυθρόνα όπου
βάζοντας ένα μαδέρι απάνω στα μπράτσα της συνήθιζε να με κουρεύει σαν με
πάγαινε η μάνα μου παιδάκι.
«Πού ακούστηκε, Μεγαλοπαρασκευϊάτικα και να
δουλεύουμε σα σκλάβοι. Ποτές δεν θυμάμαι να έχω εργαστεί μια τέτοια ιερή μέρα
σε όλη μου τη ζωή. Ποιος διάβολος -απορώ και εξίσταμαι,- με ξεσήκωσε σήμερα πουρνό –πουρνό να ανοίξω το
παλιομάγαζο; Και να ειπείς ότι έχει και δουλειά; Κεσάτια. Κοπροσκυλιάζω
φουμέρνοντας αράδα και διαβάζοντας τη προχθεσινή εφημερίδα. Τέλος πάντων, ας
είναι. Εσύ τσίφτη, κάποιον γνώριμο μου από τα παλιά, μου θυμίζεις. ΄Εντονα
μάλιστα. Από την άλλη όμως, δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Σπάω το κεφάλι μου από
ώρα, μα τι τα θες; Άδικος κόπος», έριξε πετονιά μπας και τσιμπήσω και με ένα
σκουριασμένο ψαλίδι πήρε να μου κόβει τη κορφή.
Μέχρι να ολοκληρώσει το αγώι, δεν άνοιξα το στόμα
μου να πω κουβέντα, ούτε και θέλησα να του φανερώσω ποιος ήμουν. Σαν τέλεψε,
επειδή δεν κρατούσα χρήματα πάνω μου, απευθύνθηκα στον κυρ- Αλέξανδρο που μετά
χαράς προθυμοποιήθηκε να με βγάλει από την δυσάρεστη θέση. Σαν ταχυδακτυλουργός
που έχοντας βαρεθεί να επαναλαμβάνει μια ζωή τα ίδια φτηνιάρικα κόλπα
εμφάνισε στη χούφτα του ένα κατοστάρικο,
πλήρωσε τον χάσκοντα κουρέα και παίρνοντας τα ρέστα προσεχτικά, αφού τα μέτρησε
ενδελεχώς τα τοποθέτησε σε μια τζέπη στο σακάκι της πιζάμας του. Ακριβώς τη
στιγμή εκείνη συνειδητοποίησα προς μεγάλη μου έκπληξη ότι ενώ εγώ ήμουν ενδεδυμένος
τουλάχιστον ευπρεπώς για τις έκτακτες αυτές περιστάσεις, ο οδηγός μου αντίθετα,
φορούσε πάντα τη ριγωτή πιζάμα του φρενοκομείου. Δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσω
τίποτα. Αυτομάτως έλαβα την απάντηση με φανερή σφόδρα τη δυσαρέσκεια από τη
μεριά του.
«Άκουσε να ιδείς φίλτατε. Τα ενδύματα σε αυτόν το
τόπο είναι πώς να το πω: Αδιάφορα. Και με το σώβρακο να έβγω στη γύρα το ίδιο
κάνει. Κανένας εδώ δεν θα δώσει σημασία γιατί κατά βάθος οι πάντες γνωρίζουν
καλά, πώς ότι έχει αξία τελικά, δεν είναι οι ίνες των υφασμάτων, μα οι δερμάτινοι
χιτώνες που κάποτε υπήρξαμε. Και τούτοι όχι τόσο γιατί υποκρύπτουν κάποιο
ιδιαίτερο νόημα, παρά μόνο γιατί προσδίδουν σχήμα και υπόσταση στο ψυχικό φορτίο καθενός από εμάς τοιουτοτρόπως
ώστε να διακρινόμαστε με ασφάλεια από τα Μεγάλα Αφεντικά. Γιατί μην θαρρείς ότι
δεν κάνουν κι εκείνοι που και που τα λαθάκια τους, με ολέθρια πολλές φορές
αποτελέσματα.»
Βγήκα από το κουρείο ντροπιασμένος με την
αδιακρισία που είχα επιδείξει προς το Δάσκαλο μου και αλλοίμονο, με χαρακτήριζε
από τα μικράτα μου. Αν κάποτε αυτή μου η αδυναμία ήταν συγγνωστή και για
κάποιους ακόμα και χαριτωμένη, τώρα πια δεν είχα κανένα δικαίωμα να την
επικαλούμαι και να προσπαθώ να κρυφθώ πίσω της σα μαθητούδι με το χέρι χωμένο
στο βάζο με το γλυκό.
Ζήτησα ταραγμένος συγνώμη αλλά ο Μοντεσάντος δεν
φάνηκε να εντυπωσιάζεται ποσώς από τη κατόπιν εορτής μεταμέλεια μου. Συνεχίσαμε
το δρόμο μας σιωπηλοί.
Στη άλλη γωνία, δίπλα στο κατάκλειστο ψητοπωλείο «Η
ΑΡΚΑΔΙΑ», το «ΣΙΝΕ- ΑΡΓΩ» ετοιμαζόταν να ανοίξει για την μεσημεριανή προβολή. Θα έπρεπε η μέρα να ήταν Κυριακή
γιατί θυμόμουν καλά ότι μόνο τις Κυριακές υπήρχαν μεσημεριανές προβολές.
