Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

                                    
               ΕΠΙΔΟΜΑ ΕΡΗΜΙΑΣ
 
Το πως αποφάσισα τώρα στα μαύρα γεράματα,- περίοδο που ουδόλως ενδείκνυται για ξεκινήματα κάθε είδους-, να κάτσω να γράψω τις αναμνήσεις μου από εκείνη τη μακρινή εποχή, είναι πράγματι περιεργείας άξιον. Φυσικά και δεν είναι η πρώτη φορά που παλεύω  κάτι τέτοιο. Και πιο παλιά, όταν ακόμα διέθετα ακέραιες τις πνευματικές δυνάμεις που απαιτούνται για τέτοιας μορφής απόπειρες, βάλθηκα επανειλημμένως να ιστορήσω τα τρομαχτικά συμβάντα του Μάιου του χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ. Δυστυχώς όμως, κατά ένα μυστηριώδη τρόπο η διήγηση αντιστεκόταν να εξελιχθεί με κάποια στοιχειώδη συνάφεια, επέμενε μάλιστα τόσο πολύ να ενδύεται δραματουργικά ράκη ώστε κάθε μου προσπάθεια έμοιαζε εξ αρχής καταδικασμένη να γνωρίζει τον κάλαθο των αχρήστων.

 Ελπίζω να μην συμβεί το ίδιο και αυτή τη φορά. Κάτι μέσα μου βοά ότι το πλήρωμα του χρόνου έχει επέλθει με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται και έτσι σήμερα τελευταία Κυριακή του Γενάρη, έχοντας μισό αιώνα επιπλέον φορτίο στις πλάτες, νοιώθω έτοιμη να ξετυλίξω το κουβάρι της διηγήσεως μου από  τη καταραμένη εκείνη στιγμή που  δασκαλίτσα νεοδιόριστη ανηφόρισα  το καλντερίμι του χωριού για να σταθώ  εμπρός στον γοτθικό όγκο  του σχολείου.

Ήμουν δεν ήμουν εικοσιπέντε χρονών και πρώτη φορά που απομακρυνόμουν  από τη χηρευάμενη μάνα μου. Το  λεωφορείο με είχε αφήσει στην είσοδο του χωριού, σε μια μεγάλη χωμάτινη αλάνα. Μαζί με μένα κατέβηκαν δύο τρείς χωριάτες φορτωμένοι καλάθια, ένας μάλιστα καθώς με μεγάλη ενάργεια συνεχίζω να ενθυμούμαι, κρατούσε στην αγκαλιά του έναν πορτοκαλί κόκορα που όλο τίναζε τα φτερά του αγωνιζόμενος να ξεφύγει από τα χέρια του δεσμοφύλακα του. Μέχρι ο οδηγός να μου παραδώσει τη μικρή μου βαλίτσα καμακωμένη επιδέξια από τα έγκατα του λεωφορείου, δεν σταμάτησα να κοιτώ γύρω μου με περιέργεια μεγάλη. Αναζητούσα μέσα στις καινούργιες εικόνες που με κατέκλυζαν από παντού  κάτι  να πιαστώ, κάτι που θα με έπειθε να μη θέλω να ξανανέβω στο λεωφορείο γυρίζοντας εσπευσμένα στην ασφάλεια του σπιτιού μου.   

Χτυπούσαν οι καμπάνες.

Έτρεμα σύγκορμη. Τα πρώτα φθινοπωρινά κρύα είχαν κάνει βέβαια την εμφάνιση τους σε εκείνα τα ορεινά περάσματα μα οι ανατριχίλες που ένοιωθα να ταξιδεύουν διαμήκως της σπονδυλικής μου στήλης, θα πρέπει να προέρχονταν περισσότερο από την πρώτη επαφή με τον άγνωστο για μένα τόπο παρά από τα ελαφριά ρούχα που αρκετά επιπόλαια επέμενα ακόμα να φορώ.

Ρώτησα κάποιο περαστικό να με πληροφορήσει που βρισκόταν το σχολείο. Μου έδειξε βαριεστημένα και δίχως να ανοίξει το στόμα του, ένα ανηφορικό καλντερίμι που χαρακωμένο σε όλο του το μήκος από  έναν στενό επιφανειακό κανάλι απορροής, οδηγούσε στη δυτική και κατά τα φαινόμενα λιγότερο κατοικημένη πλευρά του χωριού.

Περπατώντας μέσα στη πρωινή ομίχλη βρέθηκα έξω από την σκουριασμένη εξώπορτα του σχολείου. Περιέργως υποχώρησε κάτω από τη ελαφρά πίεση των χεριών μου και γράφω περιέργως γιατί η ημέρα ήταν Κυριακή και περίμενα να τη βρω κλειδαμπαρωμένη.

Σκαρφάλωσα τα  σκαλιά της εισόδου και χτύπησα τη σκοροφαγωμένη δίφυλλη πόρτα. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ένας καλοβαλμένος άνδρας γύρω στα σαράντα, μου άνοιξε χαμογελώντας  πλατιά.

<<Ασφαλώς και θα είστε η δεσποινίς Πέτρα, η καινούργια μας συνάδελφος. Χαίρομαι ιδιαιτέρως για τη γνωριμία. Επαμεινώνδας Αλτάνης. Αναπληρωτής διευθυντής του σχολείου μας>>, πέταξε ανέμελα και δίχως να προλάβω να του δώσω μια απάντηση, με τράβηξε μαλακά από το μπράτσο  μπάζοντας με στο  εσωτερικό.

Περπατήσαμε τον έρημο διάδρομο, διακοσμημένο με τις εικόνες των ηρώων της Επαναστάσεως του Εικοσιένα, ως το ακριανό γραφείο που ένα πινακίδιο από νίκελ στερεωμένο στη πόρτα του, προσδιόριζε με ακρίβεια ότι επρόκειτο για το γραφείο του διευθυντού.

Μου έγνεψε να καθίσω απέναντι του.

<<Δεσποινίς μου, ήρθατε τη πιο κατάλληλη στιγμή. Το σχολείο μας έχει την ανάγκη σας. Η προηγούμενη δασκάλα βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια από τα Χριστούγεννα κιόλας του περασμένου χρόνου  και καθώς δείχνει το πράγμα δεν θα ματαεμφανιστεί στα μέρη μας. Με τα χίλια ζόρια καταφέραμε να καλύψουμε το κενό της και να βγάλουμε την ύλη. Τι θα λέγατε να αναλάβετε την Τρίτη τάξη; Λίγα παιδιά έχουν απομείνει και από πείρα σας λέω ότι δεν πρόκειται να σας κουράσουν καθόλου. Έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα από δαύτα αναμένουν πρόσκληση για την Αμερική. Αδειάζει το χωριό λίγο λίγο αγαπητή μου, ερημώνει. Σύντομα δεν θα χρειάζεται όχι δάσκαλος, αλλά μήτε  νεκροθάφτης σε τούτα τα μέρη.>>

Δεν τόλμησα να φέρω αντιρρήσεις στα λόγια του. Χαμήλωσα τα μάτια στο ξύλινο πάτωμα και προσευχήθηκα μέσα μου να ήταν πράγματι τόσο ευγενής και συγκαταβατικός μαζί μου όσο έδειχνε εκείνη την ώρα Και οι προσευχές μου αυτές έμελλαν να μην πάνε διόλου στράφι.

 

Βολεύτηκα στο σπίτι του μπακάλη κοντά στη πλατεία, σε ένα επιπλωμένο δωμάτιο στη πίσω μεριά του οικοδομήματος. Λίγο στενάχωρο ήταν και υγρό μα τα νιάτα που καταλαβαίνουν από τέτοια;

Συνήθισα αρκετά γρήγορα τη νέα κατάσταση. Λίγο οι αξιοπρεπείς συνάδελφοι έτοιμοι πάντα να συνδράμουν, λίγο ο Επαμεινώνδας που ευθαρσώς ομολογώ ότι και σαν άνδρας δεν μου ήταν καθόλου αδιάφορος, άρχισα να νοιώθω σαν στο σπίτι μου, απολησμονώντας τη παλιά μου ζωή και τη μάνα μου, που όλο παραπονιόταν στα πυκνά της γράμματα  ότι δεν της έγραφα πια.

 

Πέρασε έτσι λίγος καιρός. Την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου έκαμε ένα καιρό, σχεδόν καλοκαιριάτικο. Ο ήλιος έκαιγε λες και ήταν Αύγουστος. Μετά τη παρέλαση για να ξεσκάσω και να μου περάσει και κομμάτι η ώρα ως το μεσημεριανό, εορταστικό γεύμα, βγήκα για μια βόλτα στα περίχωρα. Τράβηξα το μικρό επαρχιακό δρόμο που σκαρφάλωνε το βουνί και λίγο μετά αφήνοντας το τελευταίο εικονοστάσι πίσω μου, βρέθηκα στην εξοχή. Στα αυτιά μου ταξίδευαν από παντού ήχοι από κουδούνια ζώων, πλεγμένοι τόσο αρμονικά μεταξύ τους  που η απέριττη μελωδία τους χτυπούσε ίσα στο κέντρο του εγκεφάλου μου, μεταδίδοντας μου ένα συνεχές ρεύμα  γλυκύτητας και αποκάρωσης.

