Η ΠΕΜΠΤΗ ΧΟΡΔΗ
(
Μνήμη του πατρός μου ότι εξ΄ αυτού την πηγήν έσχον και η έλαφος μοι εδωρήθη του
θανάτου).
Πρόλογος
Σαν τυχαίνει να ακούω
καμιά φορά στο ράδιο αργά τις νύχτες, -νύχτες που ο ύπνος κρύβει καβούρια στις
τσέπες-,ιεροκήρυκες της συμφοράς διαπρύσιους, να επιμένουν φορτικά και μέχρι
αηδίας, πώς τάχατις ο Πλαστουργός μας τα πάντα εν σοφία εποίησε και τα πάντα
καλώς λίαν, γέλιο κακό αναβλύζει από τα σπλάχνα μου και ξεχύνεται όμοια ποτάμι
κατεβασμένο, να πνίξει τους χαχόλους διαφημιστές, Αυτόν και τη Δημιουργία Του
ολάκερη ει δυνατόν.
Τι κομπασμός στ΄αλήθεια
τους διακατέχει; Τι φληναφήματα μεμειγμένα σιέλου, εξέρχονται κατά ριπάς από το απύλωτο στόμα τους και μας λούζουν πατόκορφα
με την κούφια κομπορρημοσύνη τους;
Πόσο τερατώδες το ψεύδος
που προσκομίζεται ενώπιον μας και αφειδώς προσφέρεται προς κατανάλωση και
μάλιστα εκεί επί τόπου, σαν να επρόκειτο για γλυκερό σαλέπι που ένας γυρολόγος του παλιού καιρού, μας χύνει από το
αμφιβόλου καθαριότητας γκιούμι του σε ένα πλαστικό ποτηράκι η ακόμα χειρότερα
για θέαμα μιας καλοκαιριάτικης επιθεώρησης στη Πατησίων πολιορκημένο γρανίτες
πήχτρα στο συντηρητικό και το κράτσα κρούτσα από μπαγιατεμένα πατατάκια;
Αλλοίμονο.
Μια επίσκεψη στα Επείγοντα
ενός μεγάλου νοσοκομείου των Αθηνών, νύχτα της Αναστάσεως, όπου ο παν υποτίθεται ότι
πεπλήρωται φωτός, θα μπορούσε να πείσει
και τον πιο μωρό, τον αδαέστατο εξ υμών, τόσο καταλυτικά για το μέγεθος της ευήθειας
που τυχόν κουβαλούσε αδιαμαρτύρητα σαν
άνθρωπος καλής πίστης που θα τον
οδηγούσε ντουγρού στο να αναθεωρήσει αυθωρεί και παραχρήμα, όχι μόνο ότι ιδέα
παραμυθίας φιδοσερνόταν στον φλοιό του εγκεφάλου του μέχρι εκείνη τη
συφοριασμένη στιγμή που έτυχε να διαβεί τη πόρτα της Εφημερίας, αλλά και γενικότερα να πάψει να
αντιμετωπίζει το σύμπαν και την ύπαρξη, ως δώρημα ατίμητο ενός στοργικού πάτερ-
φαμίλια, προς τα μάλλον ατίθασα μα παρά ταύτα πολυαγαπημένα του τέκνα.
Όλα εκεί μέσα, κάτω από
τους παραδομένους σε άκρατη φωτοχυσία προβολείς των εξεταστηρίων, εκτίθενται
γυμνά, τετραχηλισμένα, στο πάγκο όλα απλωμένα του χασάπη και δαιμονισμένα
σπαρταρούν στα μάτια σου τα διεσταλμένα από τρόμους πρωτόγνωρους εμπροστά, σα
να ήσαν τσιπούρες Ευβοϊκού ιχθυοτροφείου.