Κάποιος τοποθετούσε τη διαφημιστική ταμπέλλα μπροστά στη κυκλική είσοδο, ενώ η
ταμίας –μια ομορφούλα ψιλόλιγνη, που τη θυμόμουν με τη παραμικρή ανατομική λεπτομέρεια,- έπαιρνε τη θέση της μέσα στο
καμαράκι του εκδοτηρίου, σενιάροντας με τα αφράτα της δάχτυλα, ένα μάτσο
δεσμίδες εισιτήρια. Πλησιάσαμε τη ταμπέλα. Διάβασα:
ΣΗΜΕΡΟΝ Μ.Παρασκευή
Μια ταινία σταθμός στην ιστορία της έβδομης τέχνης
Ο
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ
Ο χορός
της Σαλώμης, οι Μακαρισμοί, τα θαύματα
Οι τελευταίες δραματικές ώρες.
Η προδοσία, Η
Σταύρωση, η Ανάσταση.
Με τον Τζέφρυ Χάντερ στο ρόλο του Σωτήρος
Έγχρωμον Τεχνικολόρ
Ώρες Προβολών: 15.ΟΟ
Είχα λαθέψει κατά πώς φαινόταν την ημέρα. Ήταν
Μεγάλη Παρασκευή και υπήρχε μόνο μία μεσημβρινή προβολή για να μπορέσει ο
κόσμος να ακολουθήσει το απόγευμα τη περιφορά του Επιταφίου, έχοντας πάρει μια τζούρα
προκαταβολή από Θείο Δράμα. Χάζευα τις χρωματιστές φωτογραφίες με το στόμα γεμάτο
σάλιο από τη νοσταλγία, όταν πίσω από τη τζαμένια είσοδο του κινηματογράφου,
στο σκοτεινό διάδρομο που οδηγούσε στη κεντρική αίθουσα προβολής, σαρκώθηκε
άξαφνα μια γυναίκεια μορφή απείρως θελκτική που παίρνοντας να αργοβαδίζει
ολόγυμνη προς το κυλικείο, άρχισε να μου γνέφει όλο χάρη και να με καλεί να
έμπω, τάζοντας μου με τα λαμπυρίζοντα μάτια της τα χίλια όσα.
Για μια στιγμή παρασύρθηκα και κινήθηκα προς τη
μεριά της.
Σαν να ένοιωσε τις κρυφές μου σκέψεις που λίγο
ήθελαν να με οδηγήσουν άθυρμα στις ταπεινές μου ορέξεις, ο Μοντεσάντος
τραβώντας με από το μανίκι με πρόγκαρε αυτή τη φορά πολύ άσχημα.
«Παράτα μας επιτέλους, παιδί μου. Σαν πολύ το
τραβάς το σχοινί και διάθεση δεν έχω καμία για τα τερτίπια σου. Σιγά τώρα μην σε
πάμε και στο Σινεάκ. Σε προειδοποίησα άλλοτε, μα σημασία δεν έδωσες στα λόγια
μου. Μακριά από την Εξωτέρα τη Παγανή. Σαν τι λογής πλάσμα, θαρρείς ότι σαλεύει
ψάχνοντας θύματα, μέσα σε κείνο το ανήλιαγο σπήλαιο που εσύ λογιάζεις για
κινηματόγραφο; Αλάργα ανόητε, φτερά στα πόδια βάλε, σαν θέλεις να σωθείς…» και
με οδήγησε σχεδόν σπρώχνοντας πάλι από το ίδιο στρατί προς τη πλατεούλα.
Έριξα μια ματιά πίσω μου όλο περιέργεια σαν τη
παλιά εκείνη γυναίκα του Λωτ. Η Πανώρια μου είχε εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Τη
θέση της τώρα είχαν πάρει ατμίδες που χόρευαν θνησιγενείς στο μεσημεριάτικο φώς,
ένα φώς όλο μυστήριο που καταφέρνοντας να τρυπώσει στο εσωτερικό του κινηματογράφου
λάθρα και παρανόμως, διαβεβαίωνε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο και τον πιο
καχύποπτο παρατηρητή, ότι τα πράγματα έχοντας στραβώσει πια στα γεμάτα,
οδηγούνταν τώρα ανεπίστροφα, προς μια επερχόμενη δύση.
Ένοιωθα αρκετά περίεργα. Αποδοχή και κατανόηση
ξεχείλιζαν από μέσα μου, αδικαιολόγητα όσο να ειπείς συναισθήματα για όλα όσα μου είχαν συμβεί και
συνέχιζαν να συμβαίνουν ως εκείνη τη
στιγμή με κύριο υπαίτιο, τον αυτόκλητο σωτήρα μου. Βρίσκοντας όμως το ψυχικό
μεγαλείο παρά τις όποιες μου επιφυλάξεις, πρώτη φορά από τη ώρα που ανταμώσαμε
απευθύνθηκα με τρόπο ευγενή και καλοπροαίρετο στον ακαταπόνητο οδηγό μου που
δεν έλεγε να με αφήσει μονάχο ούτε να
πάρω ανάσα.
«Δεν καταλαβαίνω», του ξομολογήθηκα. «Όλα αυτά
όπου απαντούμε στη στράτα μας είναι από χρόνια φευγάτα. Μήτε τα σπιτάκια αυτά
υπάρχουν πια, μήτε οι κινηματόγραφοι και τα κουρεία, πόσο περισσότερο οι
άνθρωποι που συντυχαίνουμε. Εξήγησε σε παρακαλώ…»
Χαμογέλασε πικρά ο κυρ- Αλέξανδρος και ξέσπασε σα
νεροσυρμή που την λευτερώνει ο δραγάτης με το τσαπί για να ποτίσει πονετικά,
άνυδρους κήπους και περβόλια διψασμένα.