 Ξάφνου η ονειροπόληση μου διακόπηκε βίαια από άγρια γαυγίσματα σκύλων. Μέχρι να συνειδητοποιήσω το τι ακριβώς συνέβαινε, τα είδα να ξεπετάγονται ομάδι πίσω από μια τούμπα γης και να ορμάνε τρέχοντας καταπάνω μου. Έσκυψα έντρομη να αδράξω πέτρα. Μάταιος κόπος. Ο τόπος ήτανε από λίθους γυμνός σε τέτοιο βαθμό που ο Πρωτομάρτυς Στέφανος αν είχε τύχει να αντιμετωπίσει τους Ιουδαίους διώκτες του σε αυτή τη συγκεκριμένη έκταση γης, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε ποτές του ανακηρυχτεί Πρωτομάρτυς.

Και τότε παρουσιάστηκε άξαφνα μπροστά μου εκείνος ο παράξενος άντρας που θα στοίχειωνε εφεξής τη ζωή μου.

Βγήκε πίσω από κάτι έλατα και προχώρησε προς τη μεριά μου σέρνοντας το βήμα. Δεν έδειχνε να βιάζεται καθόλου, αντίθετα μάλιστα έκανε το πάν να καθυστερεί, πότε προφασιζόμενος ότι κοιτάζει την ώρα στο ρολόι τσέπης, πότε βγάζοντας ένα μαντήλι για να σκουπίσει τάχαμου το ιδρωμένο του  μέτωπο.

Θα με είχε πλησιάσει αρκετά όταν τον είδα να  ξεδιπλώνει, ένα μπαστούνι περιπάτου με λαβή, σκαλισμένη περίτεχνα μια κεφαλή λέοντος, που τόσην ώρα βαστούσε υπό μάλης και ανεμίζοντας το βίαια πάνω από το κεφάλι του κραυγάζοντας ταυτοχρόνως άναρθρα, κατάφερε να πισωγυρίσει την αγέλη των σκύλων. Αυτά για μια στιγμή μόνο στάθηκαν αλαφιασμένα και τον τηρούσαν με βλέμμα υποτακτικό κι ύστερα σαν κάποιος να τα είχε καλέσει, πήραν δρόμο με την ουρά κάτω από τα σκέλια και χάθηκαν προς κάτι στάνες.

Ο σωτήρας μου δεν έδειχνε πάνω από τριάντα χρονών. Θα μπορούσες να τον πεις και κοντό. Στο κεφάλι φορούσε ένα παλιομοδίτικο στρογγυλό καπέλο και το ντύσιμο του φανερά ατημέλητο φανέρωνε άντρα που του έλειπε η γυναικεία φροντίδα και συμβουλή. Κάτι πάνω του επέμενε να  θυμίζει άνθρωπο του περασμένου αιώνα. Λίγο η περίεργη γραβάτα του δεμένη καθώς το συνήθιζαν παλιά οι καλλιτέχνες, λίγο οι σκονισμένες μυτερές του μπότες με τις γκέτες, ελάχιστα περιθώρια μου άφηναν να τον αντιμετωπίσω ως άνθρωπο του καιρού μου.

Μου έτεινε το χέρι.

<< Δημητράκης>>, μου συστήθηκε και η φωνή του είχε κάτι το ανησυχητικό. <<Κυρ- Δημητράκης αν προτιμάτε >>, συμπλήρωσε και τότε παρατήρησα το ελαφρώς βλογιοκομμένο του πρόσωπο με το αχνό μουστακάκι. Με σταύρωνε με βλέμμα τραχύ, δυσοίωνο, βουτηγμένο στη πιο βαθιά απόγνωση, λες κι είχε  τον όλεθρο για ψωμοτύρι.

<< Πώς ονομάζεστε;>> επανήλθε μα αυτή τη φορά  με ένα τόνο σαφέστατα περιπαικτικό.

Τόσην ώρα κρατούσε το χέρι απλωμένο προς τη μεριά μου προσμένοντας τη χειραψία μου. Απέφυγα να ανταποδώσω.

<< Πέτρα, Πέτρα Κασίμη>>, τον πληροφόρησα κοφτά σχεδόν με αγένεια και ευχαριστώντας τον ψυχρά για την ευγενική του πράξη,  δίχως να του αφήσω και πολλά περιθώρια, κίνησα  να φύγω. Με πρόλαβε.

<< Όλα πάνω σας αγαπητή μου, υποδεικνύουν, βοούν θα κυριολεκτούσα,  δασκάλα; Διορθώστε με  αν αμαρτάνω.>>

<< Καλώς υποθέσατε>>, του αντιμίλησα συννεφιασμένη και συνέχισα το δρόμο μου.

<< Τι θα λέγατε να σας συνοδέψω ως τα πρώτα σπίτια; Το απαιτούν άλλωστε οι αδήριτοι νόμοι της ευγενείας. Μην λησμονείτε δε ότι μου χρεωστάτε χάριν. Όχι τόσο μεγάλη αλλά όπως και να το κάνουμε χάριν. Τίποτε άλλωστε σε τούτο τον κόσμο  δεν προσφέρεται δωρεάν.>>

Δεν διανοήθηκα να φέρω αντίρρηση στα πειστικά του λόγια. Έτσι και αλλιώς δεν είχα να φοβηθώ και τίποτα. Παρά το τραχύ της όλης του εμφάνισης κατά βάθος δεν μου ενέπνεε κανένα ιδιαίτερα φόβο. Για μια στιγμή μάλιστα αναρωτήθηκα τι στο καλό σκιάχτηκαν από δαύτον τα σκυλιά και γίνανε έτσι μπουχός  σα δαρμένα.

<< Παρακαλώ κύριε>>, τον προέτρεψα. <<Έχετε το ελεύθερον να με συνοδέψετε εφόσον επιμένετε, ως την είσοδο του χωριού.>>

Βαδίσαμε ο ένας πλάι στον άλλο τον ελικοειδή δρόμο.  Άρχισε να φλυαρεί:

<< Δεν είμαι σε θέσιν να εννοήσω το πώς μια ύπαρξις τόσο τρυφερά όπως εσείς, καταφέρνει και επιζεί σε έναν τέτοιο έρημο και αφιλόξενο περιβάλλον. Τα πάντα εδώ εκδιώκουν τον άνθρωπο ανηλεώς. Μπορεί ο τόπος να είναι χαριέστατος και η φύση λαμπρά μα φτάνει αυτό; Και με τους χωριάτας πώς αλήθεια συγχρωτίζεστε; Το πνεύμα σας το νεανικόν και αδηφάγον, με τι στην ευχή τρέφετε; Φτάνει μόνον ο καθαρός αήρ; Αμφιβάλλω. Το μόνον θετικόν που δύναμαι να διακρίνω εις την όλην εν γένει κατάστασιν, αποτελεί το επίδομα ερημίας που ασφαλώς και θα λαμβάνετε επί του μισθού σας. >>

Σε εκείνο τον πρωτοφανή καταιγισμό ερωτήσεων τι είδους τάχα απαντήσεις ήμουν σε θέση  να αντιτάξω προς αντιπερισπασμό; Προσπάθησα να  αλλάξω κουβέντα. Τον ρώτησα για τις ασχολίες του.

<< Προσπαθώ να γράψω ποίηση μα είναι η τέχνη αυτή σαρκοβόρος. Την ψυχήν παρά τα φαινόμενα, προώρως μαραίνει.>>

<< Που μένετε;>> επέμεινα,<< Δεν θυμάμαι  να σας έχω δει κάπου εδώ γύρω; Νεοφερμένος είστε; >>

<< Δεσποσύνη, μην ζητείτε απαντήσεις εκεί όπου κατά πάσαν πιθανότητα, δεν υφίστανται. Προς το παρόν δεχθείτε ως απάντησιν μόνη, ότι κατοικώ  εκεί όπου κατοικεί το έργον μου, δηλαδή πουθενά συγκεκριμένα. Η ποίησις, καλλίτερα από εμέ γνωρίζετε ότι  πατρίδαν δεν έχει.>>

Τα λόγια του τα παράξενα με είχαν λιγουλάκι αναστατώσει. Πλησιάζαμε στο χωριό. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πώς με ανακούφιση αντίκρισα το εικονοστάσι που σηματοδοτούσε τα όρια του οικισμού.

<< Θα μου επιτρέψετε αγαπητή μου,  ως δείγμα αγνών προθέσεων εκ μέρους μου, να σας προσφέρω με όλην τη καρδία μου, ένα μου ποίημα. Ακόμη το επεξεργάζομαι. Μόνοι οι τέσσερις αυτοί στίχοι με ικανοποιούν κάπως προς το παρόν. Αυτούς δύναμαι, αυτούς και σας εγχειρίζω. >> Και πριν προλάβω να του φέρω οιανδήποτε αντίρρηση  έχωσε στη τσέπη του μαντώ μου ένα κομμάτι χαρτί.

Τον ευχαρίστησα για άλλη μια φορά μαργωμένη από την ιδιότυπη συμπεριφορά του και βιάστηκα να φύγω. Στάθηκε εκεί, σιμά στο εικονοστάσι άγαλμα σωστό στηρίζοντας όλο του το βάρος  πάνω στο μπαστούνι και με παρακολουθούσε μέχρι που έστριψα στη δημοσιά.