Που τότε ο ακούων; Που ο
μέγας Καραμουρτζούνης του Τραύματος, να δώσει τη λύση και το αίσιον τέλος που
αρμόζει σε τούτο το δίχως διέξοδο δράμα;
Γιατί εκεί μέσα, στον
κατεξοχήν χώρο των ειδικών του άλγους, όπου η παρηγορία το δίχως άλλο θα έπρεπε να παίρνει
τα σώβρακα των αντιπάλων της σκοράροντας συνεχώς στο αντίπαλο τέρμα, κατά
γενική ομολογία και παραδοχή, δεν βρίσκει ο πάσχων που το σαράκι του να ξομολογηθεί,
και ο εφημερεύων ιατρός απλά υφίσταται, ως ακόμη ένας αδύναμος κρίκος της μακράς αλυσίδας που περιζώνει ως έρπις
μεταφυσικός, την κραυγαλέα απορία του Είναι.
Πληγές, συρίγγια, οιδήματα,
κακώσεις.
Από όλα έχει ο μπαξές. Και
συ διαλέγεις τι σου ταιριάζει πιότερο και ψωνίζεις από σβέρκο.
<< Έλα να
πάρεις…>>
Καρατσεκαρισμένο. Δεν
υπάρχει σημείο της ανατομίας του Αδάμ,
που να μην υπόκειται στα βέλη τα ιοβόλα της φθοράς. Αργότερα σε άλλο κεφάλαιο,
σαν βρω διάθεση και κουράγιο, θα επεξηγήσω επακριβώς τι και πως το εννοώ.
Προσώρας αρκεί η στεγνή πληροφορία ότι όλα, -από το δόντι ως τη
πιο λεπτή τρίχα των όρχεων,- αποτελούν εν δυνάμει μέσα, δυνάμενα να σε βυθίσουν
αύτανδρο στην σκοτεινάγρα του βασιλείου του Πλούτωνα πριν καν προλάβεις να
συντάξεις δυο γραμμές διαθήκη.
Το μόνο λοιπόν που σου
απομένει, είναι να ανέχεσαι με καρτερία ονική, το μαρτύριο το φρικτό του
Προμηθέα που σου λάχε, γνωρίζοντας καλά
και από πρώτο χέρι, ότι καμιά μεταμόσχευση, κανένα θαύμα, καμία Δύναμη σε τούτο
τον κόσμο δεν θα καταφέρει να αναγεννήσει το καρκινωμένο σου συκώτι η να ανατάξει τη θλιμμένη σου ψυχή
και πώς ο δρόμος από τούδε και στο εξής
θα είναι ο καθιερωμένος, ο γνωστός, ο
ήδη δοσμένος άνωθεν Θεία Προνοία, αυτός του άμωμου αμνού προς την υψιτενή
κοροϊδία των Ουρανίων πεδίων.
Φυσικά το μίσος του
Ανωτάτου Όντος,- τόσο καίριο στη πρωτοτυπία του-, εκτός της σάρκας δεν θα
μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτη και καμία άλλη πτυχή του ανθρώπινου βίου, πόσο
μάλλον κάτι τόσο το λεπτό και ευγενές σαν τον έρωτα.
Και για να σας δώσω να
καταλάβετε το μέγεθος της κακουργίας και της ατσουμπαλοσύνης που διέπει τον
φανταστικό μας Δημιουργό, παράδειγμα τρανό σας τρατάρω τον τρόπο που αυτός έχει διευθετήσει το
μηχανισμό της συνουσίας, την πιο αγνή, την πλέον καθαγιασμένη εκδήλωση του
ανθρώπινου όντος. Έχοντας τον τοποθετήσει ακριβώς στη περιοχή των αφοδευτικών οργάνων -λες και δεν εύρισκε άλλη πιο πρόσφορη-,
είναι σαν να σου λέει με τον πλέον επαίσχυντο τρόπο, ότι κοίταξε να δεις μάγκα
μου, μην μου πολυκουνιέσαι εμένα, γιατί δεν το έχω σε τίποτα αντίς να γαμήσεις,
να σε τρέχω λούη στον απόπατο.
Κογιονάρισμα κανονικό.
Με αυτό που κατουράς κάνεις
και τον έρωτα, χώνοντας το εκεί ακριβώς από όπου κατουράει η αγαπημένη σου.