« Καλώς εννόησες παιδί μου, ότι όλα τούτα γύρω μας
είναι νεκρά. Κάτι αρχίζεις να συλλαμβάνεις θαρρώ, γιατί δεν σου κρύβω, ότι τόση
ώρα είχα αναρωτηθεί για τις αντιληπτικές σου ικανότητες. Τω όντι, βλέπεις και ζεις
μια πεθαμένη φέτα από το παρελθόν σου. Ότι χάθηκε για πάντα, παίρνει τη θέση
του σε αυτή τη πραγματικότητα που είναι μια σκηνή όπου καταλήγουν όλα,
υφιστάμενη μόνο και μόνο για ατομική σου χρήση, προς θεατρισμό σου, πες
καλύτερα. Όλα κομμένα και ραμμένα για μια παράσταση στο ένδον σου κοίλον, με
μοναδικό θεατή και αδυσώπητο κριτή εσένα τον ίδιο. Ένας ολόκληρος κόσμος
κατασκευασμένος από άγνωστη ακόμα και σε με ουσία, που σε καταδέχεται στις
αγκάλες του βρέφος άωρο, έχοντας σε προσωρινά εξιλεώσει από τα βάρη του θανάτου
σου, ένα Ντουίνο ανεμόπληκτο, ολωσδιόλου προσωπικό, μα και πέρα ως πέρα
ρεαλιστικό.
Εδώ η κάθε ημέρα που ξημερώνει, είναι η γενέθλιος.
Μεγάλη Παρασκευή δεν ήταν μαθές, σα γεννήθηκες πριν σαράντα χρόνια; Λαθεύω τάχα;
Αυτιάσου τις καμπάνες. Δεν έπαψαν στιγμή, μήτε θα πάψουν στους αιώνες να
σπαράζουν πένθιμες πρωτίστως για σένα .
Κοίταξε, έχεις πια σώμα υλικό. Όχι φυσικά το σώμα
που κάτεχες μέχρι και πριν από λίγο στη γη, αλλά τέλος πάντων και αυτό που
αξιώνεσαι, άχρηστο δεν σου είναι διόλου. Τη δουλειά του την κάνει όσο να πεις.
Δωρεάν λαμβάνεις και αναξίως, τούτη την ατελή σάρκα και πρόσεξε τη χρήση όπου
θα της κάμεις».
Ο Μοντεσάντος άξαφνα έδειξε να χάνει τη διάθεση
για περαιτέρω εξηγήσεις και τραβώντας το βλέμμα του από πάνω μου, βουβάθηκε
παντελώς. Κουτρουβαλήσαμε προσεχτικά στη κατηφόρα, προσεγγίζοντας την παλιά κοίτη του ρέματος. Μια νεροσυρμή
λεπτή σα φίδι αντανακλούσε το μαλακό φώς
του απογέματος διακτινίζοντας το σε χιλιάδες διευθύνσεις. Στις διάσπαρτες νερόγουβες,
κολυμπούσαν φαιόχρωμα βατράχια που κόαζαν ξελαρυγγιασμένα προς τα ερωτικά τους
ταίρια καλώντας τα για μια βιαστική συνουσία πάνω στη πέτρα τη μαλλιασμένη.
Πήραμε το χωμάτινο μονοπατάκι με τις ιτιές και
τους ανθισμένους ασφοδέλους, κατευθυνόμενοι προς τα ανατολικά, αν και αυτός ο
γεωγραφικός όρος δεν μπορούσε να σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε εκείνους τους
τόπους. Στην άλλη άκρια του ρέματος σε απόσταση ενός τσιγάρου δρόμο, βρισκόταν
το παλιό σπιτάκι της γιαγιάς. Το διέκρινα από αρκετή απόσταση. Ίδιο και
απαράλλακτο όπως ήταν πριν καταρρεύσει
από το σεισμό. Πρώτα ξεχώρισαν τα σπασμένα του κεραμίδια και προσεγγίζοντας το
λίγο ακόμη ξεπρόβαλλε σαν διάνεμα και αερικό που ενσαρκώνεται αγάλι-αγάλι στον
κουρασμένο στρατοκόπο, και το υπόλοιπο. Κρεμόταν από τον ουρανό λες από
αόρατους σπάγκους που κάποιος ταχυδακτυλουργός κρυμμένος στο γαλάζιο φόντο,
είχε αποφασίσει προς στιγμή να ακινητοποιήσει δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση
σταθερότητας και ασφάλειας. Τράβηξα τη πορτούλα του φράκτη και περάσαμε στον χορταριασμένο
αυλόγυρο. Ο Μοντεσάντος διακριτικά στάθηκε λίγο παραπίσω και κρύφτηκε όπως-όπως
στα φυλλώματα του σκονισμένου κισσού.
Βάρεσα το ρόπτρο ρυθμικά. Μου άνοιξε η γιαγιά.
Τόσα χρόνια ευχόμουν βαθιά μέσα μου, να υπήρχε τρόπος να την αντάμωνα και είχα
την ελπίδα μου στην άλλη ζωή μοναχά, μα να που ερχόμενο το πλήρωμα απρόοπτα και
εξ απήνης, την είχα εκεί καταντικρύ μου ολοζώντανη και φωτοβολούσα, όσο ποτέ άλλοτε
στο παρελθόν.