Στη κάμαρη μου ξεδίπλωσα με προσοχή το πολυκαιρισμένο χαρτί. Γραμμένους καλαίσθητα με κόκκινη μελάνη κατάφερα να διαβάσω τους ακόλουθους  στίχους:

 

Εν μέσω, της ξηράς αυτής, ερήμου αίφνης ποία,

-ιδέ μακρόθεν- όασις γλυκεία διοράται:

Είναι η κόρη, χαίρετε, ακτίς επουρανία,

Ήτις ανά την έρημον αμέριμνος πλανάται.

 

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλη νύχτα. Οι στίχοι στριφογύριζαν σαν άστρα στο μυαλό μου. Όσο κι αν πάσχιζα, δεν κατάφερνα να βρω μια λογική εξήγηση πως στο καλό, αυτός ο αλλόκοτος άνδρας, ο κυρ-Δημητράκης, είχε καταφέρει να συλλάβει ποιητικά τη τυχαία μας συνάντηση πριν καν αυτή υπάρξει. Γιατί ήταν αρκετά φανερό και στον πιο αδαή, πώς σε μένα αναφερόταν το ποίημα, για μένα μιλούσαν οι καθαρευουσιάνικοι στίχοι.

Κύματα ρίγους με συγκλόνισαν από αυτή τη γνώση και ευχήθηκα να μην τον ξανασυναντούσα ποτέ ξανά στο διάβα μου. Τόσο πολύ είχα ανταριαστεί από τη γνωριμία του. Όσο και να με κολάκευε το ενδιαφέρον του που σαν γυναίκα μπορούσα να διαισθανθώ, άλλο τόσο με έσκιαζε η νοσηρότητα της όλης του εν γένει παρουσίας.

Αυτό το απρόσμενο γεγονός στάθηκε αφορμή να ανταποκριθώ στον έρωτα του Επαμεινώνδα, του άτυπου διευθυντή του σχολείου και προϊστάμενου μου που παρά τα δεκαπέντε χρόνια που μας χώριζαν είχε από τη πρώτη στιγμή επιδείξει προς το άτομο μου,  τα πιο τρυφερά αισθήματα. Όχι ότι τον ερωτεύτηκα. Απλά ένοιωσα ξαφνικά την ανάγκη της συντροφιάς ενός γήινου, θετικού ανθρώπου και καμία δύναμη στον κόσμο, δεν ήταν ικανή να με κάνει να αμφιβάλλω για την αξία της παρουσίας του ως αναχώματος γερού τη ώρα τη μεγάλη της κατολίσθησης που όλο και ψυχανεμιζόμουν ότι πλησίαζε, απειλώντας να με θάψει κάτω από τόνους ακηδίας.

Με τίποτα όμως δεν καταλάγιαζε η υποψία, ότι κάθε φορά που τύχαινε να παίρνω τους δρόμους ιδιαίτερα τις σκοτεινές νυχτιές, κάποιο φάντασμα με ακολουθούσε καταπόδας, ένα εκτόπλασμα αχνό που έδειχνε ακόμα και μέσα στον πιο βαθύ ύπνο, να γυρεύει κάτι από τα ήδη μαραγκιασμένα νιάτα μου.

 

Θα πλησίαζε καλοκαιράκι. Μάης μήνας. Θυμάμαι φορούσα το μοναδικό μου ελαφρύ ταγιέρ σαν έκλεισα το πορτί πίσω μου εκείνο το συφοριασμένο βράδυ που ξεκίνησαν όλα. Στη πλατεία θα με περίμενε, ο Επαμεινώνδας. Είχα ήδη αργήσει μα και τόσο δα  δεν με ένοιαζε. Ας περίμενε. Ο δεσμός μας επισημοποιημένος πια εδώ και μήνες, γύρευε διψασμένος λάδι για να κάψει και λάδι δεν έβρισκε. Παρά τις πρώτες καλές εντυπώσεις, τα πράγματα δεν εξελίσσονταν καθώς ποθούσα. Καλός ο Επαμεινώνδας, χρυσός και άγιος, μα τι τα γύρευες ήδη γινωμένος, σχεδόν γέρος. Σε τι μέλλον μπορούσα να προσβλέπω μαζί του;  Είχα μετανιώσει για τη αποκοτιά μου να βιαστώ να γράψω τα καθέκαστα στη μάνα μου. Που θα πήγαινε όμως. Σαν κατάφερνα να του ξεγλιστρήσω, θα έβρισκα κάποιο  τρόπο να τα μπαλώσω εφευρίσκοντας εν ανάγκη μια πειστική δικαιολογία.

Το ραντεβού μας ήταν στη πλατεία όπου και άπλωνε  τραπεζάκια η μοναδική ταβέρνα του χωριού. Θα συντρώγαμε τελευταία φορά με τους συναδέλφους μας πριν τις καλοκαιρινές διακοπές.

Πήρα να κατεβαίνω προσεχτικά, βήμα το βήμα μην και γλιστρήσω στο καλντερίμι, όταν εντελώς απροσδόκητα ξεπρόβαλλε εμπρός μου μέσα από τα πηχτά σκοτάδια, ο κυρ-Δημητράκης. Απολιθώθηκα λες κι είχα αντικρύσει το βλέμμα της Μέδουσας. Μου κόψε το δρόμο.

<< Καλήν εσπέρα>> μου χαμογέλασε μάλλον κακιασμένα και κατόπιν με μια δόση ειρωνείας γερής αποτέλειωσε το λόγο του:

 <<Πληροφορούμαι ερίτιμος δεσποσύνη, ότι ο βίος σας οδηγείται πλησίστιος εις μίαν πώς να την είπω; Κορύφωσιν; Αρραβών ήδη, δια να επακολουθήσει λίαν συντόμως υποθέτω και Υμέναιος. Οποία ευτυχία. Παρακαλώ δεχθείτε τας πλέον θερμάς μου ευχάς.>> Ήταν φανερό πως έχανε τον έλεγχο. Αυτό που έδειχνε στην αρχή να είναι απλά μία πικρόχολη δήλωση χωρίς περαιτέρω συνέπειες, εξελισσόταν τώρα σε φρικτή σκηνή ζηλοτυπίας με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Τον ρώτησα αποσβολωμένη από πού τάχα  αντλούσε τέτοια δικαιώματα πάνω μου;

Δίχως να απαντήσει, με άρπαξε από το χέρι και με έσυρε προς τη πλατεία. Το άγγιγμα του ήταν κρύο, αβάσταχτο. Ξεχώρισα από μακριά τον Επαμεινώνδα να κόβει βόλτες γύρω από τον πλάτανο. Αγωνίστηκα να του ξεφύγω. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να με ιδούν και μάλιστα ο Επαμεινώνδας, να σέρνομαι έτσι άθυρμα, από έναν άγνωστο.

<<Άφησε με >>, τον κεραύνωσα.<< Δεν εννοείς, ότι καμιά εξουσία δεν έχεις απάνω μου; Ανήκω σε άλλον. Να εκεί στέκει, στον πλάτανο. Με προσμένει. Αλλοίμονο σου αν σε πιάσει στα χέρια του.>>  Φάνηκε να μαλακώνει. Χαλάρωσε το σφίξιμο και σιγά σιγά πήρε να με απελευθερώνει. Προσπάθησα να τρέξω, να του ξεφύγω, μα τα πόδια μου αρνιόντουσαν πεισματικά να υπακούσουν. Δεν έπαψε να με ακολουθεί μέχρι που προσέγγισα  τον Επαμεινώνδα.

<< Καλησπέρα>>, τον χαιρέτησα ανακουφισμένη.

Δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τη παρουσία του ερωτοχτυπημένου ποιητή που συνέχιζε να στέκεται αυτή τη φορά δίπλα μας.

 <<Πάμε να φύγουμε από δω>>, τον προέτρεψα.

Ο κυρ-Δημητράκης πήρε το κατόπι μας και  με φωνή που έσταζε φαρμάκι, μίλησε για τελευταία φορά και ήμουν μόνη εγώ που τον άκουγα.

<<Άλλην φορά αγαπητή μου δέσποινα, δεν έχει. Αύτη η νύχτα, νύχτα είναι των αποχαιρετισμών. Σου έδωκα όλον τον καιρόν. Επέμενες όμως να με αγνοείς επιδεικτικώς Ότι μέλλεται να επισυμβεί, εσέ θα έχει ως αιτίαν μόνη. Ουδέν έτερον να είπω δεν  έχω, παρά το  ας όψεσαι.>>

Χάθηκε εν ριπή οφθαλμού, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.

 

Το άλλο πρωί πάνω στο κρεβάτι του, βρήκαν τον Επαμεινώνδα με ανοιγμένο κεφάλι. Τίποτα σε αυτόν δεν θύμιζε τον τρυφερό μου αρραβωνιαστικό. Πεσμένη στο πάτωμα, δίπλα στο δοχείο νυχτός, μια ματωμένη λαβή, αποκολλημένη πιθανότατα από κάποιο μπαστούνι, έδινε κάποιες πενιχρές ελπίδες για την ανακάλυψη του ενόχου. Το σχήμα της, κεφαλή λέοντος. Αυτό αποτέλεσε για τον Νόμο και το μοναδικό πειστήριο του εγκλήματος.