Πρωκτογεννητική περιοχή.
Τοιουτοτρόπως καλείται το
τρίγωνο του διαβόλου από τους επαΐοντες. Τι παρανοήσεις όμως είναι δυνατόν να
προκύψουν από τέτοιου είδους γειτνιάσεις και συνοριακές γραμμές, ποιος το
σκέφτηκε;
Πόσο εύκολα το όργανο σου,
παρακάμπτοντας μικρά και μεγάλα χείλη στεφανωμένα το παχύ γρασίδι της τριχοφυΐας,
με μια κίνηση κόντρα ρελάνς, δύναται να εισχωρήσει αποπροσανατολισμένο και
έμπλεο πάθους σε αλλότριες σήραγγες, μιας που δεν διαφέρουν και τόσο οι οπές αναμετάξυ
τους τουλάχιστον σε επίπεδο καθαρά πρακτικό;
Και η μια και η άλλη, εδώ που τα λέμε τη δουλειά τους τη κάνουν και με το παραπάνω
μάλιστα. Ας προσθέσω σε αυτό το σημείο, ότι κατά εωσφορική σύμπτωση πάντα και τα μεγέθη των συμμετεχόντων οργάνων
βοηθούνε σε μια τέτοιου είδους παρασπονδία. Έτσι λοιπόν, εκουσίω κατασκευαστικώ
σφάλματι να πούμε και ουχί Θεία Οικονομία καθώς πολλοί θα υπέθεταν ηλιθίως, προκύπτουν
οι ουρολαγνίες, οι κοπρολαγνείες, οι σοδομισμοί και όλα τα άλλα σχετικά και ο
καθείς εξ ημών ευθύνη ουδεμία φέρει για τις
συγχύσεις τις άφευκτες που ξεφυτρώνουν όλη την ώρα και με συχνότητα
εκνευριστική, στις κατηραμένες συνευρέσεις μας.
Μα τι να κάνουμε αφού
τοιουτοτρόπως απεφάσισε ο Παλαιός την Ημερών.
Δρόμοι διαφυγής δεν
διαφαίνονται στον ορίζοντα.
Έτσι, το κεφάλι σκύβουμε και
το Άγιο το Όνομα Αυτού δοξάζουμε και λέμε και ευχαριστώ από πάνω.
Τον ίδιο όμως σκολιό δρόμο
που ήδη έχω οριοθετήσει επακριβώς, ακολουθούν και όλα τα αποδέλοιπα ανθρώπινα.
Διότι και αυτά που συνηθάμε να αποκαλούμε πνευματικά συμβάντα, απότοκα είναι και γεννήματα, της πρώτης
εκείνης Αρχής που εξηγήσαμε λίγο πιο πάνω τους δόλιους μηχανισμούς. Στους
ίδιους ακριβώς υστερικούς νόμους υπακούουν, στις ίδιες δομικές αρχές.
Κάθε τι λοιπόν, είτε
διανόημα είναι αυτό, είτε έργο τέχνης, μέσα από τις περιελίξεις των εντέρων
διέρχεται και μέσα από τους κολποκολεούς του νου ταξιδεύει.
Ταπεινά υλικά, βουτηγμένα
στο κάτουρο και το σκατό, λουσμένα τη βλέννα και το όξινο, φουσκώνουν με τη
μαγιά της έμπνευσης στους φούρνους των Τεχνών μέσα, για να βρουν ακολούθως το
δρόμο τους προς το φώς, ως διηγήματα, πίνακες ζωγραφικοί, μουσικά έργα.