Τα μάτια
της άνοιξαν διάπλατα από έκπληξη. Προς στιγμήν πήγε να με αγκαλιάσει, αλλά
εντελώς ξαφνικά σαν να άλλαξε γνώμη, η όψη της σκοτείνιασε, αποτραβήχτηκε πέρα
και μου μίλησε στάζοντας παράπονο.
« Τι πήγες και έκαμες βρε τρικέρη; Τα περίμενα εγώ
από εσένα όλα τούτα τα μασκαραλίκια; Πάντα σε αποζητούσα και έλεγα με το νου
μου πότε θα σε ξανάβλεπα, μα δεν είπαμε και έτσι. Άσχημο τρόπο πολύ θαρρώ
διάλεξες να λύσεις τα προβλήματα σου.»
Με έμπασε στο εσωτερικό, ρίχνοντας μια ματιά όλο
νόημα στο μέρος όπου παραμόνευε ο Βιργίλιος μου.
Όλα υπήρχανε ταχτοποιημένα όπως τα είχαμε αφήσει
την ημέρα της κηδείας σφραγίζοντας το δωμάτιο. Ο σεισμός που είχε επισυμβεί δύο
μέρες αργότερα, δεν μας είχε αφήσει τότε περιθώρια να μαζέψουμε τίποτα από το
έχει της.
Από την παλιά εταζέρα που κατέρρεε σκοροφαγωμένη,
έβγαλε ένα ποτηράκι το γέμισε με μαστίχα μυρωδάτη και μου το προσέφερε.
«Πιες να θυμηθείς τα παλιά. Πιες να
απολησμονήσεις. Όπως τότε που ερχόσουν παλληκαρόπουλο ξέκλαρο να μου πεις μια
καλησπέρα και να πιείς τη μαστιχούλα σου. Για μολόγα, τι κάμει η κακομοίρα η μάνα
σου στον απάνω τον κόσμο;»
Κατέβασα τα μάτια μου από ντροπή και αμηχανία.
«Πορεύεται και ελόγου της το δρόμο το τραχύ καθώς όλοι μας»,απάντησα.
Χαμογέλασε με συγκατάβαση.
« Καλά, καλά μην το παίρνεις και κατάκαρδα.
Διορθώνονται σαν θες, ακόμη τα πράματα. Λίγο κοινό νου να έχεις κι όλα θα
έρθουν κατά πώς τα επιζητείς. Στο χέρι σου είναι να μην υπάρξουν σοβαρές συνέπειες.
Και για να μην ξεχνιόμαστε… Ποιόν σου δωκαν για οδηγό;»
«Τον Μοντεσάντο γιαγιά, το ποιητή», την
πληροφόρησα.
« Αυτόν το κανάγια; Τον ναύτη του γλυκού νερού; Φαντάζομαι
τη κατάντια σου και την ανυποληψιά σου για να σε δώσουν σε αυτόν τον τρελό
αμανάτι.»
Αμέσως το γύρισε στο χωρατό και προσπάθησε να με
παρηγορήσει.
«Καλός είναι και δαύτος. Μην με συνερίζεσαι.
Φτάνει να μην το ρίξει πάλι στις φιλοσοφίες και τα κούφια τα λόγια, τα μεγάλα.
Άσε δε σαν ξεκινάει με αυτές του τις απίθανες περιπέτειες, τις ναυτικές… Ρεζίλι
των σκυλιώνε καταντάει ο ρεμπεσκές και μπαίγνιο των παιδιών.
Για σώπασε…Ακούω ξυσίματα στην πόρτα και καλά
γνωρίζω πώς δεν υπάρχουν γάτες εδώ γύρω. ΄Αιντες. Αυτό μάλλον σημαίνει πως ο
χρόνος μας τέλειωσε. Σινιάλο είναι. Μήτε δευτερόλεπτο δεν μας αφήνουν οι Κερατάδες
να ασηκώσουμε κεφάλι, να αναπνεύσουμε. Μας βγάζουν από τα κουτιά μας σα
φασουλήδες, λέμε τα λογάκια μας στο πιτς φυτίλι κι απέ μας ξαφανίζουν να μην
πιάνουμε το τόπο δωρεάν. Πάντα στο γρήγορο και στο πόδι μπας και χάσει η
Βενετιά βελόνι. Τι ωφελεί τάχα να γκρινιάζω; Ας είναι το λοιπόν κι έτσι… Σύρε τον
δρόμο σου αγγόνι και τα ταιριάζουμε πιο ευλογημένα και καθώς τους είναι πρέπον,
σαν έρθει η ώρα η βλογημένη».
«Θα επιστρέψω το δίχως άλλο, γιαγιά», της
υποσχέθηκα. «Στρώσε το γιατάκι μου στο παραγώνι, γιατί γρήγορα έρχομαι και
στέκω αντάμα σου για πάντα.»
«Άσε τρελό παιδί τις ανοησίες και τήρα να βάλεις
μυαλό. Δεν είναι να παίζεις με τα πνευματικά. Εσύ θαρρείς πώς έχεις να κάμεις
με καραγκιόζ μπερντέ και επιθεώρηση. Πιο σοβαρά είναι τα πράματα. Μην
ξεθαρρεύεις ότι χάνεσαι, και μαζί σου χάνομαι και εγώ η δόλια, που δεν φταίγω
σε τίποτες».