 

Ο Μοίραρχος στη μεγάλη πόλη είχε όρεξη για κουβέντα. Τέτοιας λογής υποθέσεις άλλωστε δεν του λάχαιναν και τόσο συχνά. Αφού άκουσε τη μαρτυρία μου για τον κυρ-Δημητράκη με προσοχή μεγάλη, ζήτησε να του φέρω σε πρώτη ευκαιρία, το χαρτί με το ποίημα που κρατούσα καταχωνιασμένο στη βαλίτσα μου. Σε δύο μέρες επέστρεψα στη Διοίκηση Χωροφυλακής και του το παρέδωσα στα χέρια. Το ξεδίπλωσε τότε εκείνος με ευλάβεια και διάβασε  με προσοχή  το τετράστιχο.

Σαν τέλεψε, με κοίταξε στα μάτια βαθιά και μου γύρισε:

<< Μην θαρρείς δεσποινίς Πέτρα πώς η στολή στέκει εμπόδιο. Έχουμε και εμείς εδώ στην επαρχία τις  ανησυχίες μας.>>

Μου ζήτησε να πάμε αντάμα σπίτι του με το περιπολικό. Ήθελε λέει κάτι να μου δείξει. Πρώτη μου φορά που έμπαινα σε  κούρσα.

Σπίτι, μας υποδέχτηκε η κυρά του, μια σαραντάρα καστανή, με ξινισμένο μούτρο. ΄Ηταν πασίδηλο πώς τον ζήλευε.

<< Φέρε δυο καφεδάκια πάνω στη βιβλιοθήκη>>, της έδωκε διάτα και με οδήγησε από μια ξύλινη σκάλα στο πάνω πάτωμα. Η  βιβλιοθήκη έπιανε έναν ολάκερο τοίχο. Ο Μοίραρχος παρά τα χρονάκια του ανέβηκε σβέλτα σε ένα σκαμνί, ψαχούλεψε για λίγο τα πάνω ράφια και ξεχωρίζοντας ένα δεμένο με δέρμα μαροκινό βιβλιαράκι, επέστρεψε τροπαιοφόρος.

Καθίσαμε αντικριστά στο φθαρμένο σαλονάκι. Εν τω μεταξύ κατέφτασαν και  τα καφεδάκια. Η κυρία Μοιράρχου πριν μας αδειάσει τη γωνιά πρόλαβε να  ρίξει στο σύζυγο της ένα βλέμμα σκέτο φαρμάκι.

Μειδίασε σαν ικανοποιημένος αυτός με τη σκηνή και αφού με προέτρεψε να ρουφήξω δυο τρείς γουλιές από το καφέ μου, άνοιξε το βιβλίο, το φυλλομέτρησε, και στάθηκε σε μια σελίδα.

<<Ιδού>>, αναφώνησε. <<Εις Κόρην. Για διαβάστε >> και μου έτεινε το βιβλίο.

Με χέρια τρεμάμενα πήρα το τομίδιο και διάβασα. Οι στίχοι που τόσο καλά γνώριζα, αποτελούσαν το πέμπτο τετράστιχο από τα έξη που απάρτιζαν το όλο ποίημα.

Έμεινα με το στόμα μια πιθαμή  ανοιχτό από την έκπληξη.

<<Αναγνωρίζετε σε αυτή τη εικόνα, τον άγνωστο δράστη; >> με ρώτησε επιτακτικά δείχνοντας μου μια γκραβούρα ενός άνδρα που έστεκε φιλοτεχνημένη στη πρώτη σελίδα του βιβλίου.

Σαν να με βάρεσε ρεύμα ηλεκτρικό. Στο πρόσωπο του αν και το μουστάκι έδειχνε κάπως πιο αδρό, αναγνώριζα τον ζηλότυπο θαυμαστή μου, τον κυρ-Δημητράκη. Κάτω από τη γκραβούρα ήταν απλωμένος με κεφαλαία έντονα μαύρα γράμματα ο τίτλος:

 

                                      Δ.ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

                                                 ΠΟΙΗΣΕΙΣ

 

<<Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, κύριε Μοίραρχε. Αυτός είναι ο λεγάμενος >>, βιάστηκα να του αποκριθώ δίχως δεύτερη σκέψη.

Γέλασε τότε εκείνος άξαφνα ανακουφισμένος, ξεβολεύτηκε από τη γωνιά του και αφού ήρθε και στάθηκε από πάνω μου προστατευτικά πολύ, βάλθηκε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά με τον πιο αθώο τρόπο, μαλώνοντας με συγχρόνως τρυφερά καθώς πατέρας:

<< Αχ εσείς οι δασκαλίτσες με τις φιλολογίες σας. Σε τι μπελάδες να ξέρατε μας βάζετε;>>

 

Άρον άρον επέστρεψα στο χωριό το ίδιο εκείνο βράδυ. Το σχολείο σύντομα θα έκλεινε και εγώ έπρεπε να ετοιμάσω μπογαλάκια επανακάμπτοντας  με  αυτιά κατεβασμένα, στο χαροκαμένο πατρικό και την ανελέητη γεροντομουρμούρα της μάνας μου.

             

                                                                                                                  

 

 

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014


ΓΗ ΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΓΗΝ
 
Από Τριών Ιεραρχών  που αγγελοκρουόταν η κυρά-Γιαννούλα σε ένα  θάλαμο του <<Λαϊκού>> κι ο Μάρτης είχε σκαρφαλώσει εικοσιτέσσερις, παραμονή  Ευαγγελισμού.

Το σωτήριο έτος 1959 που την ηλιόχαρη ημέρα της Πρωτοχρονιάς προοιωνιζόταν  ανέμελο για την οικογένεια Ζάβαλη, τώρα έβγανε  σκυλόδοντα  και επαπειλούσε να ξεθεμελιώσει βεβαιότητες και ελπίδες πυργωμένες με τα ζαμάνια, στις άνυδρες πλην ευεπίφορες  στα θάματα καρδιές των μελών της.

« Την αλήθεια πε μου…Που χεις κρυμμένα μάνα τα λεφτά;», ρωτούσε όλο αδημονία η μεγάλη, η Τούλια, σκύβοντας  το αλογίσιο της κεφάλι προς τη μεριά της ολιγόζωης.

Η γριά με φανερή την απαρέσκεια στο ωχρό της μούτρο απάντησε κακιασμένα  δείχνοντας με τον πιο πασίδηλο τρόπο ότι ήθελε να την απαρατήσουν ανενόχλητη  στο ψυχοπάλεμα της:

«Στο κονοστάσι μωρή…»

Η μικρή, η Ευθαλίτσα επέμενε:

« Είσαι σίγουρη μανούλα; Για θυμήσου καλύτερα. Εκεί που μας λες, δεν βρίσκουμε τίποτα.»

«Στο κονοστάσι», ματάπε εκείνη και τράβηξε έτσι η συζήτηση σα κολλημένη πλάκα γραμμοφώνου, μέχρι που η γριά έπεσε σε βυθιότητα. Την είχαν οι γιατροί  αποφασισμένη κι έτσι συμβούλεψαν τις κόρες να πάγουν σπίτι τους να ησυχάσουν κομμάτι, να έχουνε κουράγια για τα επόμενα, ότι σχεδόν δύο μήνες  τώρα, μπάστακες στέκανε στο πλευρό της, ακούνητες σα στρατιωτάκια από μολύβι.

Έτσι και πράξανε δίχως πολλά σούξου μούξου και  κουβέντες δεύτερες.

Το ίδιο βράδυ, κοντά μεσάνυχτα, εκεί που στριφογύρναγαν στα στρώματα με το μάτι γαρίδα, ακούσανε να βαρούν. Έριξαν πάνω τους ένα σκουτί και ανοίξανε τη πόρτα, με ένα φτερούγισμα δυσοίωνο να τους γαργαλάει τα σωθικά. Ο χωροφύλακας από το παραπλήσιο σταθμό με βαριά χωριάτικη προφορά ανήγγειλε στις αδελφές τα χαμπέρια.

«Τηλεφούνησαν απ΄ του νουσουκομείου να πάτι ογρήγορις. Η μάν΄ σας συγχουρέθηκε. Ζουή σε λόγ΄ σας.»

Πιάσανε δίχως άργητα το μοιρολόι και έτσι το πήγανε κορδόνι ίσαμε να λαλήσει ο πρώτος πετεινός. Αξημέρωτα ακόμα ήταν σα ντύθηκαν τα μαύρα. Με το πρώτο τραμ κινήσανε για το νοσοκομείο, στο Γουδί.

 

Τους μήνες που ακολούθησαν τη κηδεία, φάγανε το τόπο, το σπίτι ολάκερο. Τι πατάρια ψάξανε, τι στρώματα, τι τεντζερέδες. Όλα επί ματαίω. Πουθενά το κομπόδεμα, άφαντο.

Στο κονοστάσι που τους έλεγε η μάνα τους, ξετρύπωσαν τη στερνή  επιστολή του μπάρμπα τους του Πάνου  με ευχές για τα Χριστούγεννα, ένα χαρτονόμισμα βρωμισμένο από το λάδι του καντηλιού και κάτι ψιλά που τα χε η γριά εύκαιρα να ανάβει το κερί  στους Αγίους Αποστόλους.