Έτσι μου μίλησε η γιαγιά και με φίλησε κλεφτά στην
πόρτα. Ο οδηγός μου φανερώθηκε, της χαμογέλασε βαριεστημένα και πήρε τη πάνω στράτα, βιαστικός δίχως να με
προσμένει λεπτό.
«Αρκετά…Ακολούθα με», διέταξε χωρίς κανένα πάθος
στη φωνή.
Τη θέση του άπλετου φωτός είχε πάρει από ώρα ένα
μούχρωμα που δεν ημπορούσα με τις ασθενείς νοητικές μου δυνάμεις, να κατανοήσω το
πώς είχε προκύψει και σαβάνωνε ολοένα το θέατρο που απλωνόταν ομπρός στα πόδια μου
με λωρίδες σκότους, σερπαντίνες μιας φιδοδαγκωμένης
Αποκριάς, ως πέρα μακριά, στην απεραντοσύνη του ορίζοντα.
Επιτάφιοι τώρα περνούσανε στολισμένοι, μποτζάροντας
επικίνδυνα στις πλάτες των βαστάζων, σα πλοία φωταγωγημένα μιας γραμμής
καταργημένης, μέσα στη σκοτεινάγρα φουρτουνιασμένου πελάγου. Πλήθη πιστών τους ακολουθούσανε βουβά, με κεριά αναμμένα
στα χέρια, προστατεύοντας τις αδύναμες φλογίτσες τους από έναν άνεμο φονιά, με
την απαλάμη. Η πανταχού παρούσα μαγγανεία της Μεγάλης Παρασκευής, με είχε γραπώσει στα ατσαλένια της νύχια και
σαν χελώνα με ανέβαζε ψηλά στον κατάστικτο από χλωμά άστρα ουρανό, για να με
αφήσει αμέσως μετά να γκρεμοτσακιστώ με την πιο μεγάλη αδιαφορία, πάνω στα
βράχια των οιμωγών της.
Με τριγύριζε η μελαγχολία του βραδιού. Τόσην ώρα
έχοντας καταφέρει να προσαρμοστώ αρκούντως επιτυχημένα στην πρωτόγνωρη για μένα
κατάσταση, τα συναισθήματα εντός μου παρέμεναν σε μια σχετική ισορροπία. Μα
τώρα που πήρε να βραδιάζει αν και όχι εντελώς ακόμα, η ψυχολογία μου είχε
μεταβληθεί άρδην. Αναλογιζόμουν τους γονείς μου γεροντάκια ανήμπορα, να μην
μπορούν να πιστέψουν το κακό που τους είχε βρει και πνιγμένοι από τα μαύρα
κλάματα έξω από τη πόρτα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας να αγωνίζονται με νύχια
και δόντια να μεταθέσουν ό ένας στον άλλο, το δράμα της αναγνώρισης του
πτώματος μου. Τους συμπονούσα βαθειά και έλεγα με τον αδιόρθωτο νου μου πόσο
εγωιστικό ήταν αυτό που τους είχα κάμει.
Σαν να κατάλαβε ο κυρ- Αλέξανδρος τις σκέψεις μου
ξεφύσησε: « Τίποτα το τελεσίδικο ακόμα, τζόβενο. Δεν γνωρίζουν τα γονικά για τα
καμώματα σου τίποτα. Ο γήινος χρόνος πίστεψε με, έχει σταματήσει μόνο και μόνο
προς ωφέλειαν σου.
Θα έρθει η ώρα να πάρεις τις οριστικές σου αποφάσεις.
Μην βιάζεσαι. Προχώρησε τώρα και άσε τα γυναίκεια κλαψουρίσματα και τες
μεταμέλειες που δεν βγάζουν πουθενά.»
Τσαλαβουτήσαμε στα ερεβώδη πια ύδατα του ρέματος
και περάσαμε απέναντι. Ανεβήκαμε ψηλά. Κυπαρίσσια δυσοίωνα, υψώνονταν μέσα στο
λυκόφως ως εκεί που έφτανε το μάτι. Το μούχρωμα επέμενε.
« Δεν σκοτεινιάζει ολότελα ποτές, σε τούτα τα
μέρη. ΄Εχεις ακόμη πράματα να ιδείς και να θαυμάσεις. Σαν θέλεις όμως, ξεκουραζόμαστε
λίγο κάτω από εκείνο το μαυροκυπάρισσο…»
«Όχι δάσκαλε, καλλίτερα να συνεχίσουμε. Θέλω να
φτάσω ως τη ρίζα της γνώσης που μου αποκαλύπτεται. Τι νόημα θα είχε μισής ώρας
ξεκούραση, όταν εδώ παίζεται η τύχη μιας ολάκερης ζωής στην αιωνιότητα».
« Καλώς φίλτατε. Συνεχίζουμε το λοιπόν ακάθεκτοι.»
Περπατήσαμε στη απέραντη ερημιά, μια πορεία ακύμαντη δίχως τίποτε να μπορεί να σταθεί
εμπόδιο στα ελαφίσια πατήματα μας. Κάμποση ώρα μετά, πήρε να χαράζει και πάλι,
η ημέρα η δεύτερη.
Φτάσαμε σε μία οικοδομή Κυκλώπεια. Χτισμένη καταμεσής
μιας γυμνής από βλάστηση πεδιάδας, θύμιζε εργοστάσιο της δεκαετίας του Τριάντα.
Στιβαρή κατασκευή από απροσδιόριστα υλικά, έδινε με την αδρή της παρουσία
κάποιο τόνο έντονης πνευματικότητας στο όλο τοπίο. Μπήκαμε στο σκοτεινό
εσωτερικό από τη κεντρική πύλη, στεφανωμένη δυο άπτερους γρύπες. Ο κυρ-
Αλέξανδρος χτύπησε παλαμάκια λες και καλούσε έναν αόρατο υπηρέτη και τα φώτα
άναψαν ξαφνικά δίχως να μπορώ να τα εντοπίσω πουθενά στο χώρο. Μια τεράστια
αίθουσα σαν Μουσείο ξεδιπλώνονταν μπροστά μας. Διάφορα αντικείμενα μικρά και
μεγάλα ήταν παρατεταγμένα σε σειρές παράλληλες που χάνονταν πέρα στην φαρμακερή
αμφιλύκη. Άρχισα με τη πρώτη ματιά κιόλας να αναγνωρίζω μερικά από αυτά.
Έδειξα στο Δάσκαλο ένα αυτοκίνητο μάρκας Οτομπιάνκι.
« Το θυμάμαι αυτό το σαραβαλάκι», του είπα. « Κάποτε ήταν δικό μου. Το πούλησα
πριν χρόνια σε μια κοπέλα που από ότι
πληροφορήθηκα ενεπλάκη σε ένα δυστύχημα και το σκότωσε μπίτ-παρά κατόπιν για
παλιοσίδερα.»
Προχωρήσαμε. Σπασμένα παιχνίδια όπου θυμόμουν από
μικρός, αντικείμενα διάφορα όπως καθρέπτες, χτένες, βιβλία που τα είχα πετάξει
στα σκουπίδια, σημειωματάρια γεμάτα άχρηστες λέξεις, αποτσίγαρα σωρό, ως και
ένα πιάτο που είχα σπάσει της μάνας μου γεμάτο κόκκινα αυγά μια Μεγάλη Πέμπτη πάνω
στα νεύρα μου, έστεκαν εκεί αλώβητα από το πέρασμα του χρόνου να με ατενίζουν
με μάτι κακό.
Ο Μοντεσάντος άρχισε τις
εξηγήσεις.
« Όλα τούτα είναι δικά σου, περιουσία σου, οστά εκ
των οστών σου. Πράγματα που πέρασαν κάποτε από τα τρύπια σου χέρια και χάθηκαν
ανεπιστρεπτί. Εδώ βρίσκεται ένα από τα προσωπικά σου Μουσεία που διατηρείς σε
τούτη τη διάσταση. Το περιδιαβαίνουμε μόνο και μόνο για να αισθανθείς το βάρος
της τέφρας του χρόνου που αφού κάλυψε πρώτα τη ρωγμώδη καρδιά σου, σε τάφιασε εν συνεχεία
ολάκερο και οριστικά, πριν καν προλάβεις να το πάρεις χαμπάρι. Παρατήρησε την ταπεινότητα
των αντικειμένων και συνέκρινε την ουσία του βίου σου με τη δικιά τους. Σε
πληροφορώ ότι παραμένει ευθέως ανάλογη. Αντικείμενα τόσο ευτελή και ανάξια
λόγου σαν και εσέ τον ίδιο.
Μην νομίζεις ότι προσπαθώ να σε στεναχωρήσω η να
σου σπάσω τον τσαμπουκά που λέτε και εσείς τη σήμερον ημέρα. Απλά μια
διαπίστωση κάνω που όσο και εάν σε στεναχωρεί δεν παύει να αποτελεί μια κρίση
δικαία».
Η τεράστια αυτή περιοχή χωριζόταν από μία άλλη το
ίδιο αχανή και μεγαλειώδη, με πορφυρή
κουρτίνα σα θεάτρου που σέρνονταν στο πάτωμα ξεθωριασμένη και διάτρητη, έτοιμη
θαρρείς να καταρρεύσει από τα κρικέλια που την συγκρατούσαν, συμπαρασύροντας
στη πτώση της κυβικά σκόνης που είχαν εναποθέσει οι αιώνες πάνω της μόριο το μόριο.
Κρεμόταν στερεωμένη από ένα μπαρόκ κουρτινόξυλο, και από τέτοιο ιλιγγιώδες ύψος
που στραβολαίμιαζες μόνο και να τη θωρείς. Βρεθήκαμε παραδίπλα, παραμερίζοντας
και οι δύο μαζί τις βαριές πτυχώσεις του
παραπετάσματος, με κόπο και προσπάθεια πολύ.
Όλα σε τούτο το χώρο, ήταν ρευστά. Όταν λέω ρευστά,
εννοώ ότι τα πράγματα εάν μπορούσαμε να τα θεωρήσουμε ως τέτοια, είχαν μια υφή
κολλώδη και συγκεχυμένες, υδαρές επιφάνειες. Δεν ξεχώριζαν λεπτομέρειες σχεδόν
καθόλου. Ακροπατούσαμε προσπαθώντας να αποφύγουμε τα σημεία όπου γλιστρούσαν
περισσότερο. Θύμιζαν λιωμένα κεριά που μαργωμένα από μια απρόσμενη παγοθύελα, είχαν
αποκρυσταλλωθεί σε παράξενα σχήματα, καθεδρικούς της σιχαμάρας υπερκόσμιους και
πυργώνονταν μέχρι ένα τρομαχτικό ύψος για να βουτήξουν κατόπιν καμπυλωμένα προς
τη μεριά της βαρύτητας, σχηματίζοντας έτσι ένα δεύτερο πυλώνα. Στηριγμένοι σε
τέτοιας μορφής επισφαλείς βάσεις, οι Σκιάποδες εκείνοι, έδειχναν έτοιμοι να
καταρρεύσουν άμεσα, εγκλωβίζοντας μας για πάντα στις εμετοφόρες πραγματικότητες
τους.