«Στράφι θα πάνε φούλα μου, τα δολάρια», έκραζε η μεγάλη στη μικρή και το δάκρυ στάλαζε στο πάτωμα κορόμηλο. «Κάπου τα έχει καταχωνιασμένα στα γερά η μάνα μας η τσιγκούνα και τι θα απογένουμε τώρα με τη φτώχεια και την αναπαραδιά που μας δέρνει;» Και δώσ΄του  να τρώνε το τόπο ακάματες, ψαχουλεύοντας και στα πιο απίθανα μέρη.

 

Είχανε τον αδελφό της μάνας τους από χρόνια στο Αμέρικα. Οχάιο μεριά. Με λάουντς ολάκερο στο όρντινο του. Γονατιστός τις παρακάλαγε  τα πρώτα χρόνια να πάνε να τον εύρουν στη ξενιτιά.

Ξερά κεφάλια αυτές, αρβανίτικα. Που να άφηναν έρμη τη μάνα; Που το σπίτι; Που τα μνήματα;

Κι όλο έστελνε ο μπεκιάρης, ο ξενιτεμένος το πράσινο με τη σέσουλα, πότε μέσα σε γράμματα εσώκλειστο, πότε με φίλους και γνωστούς, να ντυθούνε καλά, να ποδεθούν οι σουσουράδες οι ανεψούδες του, μπας και στραβώσουν  κάνα γαμπρό της προκοπής και κουκουλωθούνε. Μέχρι και αντιβιοτικά τους είχε πέμψει μια φορά σε ένα κασόνι, φάρμακα άγνωστα εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, σαν του έγραψαν πώς η μικρή ήταν στα ρούχα με  πνευμονία βαριά. Τα κατάπιε αυτή μονοκοπανιά και κόντεψε να τα τινάξει. Ένα χρόνο σχεδόν γιατροπορευόταν η δόλια   με το στομάχι της σμπαράλια.

Το λοιπόν η γριά το φύσαγε στα σίγουρα το παραδάκι, πόσο περισσότερο που ποτές  δεν την είχαν δει να χαλάει μήτε σέντσι τσακιστό, όσες ανάγκες επιτακτικές κι αν ανέκυπταν στην οικογένεια που φυτοζωούσε με τη πολεμική σύνταξη του συγχωρεμένου του ανδρός της.

 

Πέρασαν  τα  χρόνια πικρά, μέσα στη νέα ορφάνια που τους έλαχε. Ο μπάρμπας δεν άργησε να πάει κι ατός του, πνιγμένος στα χρέη. Τον είχαν βλέπεις βαρέσει στο δόξα πατρί,  άσχημοι καιροί. Δεν άφησε, μήτε για τη κηδεία του. Ρεφενέ τον θάψαν οι φίλοι,  στη γη την ξένη. Οι δύο αδερφάδες από την άλλη, χαρά στα ασκέλια τους δεν γνώρισαν. Ήρθε το λοιπόν αγάλι αγάλι και μαραγκιάσανε μέσα στις καμαρούλες του πατρικού τους. Μα μέσα στο μυαλό τους, εξορισμένη σε μια άκρια, βαριανάσαινε η απαντοχή πως κάποτε θα ξετρύπωναν το μπαγιόκο και τότες γραμμή θα τις γέρευαν οι μουστερήδες της γειτονιάς που τώρα μήτε βλέμμα αλλήθωρο δεν γυρίζανε, σαν τις συντύχαιναν στις ρούγες.

Δεν δίστασαν  απάνω στην απελπισία τους,  να πάγουν και σε μάγισσα ακόμη. Τίποτα και με δαύτη. Τους έφαγε καμπόσα ενώ φούμαρα σκέτα αποδείχτηκαν τα λόγια της τα διφορούμενα, τα ήξεις αφίξεις.

΄Ωσπου μια Παρασκευή Μεγάλη, λίγο πριν τη Περιφορά, εκεί που κάθονταν και κλαίγανε τη μοίρα τους  την άραχλη στο  κουζινάκι,  με ανοιχτή τη πόρτα που βλεπε στο πλυσταριό της πίσω αυλής, η Τούλια με μάτι που πήρε έξαφνα να γυαλίζει, στράφηκε στη μκραδελφή της και της έκρινε:

«Εδώ που κάθομαι αδερφή και συλλογιέμαι, μού ήρθε κάτι σαν  επιφοίτηση. Μια ανάμνηση. Τη μαμά να μπαινοβγαίνει στο πλυσταριό μπερμπάντικα, λες και σκιαζόταν κατιτίς .»

 Ούτε συνεννοημένες να ήτανε. Άρπαξε η μια  κασμά κι η άλλη σκαλιστήρι.

Δύο ώρες αργότερα το καμαράκι στην αυλή έστεκε ερείπιο. Από μια τρύπα  ανάμεσα σε δύο πλίθια,  ανέσυραν  οξειδωμένο ένα κουτί ΚΑΦΕ ΛΟΥΜΙΔΗ. Το άνοιξαν με αγωνία και προσμονή μεγάλη. Τα χρήματα ήταν πράγματι μέσα εκεί. Διπλωμένα χαρτονομίσματα ένας σωρός, φίσκα ως τα μπούνια του κουτιού. Πολτός όμως και σαπίλα σκέτη.

Τράβαγαν τα μαλλιά τους, μπάτσιζαν τα μάγουλα η μια της άλλης, κάνανε σαν υστερικές. Τόσα δολάρια, πράσινα κάποτε σα τα Περτουλιώτικα λιβάδια,  βόρβορος τώρα στα τρύπια τους χέρια. Πέρασαν μαύρη τη Λαμπρή.

 Τρίτη του Πάσχα πήρανε το κουτί παραμάσχαλα και πήγανε στη Τράπεζα της  λεωφόρου. Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι σαν πληροφορήθηκαν το κάζο που τους έλαχε Πασχαλιάτικα. Κάποιος υπεύθυνος, τις παρέπεμψε στα Κεντρικά ίσα ίσα για  να τις αποφύγει.

Τρέξανε.

Ο Διευθυντής εκεί τους μίλησε πατρικά, πασχίζοντας να μην τις απογοητέψει  τελείως. Τι στοίχιζαν άλλωστε σε κοτζάμ Τράπεζα,  λίγα δράμια ελπίδας;

«Ακούτε κορίτσια. Αν φαίνονταν τα νούμερα πάνω στα χαρτονομίσματα κάτι γινόταν. Τραβάτε το λοιπόν σπίτι σας και προσπαθήστε προσεχτικά να τα ξετυλίξετε και εδώ είμαι εγώ να σας συνδράμω σαν τα καταφέρετε.»

Γύρισαν στο ρημάδι. Δύο μερόνυχτα με το τσιμπιδάκι των φρυδιώνε αγωνίζονταν να γλυτώσουνε ότι ήταν βολετό.

Επέστρεψαν στα Κεντρικά. Σταθήκανε  απέναντι στο διευθυντή με  κομμένα ήπατα. Του δειξαν τα κόπια τους. Όλο κι όλο τρείς- τέσσερις αριθμοί κι αυτοί μισακοί.

Κούνησε αυτός το κεφάλι του με κατανόηση και περισσότερο από ανθρωπιά, έδωκε εντολή στον ταμία να τους μετρήσει ένα  μικρό ποσό.

Περπάτησαν τα χιλιόμετρα που τις χώριζαν από το σπίτι, μέσα στη μούγκα και τη μουτζούφλα.

Την επόμενη βδομάδα, ο ταχυδρόμος έριξε κάτω από τη πόρτα τους μια απανταχούσα από τη Δημαρχία.

 

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΝΩΡΙΣΑΤΕ ΜΑΣ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΕΑΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙΤΕ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΣΑΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΔΡΑΧΜΩΝ 100. ΣΕ  ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΣΑΣ ΘΑ ΡΙΦΘΟΥΝ ΕΝΤΟΣ ΚΟΙΝΟΥ ΛΑΚΚΟΥ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΝΕΥ ΕΤΕΡΑΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΣ.

 

Το χαρτί σερνόταν κάνα μήνα μέσα στο σπίτι, πότε πάνω στην εταζέρα, πότε πάνω στο σκοροφαγωμένο τραπέζι. Οι δύο αδελφές καμώνονταν πως δεν το βλεπαν. Ούτε η μια, ούτε η άλλη  φιλοτιμήθηκαν να πάνε να πληρώσουν για τα κοκαλάκια της μάνας τους.

Ώσπου ένα δείλι, η Ευθαλίτσα, αφού πρώτα ξέσχισε την ειδοποίηση ως το μη παρέκει, άνοιξε το βορινό παράθυρο, έκθετο πάντα στον Αίολο  και αφήνοντας τα μικρά κομμάτια του χαρτιού να παρασέρνονται στην ανεμοδούρα, πήρε να λευτερώνει πρώτη φορά τη ψυχούλα της από κάθε δεσμό, ενώ η Τούλια, στεκάμενη παράμερα κάτω από το γείσο της πόρτας, έμοιαζε να τη παρακολουθεί με χαριέσσα συγκατάβαση. Στα χείλη της μικρής  ανέβηκαν ακάλεστα τα λόγια από ένα παλιό βαλσάκι. Η μεγάλη πήρε να την σιγοντάρει με φωνή μέλι.

<< Άδικα πήγαν τα νιάτα μου…>>

Και από κείνη τη  σημαδιακιά μέρα, καμιά τους δεν ματάφερε  τη κουβέντα στη μάνα, μήτε για καλό, μήτε για κακό.

 

                                                                                                                          

                                                                                                                                   

 

 

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014


 ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ
 
«Βάλε κάτι τις τζόγια μου στο ρημάδι σου να στυλωθείς. Έτσι που το τραβάς όχι σε Πανεπιστήμιο δεν μπαίνεις αλλά αντιθέτως σε κλαίει η μανούλα σου χτικιασμένο στα φερετρόξυλα και απέ δω παγαίνουν και γράμματα και θάματα και τα ρέστα. Κάμε τη χάρη της λωλής και άσε τα πείσματα. Αίντε ρε μαλακεσμένο, φαρμάκωσε, που κάνεις ότι δεν ακούς κι όλας,  γαμώ τα γονικά σου γαμώ...»

Έτσι του τα σουρνε μια παλαβιάρα από αυτές που οργώνουν τους δρόμους της Αθήνας καλοκαίρι και χειμώνα δίχως αιτία φανερή. Κακομούτσουνη, κοντοστούπα, βυζαρόλα, με το ρουχικό της σε σακούλα πλαστική στο αριστερό χέρι, του έδειχνε με το άλλο υψωμένο ίσαμε τον ώμο της, κάτι απροσδιόριστο προς τη μεριά του σκοτεινού πρόπυλου.

Αυτός, χωμένος ως το λαιμό τα ανάσκελα μέσα στον υπνόσακο του έκανε πως τηράει αδιάφορα το τρίτο άστρο που έσκαγε μύτη στο φθινοπωριάτικο ουρανό της τελευταίας εκείνης χρονιάς της δεκαετίας του εβδομήντα. Η μικρή σκηνή πίσω του αντιφέγγιζε αδειανή, ίδια καραγκιόζ-μπερντέ από τη λάμπα ασετιλίνης που τσίριζε βρωμοκοπώντας στα σωθικά της. Στο μισόκλειστο άνοιγμα της, πάνω στο φερμουάρ, έβλεπες πιασμένο όπως-όπως, ένα χαρτόνι που πάνω του κάποιος είχε χαράξει άτσαλα με μαύρο μαρκαδόρο:

«15η μέρα απεργία πείνας.

ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ»

Περίεργοι φούσκωναν ποτάμι κατεβασμένο γύρω του, ώρες-ώρες απειλώντας ακόμα και να ξεθεμελιώσουν τη συφοριασμένη σκηνή. Μέσα σε εκείνο το πολύχρωμο πλήθος, πάντα κάποιος βρισκόταν ξυπνός με στόμα απύλωτο και περιέργεια περισσή να τον ρωτήσει πότε το ένα, πότε το άλλο. Κουβέντα όμως δεν του έπαιρνες του τσόγλανου, λες και του χαν το στόμα ραμμένο με σπάγκο κερωμένο. Γένια αντάρτικα, μάτια διάπλατα, εξεταστικά, μορφή αγνή, αγωνιστική, το λέγε καθώς έδειχνε η περδικούλα του για να ξημεροβραδιάζεται τόσο καιρό τώρα, μπροστά από το Πανεπιστήμιο ταλαίπωρος και νηστικός ντιπ. Τα είχε βάλει στα ίσα με λυτούς και δεμένους, με την κοινωνία πες καλύτερα ολάκερη, για χάρη του όμορφου σκοπού που είχε  θέληση και  σθένος να κατακτήσει έστω και με έσχατο τίμημα τον θάνατο. Και τι θάνατο παρακαλώ; Τον δια πείνης.

Κάποιος αυτόκλητα, εξηγούσε στο πλήθος στριφογυρνώντας τα χέρια του σα ιστία ανεμόμυλου σε μελτέμι γερό:

« Φοιτητής θέλει να γένει. Να μπει στην Ιατρική Σχολή άνευ εξετάσεων. Κάποια αρρώστια έχει το παλικάρι σπάνια, από κακό τέλος πάντων μεγάλο πάσχει και η φαμίλια του να τον βοηθήσει δεν έχει τις δυνάμεις. Έτσι και τούτο το καημένο βάλθηκε με το έτσι θέλω να χωρέσει έστω και σαν υπεράριθμος στη Σχολή κι ας τον έχουν να κάθεται που λέει ο λόγος και καταγής. Πιστεύει ότι αν γένει γιατρός και τον εαυτό του κάνει καλά και τον κόσμο ολάκερο κατόπιν γιατροπορεύει.»

Ήμουν νέος ακόμα τότε. Κυνικός μέχρι μυελού οστέων, βαριόμουν συν τοις άλλοις και εύκολα. Είχα και τα μυαλά μου σε ένα μελαχρινό που όπου να ταν θα σχολούσε από το φροντιστήριο.  Κίνησα το λοιπόν να φύγω δίχως άργητα καμία.

« Για πού το έβαλες ρε πατριώτη;», μίλησε ο βουβός προφήτης, έχοντας σαν από θαύμα ξαναβρεί τη φωνή του. Και τι φωνή ; Αν τη χαρακτήριζα σπηλαιώδη μάλλον θα τον αδικούσα και μάλιστα σφόδρα.

Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι απευθυνόταν σε μένα.

Έστρεψα το βλέμμα μου απορημένος και του αντιγύρισα:

« Πάω δουλειά μου. Τρέχει τίποτα;».

« Και τι το απέρασες εδώ; Θέατρο;», μου αγρίεψε, «να σηκώνεσαι να φεύγεις όποτε σου κάμει κέφι ; Και που είναι ρε μεγάλε η συμπαράσταση σου; Το ενδιαφέρον σου να πούμε για έναν  αναξιοπαθούντα συνάνθρωπο που για το μόνο που παλεύει είναι να μορφωθεί και να προοδεύσει;»

Είχε γύρει το κεφάλι προς το πλάι και με σταύρωνε με δύο μάτια κιρρωμένα φεγγάρια που άστραφταν απειλητικά στο λιγοστό φώς.

Κουβέντα δεν είπα δεύτερη και κοίταξα να ξεκουμπιστώ όσο πιο γρήγορα γινόταν γιατί το πράγμα είχε αρχίσει να ξεφεύγει και να μου γίνεται δυσάρεστο αρκετά. Η φωνή του με ακομπάνιαρε σαν επίμονο βάσιμο, ώσπου με κατάπιε η οδός Ασκληπιού.

« Μαλάκα, μαλάκα,  μαλάκα.»

 

Τις επόμενες μέρες σαν τύχαινε να περνώ από εκεί, τον παρακολουθούσα πάντα εκ του μακρόθεν μην και μου ξανακολλήσει αβδέλλα και με ξεφτιλίσει στη κοινωνία ολάκερη. Το μόνο που φαινόταν να αλλάζει στο όλο σκηνικό ήταν η επιγραφή που την τελευταία φορά διατράνωνε με στόμφο:

«22η μέρα απεργία πείνας.

ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ»

Έλεγα πώς κάποιαν μέρα από τις επόμενες, θα τον εύρω στα έσχατα, ακόμα και συγχωρεμένο.

 

Κάτι μου έλαχε απρόοπτο. Πήρα το λοιπόν, των ομματιών μου και τράβηξα κατά Σαλονίκη μεριά για μια κηδεία. Έλειψα βδομάδα και βάλε. Γυρνώντας στην Αθήνα βράδυ, πήγα να πάρω το αστικό για τη Δάφνη, από την οδό Κοραή απέναντι  στο κινηματογράφο ΑΣΤΥ όπου έδρευαν παλιά τα τέρματα των λεωφορείων. Διψούσα άγρια σαν το Χριστό πάνω στο σταυρό. Είπα να πιώ πρώτα μια λεμονάδα στο μαγαζί απέναντι και απέ να επιβιβαστώ. Εκεί λοιπόν που ροφούσα μια παγωμένη ΗΒΗ από το καλαμάκι, νάτον να σκάει μύτη άξαφνα, κουνάμενος λυγάμενος, ο κρούων τη θύρα του Πανεπιστημίου, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, γιατί μια δύο φορές που τον είχα δει κι αυτές στα λυκόφωτα και από απόσταση, δεν είχα καταφέρει να σχηματίσω και πολύ σαφή εικόνα του.

Ψιλόλιγνος, αγριάνθρωπος σωστός, με κινήσεις μπαλέτου, μπουκάρισε στο κατάστημα και έδωκε όρντινο στον υπάλληλο, αφού πρώτα έριξε μια φευγαλέα ματιά στη βιτρίνα με τα ταψιά που αστραποβολούσαν κάτω από δυνατές λάμπες: «Δυο σπανακόπιτες τη μια στο χέρι, την άλλη στο χαρτί», και ησύχασε προσμένοντας σε μια γωνιά. Μόλις πήρε τη παραγγελία στα χέρια του, τον είδα να γένεται μπουχός, μπουκωμένος τουλάχιστον  μισή σπανακόπιτα.