Ο κυρ- Αλέξανδρος κούνησε απελπισμένος το κεφάλι
και άρχισε ξανά-μανά τον εξάψαλμο:
« Συναισθήματα γλοιώδη και σαπωνοποιημένες σκέψεις,
γιομάτος τούτος ο τόπος. Κάποιος πρέπει να ρίξει ροκανίδι με τη σέσουλα, γιατί
μεγάλος ο κίνδυνος να σκοτωθεί κάνας Χριστιανός και δωρεάν μάλιστα, για καταδικές
σου αμαρτίες. Πράγματι τώρα που σε γνωρίζω λίγο καλλίτερα και κατάφερες να μου
εμπνεύσεις μια στάλα εκτίμηση, ιστόρησε μου πώς κατόρθωσες τούτο το μοναδικό θάμα» και μου
έδειξε τεντώνοντας το χέρι τον απαίσιο διάκοσμο. «Τίποτα σταθερό, τίποτα άξιον
λόγου. Μνημείον ακαλαισθησίας και γλυπτόν εξάμβλωμα. Πρέπει τω όντι να
ντρέπεσαι.»
Δεν ήξερα τι να του ομολογήσω. Τα επιτιμητικά του
λόγια που πρώτη φορά ξεστόμιζε με τόση φανερή αποδοκιμασία και ένταση στη φωνή,
με είχαν κυριολεκτικά εξουθενώσει. Η ψυχολογία μου είχε πιάσει για άλλη μια
φορά πάτωμα.
Με τράβηξε από το χέρι. Βγήκαμε και από την
δεύτερη αίθουσα. Ένα παραπόρτι μας οδήγησε, σε
ένα δώμα που θύμιζε χωριάτικη
εκκλησιά. Τα στρόγγυλα παραθύρια
καλυμμένα από πολύχρωμα βιτρό περιέργως αντί να φωτίζουν το χώρο, τον έκαναν
απρόσμενα πιο ερεβώδη και μυστηριακό. Όλα εκεί μέσα θύμιζαν κέλα μοναχού και εξομολογητήριο.
« Κάτσε», με πρόσταξε ο Ποιητής προτείνοντας
μου μια κουτσή καρέκλα.
«Φίλτατε…Από
πού να ξεκινήσω; Τι λόγια να εύρω να σου
περιγράψω τη κατάσταση σου, αν και είμαι βέβαιος ότι κι΄εσύ αντιλαμβάνεσαι
καλώς το αδιέξοδο όπου έχεις περιέλθει. Αφίχθης ακάλεστος στα μέρη μας και εντελώς
απροετοίμαστος. Αδιάβαστος που λένε στους μαθητές τους, οι καλοί δάσκαλοι.
Σαράντα χρόνια βίου; Προς τι; Άσε… Μην κουράζεσαι αδίκως, Θα αποκριθώ εγώ στη θέση σου.
Για δέκα ραγισμένα ποτηράκια, ένα αυτοκινητάκι της
κακιάς ώρας και κάποια κολλώδη αισθήματα που μήτε ψόφια μύγα δεν θα μπορούσαν
να κρατήσουν αιχμάλωτη στα κακοπλεγμένα τους δίχτυα. Για πράγματα που δεν
αξίζει κάποιος όχι ολάκερη ζωή να χαραμίσει, μα μήτε το σάλιο του. Τι να σου πω;
Καλλίτερα να το ξανασκεφτείς το πράγμα. Εδώ πέρα έχουμε ανάγκη από ανθρώπους
τελειωμένους, και όχι τελειωμένους σαν και του λόγου σου και αντιλαμβάνεσαι
καλά καθότι γραμματιζούμενος το λογοπαίγνιο.
Πιθανόν να έχεις τη δικαιολογία έτοιμη στο στόμα.
Πολλοί σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις γίνονται κουρέως λαλίστεροι και
εφευρίσκουν ότι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου για να δικαιώσουν τον
δήθεν άφταιγο εαυτό τους. Μα δεν μετρούν
αυτά εδώ πέρα καθώς καλά αντελήφθης. Παρόλα αυτά, η στάση σου καθώς έκρινα από
τα ελάχιστα στοιχεία που έχω υπόψη μου, ήταν καθόλα εποικοδομητική και
κατεξοχήν γενναία. Φάνηκε ότι έχεις κατανοήσει και εμπεδώσει, σε τι κυκεώνα πάς
να μπλέξεις τον εαυτό σου και τους γύρω σου. Σου έχω πια εμπιστοσύνη τυφλή και
λέφτερο σε αφήνω να λάβεις τις αποφάσεις σου. Έτσι, με την δύναμη που μου
δίδουν Εκείνοι όπου υπηρετώ, σε ξαναγυρίζω στο κόσμο από όπου προέρχεσαι και
κατά πως επιθυμείς, κινήσου. Ότι μπόρεσα για σένα το έκαμα και με το παραπάνω
μάλιστα. Συνείδηση έχω καθαρή και ακέραιο το καθήκον μου έπραξα προς εσέ. Η
ευθύνη από εδώ και πέρα, είναι υπόθεση σου. Προσπάθησε να εκμεταλλευτείς την
ευκαιρία που σου δίδεται,-και θέλω να το επισημάνω αυτό-, δίχως να την αξίζεις
ποσώς. Κατουρημένες ποδιές φίλησα για να σε γλυτώσω και να τύχεις μιας κάποιας
πιο ευνοϊκής μεταχείρισης. Θαύματα όμως
να κάμω δεν δύναμαι. Τα μέσα μου βλέπεις περιορισμένα. Όπως βούλεσαι πορεύσου.
Αντίο Χρόνη παιδί μου, και ελπίζω να μην ξανανταμωθούμε ποτέ, τουλάχιστον κάτω
από τέτοιες οικτρές και ψυχοφθόρες συνθήκες.»
Πριν προλάβω να βγάλω άχνα, έπεσα σε ξαφνική
περιδίνηση. Όλα πήραν να εκτροχιάζονται και να βγαίνουν εκτός ελέγχου σα
σύστημα ηλεκτρικό μιας πολιτείας που καταρρέει άξαφνα, αφήνοντας πίσω του
κυκλοφοριακό χάος και τις συμμορίες να λεηλατούν ανενόχλητες τα σπίτια των
νοικοκυραίων. Με ένα τρομαχτικό ορυμαγδό να καταπονεί τους ακουστικούς μου
πόρους, βρέθηκα γονατισμένος μπροστά στη πολυθρόνα του πατρικού μου σπιτιού. Η
κάνη του κυνηγετικού βιδωμένη σα πούρο Φιντελικό στο στόμα μου, είχε αποκτήσει
μια σάπια γεύση χώματος και βιάστηκα να την απομακρύνω.
Ήμουν ζωντανός και τίποτα δεν φαινόταν να
διαταράζει σοβαρά τούτη την νέα, παγιωμένη εν ριπή οφθαλμού, αίσθηση. Ο τοίχος πίσω μου άστραφτε καθαρός από αίματα.
Έκρυψα το όπλο άρον-άρον στην ντουλάπα και μάζεψα την εικόνα της Παναγίας όπου
είχα βάλει σύμμαχο μου στη αποκοτιά, τοποθετώντας
την πίσω, στο εικονοστάσι της μάνας μου.
Συγυρίστηκα κομμάτι και έκανα προσπάθεια έντονη να
ξαναβρώ τα λογικά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε.
Σαν μπήκε η γριά μου φουριόζα στο δωμάτιο,
γυρίζοντας από της αδελφής της όπου είχε πάει αρμένικη βίζιτα, το κέντρο της
ύπαρξης μου είχε ξανάβρει τη ισχύ και τη βαρύτητα που ποτέ άλλοτε κατά το παρελθόν δεν είχα αξιωθεί.
Στάθηκε και με κοίταξε προς στιγμή παράξενα σαν
κάτι να ψυχανεμίστηκε κακό, μα νοιώθοντας με ψύχραιμο και καλότροπο, ησύχασε
και βάλθηκε να μου κλαίγεται:
« Κοίταξε να με βγάλεις στην άκρια κάνα ψιλό Χρόνη,
αγόρι μου. Δεν μου χει αφήκει φράγκο, ο γρουσούζης ο πατέρας σου με τις
παραλυσίες του και τα χαρτοπαίγνια. Αφήνιασε ο τρισκατάρατος. Και θέλω αύριο να
κάμω ένα τρισάγιο για τη συχωρεμένη τη γιαγιά σου... Πρώτο Ψυχοσάββατο βλέπεις…>>
« Τσάμπα τα λεφτά σκορπάς μάνα, να το ξέρεις » της
απάντησα αναιδώς και όρμησα να κατεβάσω από τη βιβλιοθήκη το κιτρινισμένο
αντίτυπο με τα ποιήματα του Αλέξανδρου Μοντεσάντου που είχα να ξεφυλλίζω από
νεότητος…
« Στη Βόρειο θάλασσα όλα γκρι που ο θάνατος βογάρει…»
βάλθηκα να απαγγέλω με στόμφο ποιητικό κρατώντας το βιβλίο στο χέρι, σα
μαθητούδι του δημοτικού σε σχολική εορτή, λευτερωμένος άξαφνα από τα μάγια τα
φρικτά και προς μεγάλη έκπληξη της μάνας μου που ενεή με χάζευε σταυροκοπούμενη
δυο βήματα πιο πέρα κάτω από το πλαίσιο της πόρτας.
Στη αριστερή τσέπη του παντελονιού μου φούσκωναν
κάτι αμάραντα βερίκοκα.
Είχα γιατρευτεί το λοιπόν…
Την άλλη μέρα το πρωί, ο πατέρας μου πριν
ξεκινήσει για το καθιερωμένο προσκύνημα στο καφενείο, χωρίς ακόμα να έχει
συνέλθει εντελώς από τη χθεσινοβραδινή ουζοκατάνυξη, γύρισε με απορία μεγάλη
στο θολωμένο του μάτι και με ρώτησε: «Ποιος αλμπάνης, ρε κωλόπαιδο, σου κόψε τα μαλλιά; Σου χει κάμει το κεφάλι όλο ψαλιδιές, ο καριόλης.» Και κουνώντας το κεφάλι υποτιμητικά για το επίπεδο της μοντέρνας κομμωτικής, τον κατάπιαν για άλλη μια φορά τα καλντερίμια.