Ήταν αυτός, δεν ήταν; Άρχισε η αμφιβολία να τριβελίζει το μυαλό μου.

 «Δυο βήματα απόσταση είναι», σκέφτηκα, «τι χάνω να πάω να βεβαιωθώ;»

Και τράβηξα προς το Πανεπιστήμιο.

Βρήκα τον τσίφτη να κοιμάται ροχαλίζοντας του καλού καιρού μπαμπουλωμένος μέσα στο υπνόσακο, κι ας είχαν περάσει μόνο λίγα λεπτά της ώρας από τότε που συντύχαμε.

Πλησίασα κοντά και έσκυψα πάνω του εξεταστικά. Στα γένια του μπορούσες ολοκάθαρα να διακρίνεις κομματάκια από ξεροψημένη ζύμη. Η πινακίδα πίσωθε του πληροφορούσε τον κοσμάκη:

«31η ημέρα απεργία πείνας.

ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ»

«Καλή σου χώνεψη, μπαγάσα>>, ψιθύρισα και αναστέναξα ανακουφισμένος. Θα ζούσε και δαύτος ο έρημος καθώς και εμείς οι αποδέλοιποι για δεκαετίες ακόμα.

           ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΑΛΤΟ      
             
                   Σήμερον νέον έργον      

          <<ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΑΛΤΟ>>

     Το συγκλονιστικότερο γουέστερν όλων των εποχών                 

                     Πρωταγωνιστούν:

      Μπάρτ Λάνκαστερ  Κέρκ Ντάγκλας Λι βαν Κλίφ

                Σκηνοθεσία : Τζών Στάρτζες

           Ώρες προβολής έργου: 16,18,20,22

                ΑΚΑΤΑΛΛΗΛOΝ ΕΩΣ 13

 

 

Ο Περσέας είχε σταθεί κομμάτι πιο τυχερός αποφεύγοντας την απολίθωση, αντίθετα από εμένα που ως φαίνεται τη τράβαγε ο οργανισμός μου και μάλιστα για τα καλά.  Μόνο που  αντίς για το τρομαχτικό βλέμμα της Μέδουσας, ορθός και σε στάση προσοχής μπροστά στη γυάλινη διαφημιστική προθήκη του σινέ-ΑΡΓΩ, αντίκριζα με το στόμα ανοιχτό μια σπιθαμή και γιομάτο σάλια, τις έγχρωμες διαφημιστικές φωτογραφίες της νέας ταινίας που πρόβαλε η ταπεινή συνοικιακή αίθουσα με το πομπώδες όνομα .

Αυτό το φιλμ δεν θα το έχανα με τίποτα, ο κόσμος να χάλαγε.

Η αδυναμία μου ήταν ανέκαθεν τα γουέστερν. Ακόμα και τώρα στα έσχατα, τα καουμπόικα αποτελούν το ψωμοτύρι μου, ειδικά αυτά των δεκαετιών πενήντα μέχρι εξήντα.

Έγχρωμα τα περισσότερα και σινεμασκόπ, με ηθοποιούς μεγάλα ονόματα του κινηματογράφου σαν τον Τζων Γουέιν και τον Ράντολφ Σκοτ, γυρισμένα σε τοπία μαγικά, με τους βράχους από σκληρό γρανίτη να υψώνονται ως τα ουράνια, με κάκτους μοναχικούς να στιγματίζουν τις απέραντες εκτάσεις ως εκεί που φτάνει το μάτι, με τη σκόνη και τον σφυρίζοντα άνεμο παντοτινούς, άτυπους συμπρωταγωνιστές στη δράση, ήταν φιλμικά γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη παιδική μου ψυχή κάνοντας την να ονειρεύεται δύσκολα ταξίδια στην Άγρια Δύση.

Για να σας δείξω το μέγεθος της τρέλας που με βάραγε τότε, σας αναφέρω μόνο το γεγονός ότι από τον <<ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ>> το ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο της εποχής, στην  οδό Αμερικής, είχα προμηθευτεί κάνοντας  αιματηρότατες οικονομίες, ένα πολιτικό χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών σε αμερικάνικη έκδοση, με την παραμικρή λεπτομέρεια αποτυπωμένη πάνω του. Απλώνοντας  λοιπόν αυτόν τον τεράστιο χάρτη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, και τι ταξίδια νοερά από χωρίου εις χωρίον της Άγριας Δύσεως δεν έκανα;

Ωστιν- Ελ Πάσο.

Και αμέσως βρισκόμουν καβάλα πάνω σε έναν καφετί επιβήτορα ονόματι Τσάρλι να διασχίζω μονάχος  με μόνα εφόδια, ένα πλατύ βρώμικο στέτσον για τον ήλιο, λίγες κονσέρβες φασόλια και ένα παγούρι νερό, τα αφιλόξενα τοπία του Τέξας, αναζητώντας παρανόμους και μια πόλη φάντασμα δίχως όνομα, που κανείς ποτέ δεν γνώριζε  τη παρουσία της ούτε και είχε ελπίδα ποτέ να εντοπίσει.

 

Πριν φύγω για το απογευματινό μάθημα των Αγγλικών, φώναξα  της μάνας μου που στο μικρό κουζινάκι ετοίμαζε  το μεσημεριανό για τον πατέρα ο οποίος οσονούπω θα κατέφθανε από τη δουλειά ένα πτώμα σκέτο και όπως πάντα μέσα στα νεύρα.

 

 <<Μάνα να σου πάρω από το πορτοφόλι, μία δραχμή να αγοράσω σουβλάκι;>>

<<Πάρε παιδί μου>>, άκουσα τη φωνή της και βούτηξα δίχως άργητα το χέρι μου στη μαρμίτα.

Ανέσυρα από το φθαρμένο πορτοφολάκι της κάνα δεκαπεντάρι σε ψιλά και τα έχωσα βιαστικά στις τσέπες του κοντού μου παντελονιού.

<<Φεύγω μάνα>>, φώναξα και πήρα τους δρόμους.

 

Τέσσερις παρά δέκα με τη τσάντα των Αγγλικών παραμάσχαλα, βρισκόμουν απίκο μπροστά στην οβάλ είσοδο του σινέ- ΑΡΓΩ.

Ο καμπούρης είχε ήδη πάρει τη θέση του στο στενάχωρο καμαράκι της εμπασιάς που χρησίμευε ως ταμείο.

Μου έκανε νεύμα να πλησιάσω. Έδωσα το αντίτιμο, πήρα τα ρέστα και βάλθηκα να χαζεύω τον καμπούρη που αφού πρώτα έκοψε με χέρια που τρέμανε ένα εισιτήριο από τη δεσμίδα, κατόπιν το έσκισε στη μέση δίνοντας μου πίσω το υπόλοιπο.

Χώθηκα στην αίθουσα και λίγο αργότερα μέσα στο παρηγορητικό σκότος της αίθουσας, είχα χαθεί οριστικά παρέα με τον Ντόκ Χόλιντει και τον Γουάιτ Έρπ, στο Τόμπστοουν της Αριζόνας. Οι αδελφοί Κλάντον ήταν έτοιμοι να χύσουν αίμα μα εγώ ατρόμητος τους περίμενα μαζί με τα παλικαράκια για την τελική αναμέτρηση στο Ο.Κ  Κοράλ.

 

Όταν βγήκα από τον κινηματογράφο ήταν ακόμα απόγευμα. Αρχές Μάιου και νύχτωνε αργά. Το έργο, μου την είχε δώσει κατακούτελα, στο δόξα πατρί που λένε. Ιδιαίτερα αυτό το στοιχειωμένο τραγούδι των τίτλων που τραγουδούσε υπέροχα ο Φράνκι Λέιν, με έκανε να παραπατώ από ιερή φρικίαση. Σφυρίζοντας επίμονα το σκοπό, κατευθύνθηκα στο σουβλατζίδικο του μπάρμπα-Λια στη άκρια της άχρωμης πλατείας.

 

<<Δυο παιδικά…>> έδωκα παραγγελία στον γηραιό μάστορα. <<Τυλίξτε τα μου για το σπίτι και δώστε μου και μία Φιξ παγωμένη.>>

Ο μπάρμπα-Λιας με αργές κινήσεις, ετοίμασε τη παραγγελία, τύλιξε σε μια λαδόκολλα τα σουβλάκια και  βγάζοντας τη μπύρα από το ψυγείο μου γύρισε καχύποπτα…

<<Για ποιόν η μπύρα πιτσιρίκο;>>

<<Για τον μπαμπά μου>>, τον πρόλαβα δίχως να ανοιγοκλείσω βλέφαρο για να γίνω περισσότερο πειστικός.

Πλήρωσα και πήρα τον κατήφορο για το πατρικό μου. Πριν το ξύλινο γεφυράκι, έκανα δεξιά και ακολουθώντας την όχθη του ρέματος πήγα και κάθισα κάτω από μιαν ιτιά.

Άνοιξα την μπύρα με τα δόντια, ξετύλιξα τα σουβλάκια και βάλθηκα να τα καταπίνω με βουλιμία αρπακτικού, παρατηρώντας τους μπάκακες και τα μεγάλα  ελώδη κουνούπια που περιφέρονταν πάνω από το λιγοστό νερό.

Μούχρωνε. Σκούπισα το παντελόνι από τα χώματα, ανέλαβα τη τσάντα με τα βιβλία και γύρισα σπίτι.

Από το ανοιχτό παράθυρο του σαλονιού, άκουσα τη μάνα μου να μιλάει στο τηλέφωνο…

<<Όχι κυρά Λένη. Δεν ήρθε ακόμα. Σαν έρθει σας τηλεφωνώ εγώ…>>

 

Το πιασα με την πρώτη. Αλί μου. Με είχαν κάνει τσακωτό. Ποιος διάβολος είχε βάλει την κυρά-Λένη, άτυπη διευθύντρια και γυναίκα του Φροντιστηριάρχη να πάρει τη μάνα μου τηλέφωνο ενημερώνοντας την για τη κοπάνα;

Βγήκα από τη ξύλινη εξώθυρα σιγανά σαν τον κλέφτη μην και με πάρουν χαμπάρι.

 

Την είχα άσχημα. Έπρεπε κάτι να σκαρφιστώ για να γλυτώσω την αναπόφευκτη τιμωρία. Έβαλα το φτωχό μου μυαλό να δουλέψει. Ο τίτλος της ταινίας όπου είχα παρακολουθήσει πριν λίγη ώρα, έκανε κύκλους μέσα στο νου μου σα περιστέρι πάνω από τον περιστερά…

 <<Αίμα… ναι αίμα αλλά πούθε…

Στον πράσινο βάλτο.>>

Η ιδέα με χτύπησε σα κεραυνός εν αιθρία. Θα αυτοτραυματιζόμουν.

Κατέβηκα πάλι στο ρέμα, πήρα μια κροκάλα από τις μυριάδες που μάλλιαζαν  στη κοίτη του και δίπλα σε ένα μικρό πράσινο βάλτο με τη συναυλία των βατράχων να έχει φτάσει σε απίθανα κρεσέντι, βάλθηκα να κοπανάω το δεξί μου γόνατο μανιωδώς μέχρι που το αίμα άρχισε να ρέει άφθονο κυλώντας μέχρι τα καλυμμένα με πλαστικό, καλοκαιρινό πέδιλο, δάχτυλα του ποδιού.

Επέστρεψα κουτσαίνοντας θεατρινίστικα.

Μόλις με αντίκρισε η μάνα μου χλόμιασε…

<<Τι έπαθες γιόκα μου;>>…

<<Με χτύπησε αυτοκίνητο μάνα και κάθισα σε ένα πεζούλι ώρα πολύ να μου περάσει ο πόνος.>>

<<Όχου τι με βρήκε>>, γκάριξε η μάνα μου και φέρνοντας οξυζενέ και κόκκινο βάμμα στάθηκε να μου  περιποιέται το τραύμα.

<<Λείπει και ο πατέρας σου στο καφενείο>>, είπε και αποσβολωμένη κάθισε απέναντι μου σε μια καρέκλα και με τηρούσε κουνώντας το κεφάλι της πάνω κάτω.

Λίγα λεπτά αργότερα φάνηκε να ψυχώνεται, και παίρνοντας με αγκαζέ  τραβήξαμε   για το φροντιστήριο των Αγγλικών.

Η κυρά –Λένη καθόταν όπως πάντα, πίσω από το γραφείο της σα σαλεμένο παγώνι.

<<Το χτύπησε αυτοκίνητο το παιδί, γι αυτό δεν ήρθε στο μάθημα >>,τόλμησε να αρθρώσει η μάνα μου.

Η κυρά-Λένη ρίχνοντας της ένα υποτιμητικό βλέμμα σηκώθηκε και ήρθε προς τη μεριά μας.

<<Σε κογιονάρει κυρά μου. Δεν έχεις μυαλό μεγάλη γυναίκα; Μόνος του το έκανε. Ποιο αυτοκίνητο και κουραφέξαλα μου τσαμπουνάς εκεί πέρα>> και γουρλώνοντας τα μάτια, μου έφτυσε καταπρόσωπο:

<<Για βλάκα με περνάς μικρέ; Αλλού τα παραμύθια σου, σε άλλην γειτονίτσα…>>, και μας εκδίωξε κακήν κακώς.

 

Στο σπίτι πίσω σαν αριβάρισε ο γέρος μου από τον καφενέ, το κλίμα πήρε να χοντραίνει επικίνδυνα…

<<Που γύρναγες βρε τσογλάνι;>>, καταδέχτηκε να με ρωτήσει κάθε άλλο παρά με αβρότητα.

<<Βόλτα στους δρόμους…>>

<<Με ποιόν;>> επέμενε

<<Με κανέναν. Μονάχος μου ήμουν.>>

<<Δεν σε πιστεύω…>> κατέληξε και τραβολογώντας με από το μανίκι με έσουρε σχεδόν στο τοπικό σταθμό Χωροφυλακής.

Κάτι  πήρε να συζητάει με τον αξιωματικό υπηρεσίας και λίγο μετά, βρισκόμουν ενώπιος ενωπίω με έναν βλοσυρό χωροφύλακα.

Μου έδειξε ένα ματσούκι και το κούνησε δύο τρείς βολές εμπρός στα παιδικά μου μάτια.

<<Το βλέπεις αυτό μικρέ. Αν δεν μου πεις που σεργιάνιζες όλο το απόγεμα, πάνω σου θα σπάσει…>>

Πίσω του μια θεόρατη φωτογραφία του Παπαδόπουλου μου έφερνε μυρωδιές από Πάσχα, αρνιά σουβλιστά και κοκορέτσια που τα γύριζαν φαντάροι, ενώ καουμπόηδες πιασμένοι με ανώτερους αξιωματικούς, χόρευαν τσάμικο λυγώντας τη μέση με χάρη περισσή.

<<Που χαζεύεις καλόπαιδο;>>, με επανέφερε στη πραγματικότητα ο μπασκίνας.

<< Εμένα να κοιτάζεις, στα μάτια εδώ…>> και σκούντηξε το μέτωπο του με το χέρι.

<<Λέγε ρε χαμένο που βολόδερνες;>>

Πολύ δεν ήθελα να τα φτύσω από τη τρομάρα μου και άρχισα να του διηγούμαι τα κατορθώματα μου με το νι και με το σίγμα.

<<Το και το κύριε χωροφύλακα, στην <<Αργώ>> είχα πάει να δω το έργο…>>

 

Σαν με πήρε ο πατέρας μου ανακουφισμένος πια να γυρίσουμε σπίτι, το παντελόνι μου το είχα κατουρημένο. Καίγανε τα μπούτια μου από την αμμωνία.

Περάσαμε έξω από την <<ΑΡΓΩ>>. Ο πατέρας πήγε γραμμή στο καμπούρη που συνέχιζε τη βάρδια του κλεισμένος στο ταμείο  σωστός κατάδικος.

<<Πέρασε ο μικρός από εδώ;>> τον ρώτησε δείχνοντας με το δάχτυλο.

<<Μάλιστα κύριος>>, απάντησε συννεφιασμένος ο καμπούρης.

<<Πρώτος-πρώτος έκοψε εισιτήριο το απογεματάκι κατά τες τέσσερις…>>

<<Και πώς τον άφησες να μπει αφού η ταινία είναι ακατάλληλη μέχρι δεκατριών;>>,  τον τάπωσε ο γέρος μου…

<< Σιγά ρε κύριος. Καουμπόικο είναι, αλογάκια και τέτοια, δεν δείχνει και τίποτις κακό…>>

Γυρίσαμε σπίτι και δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ στην οικογένεια για  το επεισόδιο.

 

Πριν  λίγους μήνες, έτυχε να παρακολουθήσω με τη γυναίκα μου στη κρατική τηλεόραση την ίδια εκείνη ταινία. Ήμασταν ξάπλα στο κρεβάτι, ξεθεωμένοι από τη ημερήσια βιοπάλη. Η κυρά μου όπως κάνει πάντοτες, δέκα λεπτά αργότερα ροχάλιζε του καλού καιρού. Η προβολή μαζί με τις διαφημίσεις που έπεφταν κάργα, κράτησε περίπου ως τις μία. Μέσα στο μισοκοιμισμένο μου μυαλό όλα έλαμψαν έντονα και οι σκιές του παρελθόντος σαν τις καλοκυράδες επανήλθαν ζωηρές και ακμαίες.

Το πρωί σηκώθηκα μουσκεμένος.

Ανήσυχη η γυναίκα μου,  στρίγγλισε:

<<Κατουρήθηκες κακομοίρη στον ύπνο σου. Κάτι συμβαίνει σοβαρό. Να πας τώρα αμέσως να κάνεις εξέταση για ζάχαρο…>>

 

Περπατώντας για τη φάμπρικα, πίσω από τα σύννεφα που έκρυβαν την ανατολή στη κορφή του Υμηττού, ξεχώρισα τον καμπούρη γιγάντιο, να μου χαμογελάει γνέφοντας μου ειρηνικά.

Ξάφνου η προοπτική μιας ακόμα μέρας στην εργασία  μου φάνηκε τόσο ανυπόφορη ιδέα που γύρισα αμέσως στο σπίτι αναμένοντας τα χειρότερα…