Και όπως κάθε γέννα
συμβαίνει μόνο και μόνο για να γεμίσει έναν τάφο αδειανό, ένα τάφο που χαίνει
υπομονετικά σκαμμένος από χρόνια σε χώμα
μαλακό και έχει οριοθετηθεί με ακρίβεια χιλιοστού για να
τη δεχτεί κάποτε σαν αυτή δέσει και ωριμάσει αδιαμαρτύρητα στα σαρκοβόρα
σκοτάδια του, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις ιστορίες που με βάσανα χίλια
και οιμωγές ουρανόμηκες, πλάθουν νεραϊδοκρουσμένοι σαν και λόγου μου, γραφιάδες
δίχως τάλαντο κανένα, που στο μόνο που μπορούν να ελπίζουν είναι η καλή τους
τύχη και η συγκεχυμένη έμπνευση της στιγμής.
Μαστοριά δεν διαθέτουν,
ορατή τουλάχιστον με γυμνό οφθαλμό.
Κάθε τους λέξη κι επίθετο,
κάθε τους πρόταση κι ένα
τουλάχιστον συντακτικό λάθος.
Φτιαγμένες το λοιπόν οι
ιστορίες αυτές, από υλικά παράταιρα, ξεσηκωμένες από συνταγές αρχαίες, Βαβυλωνιακές,
έχουν σα μοναδική τους απαντοχή και
ελπίδα στην καλύτερη των περιπτώσεων, να καταλήξουν ταριχευμένες στις σελίδες ενός βιβλίου που κανείς δεν θα βρίσκει χρόνο και
διάθεση για να διαβάσει. Ανασαίνουν έτσι αναγκαστικά στα ερέβη των ερμαρίων, Κωσταλέξι σωστό και
καρτερούν τη λήθη να έρθει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, πράγμα που συμβαίνει
έτσι και αλλιώς δίχως να κουνήσουν οι ίδιοι μήτε το μικρό τους δαχτυλάκι.
Σαν τι διαφέρει αυτό τάχα
από τον πιο πλέριο, τον πιο ολοκληρωτικό θάνατο; Μάλλον σε τίποτα.
Μα ας εξηγηθώ όσο πιο ξάστερα και καθαρά δύναμαι τώρα που
είναι ακόμα αρχή και βρίσκω τη δύναμη να λέω τα πράγματα με το όνομα τους.
Τόσο επιτακτικά προστάζει
με η ανάγκη να φέρω στο κόσμο κάτι το δικό μου, που αυτή την ώρα της δημιουργίας,
-όμοια με τη φρικτή ώρα του έρωτα-, ποσώς
με ενδιαφέρουν τα γεννήματα του συγγραφικού μου οίστρου.
Για να θυμηθώ το Μάριο το Χάκκα. Μούλικα,
έκθετα, πεταμένα στους σκουπιδοτενεκέδες του κόσμου, να νιαουρίζουν ίδια τυφλά
γατάκια, δεν με νοιάζει, ούτε και με αφορά ποσώς.
Ας γεννηθούν τουλάχιστον,
να περπατήσουν την ύπαρξη έστω και για μια στιγμή μονάχα κι ύστερα σαν είναι το
ριζικό τους να χαθούν, ας χαθούν και ας μην ξανακουστεί για δαύτα μήτε κουβέντα
ανάμεσα στους ταλαίπωρους βροτούς.
Τρίτη 29
Δεκεμβρίου 1981
Εντελώς ξαφνικά σήμερα τα ξημερώματα, προσπαθώντας να συνεφέρω
τον εαυτό μου από έναν άσχημο ύπνο γεμάτο αποτρόπαια όνειρα, πήρα την
παρακινδυνευμένη απόφαση να αρχίσω να κρατώ κάποιου είδους ημερολόγιο.
Ούτε και ξέρω πώς διάολο μου κατέβηκε αυτή η τρελή ιδέα, πόσο
μάλλον που ποτές μου ίσαμε αυτή τη στιγμή δεν έχω καταφέρει να συνταιριάξω στο
χαρτί δύο φράσεις που να βγάζουν ένα στοιχειώδες νόημα. Πάντα είχα μια δυσκολία
τεράστια στην έκφραση των συναισθημάτων μου τόσο γραφτή όσο και προφορική, από τον
καιρό του σχολείου ακόμα, που όσο κυλούσε ο καιρός, τόσο έσφιγγε γλώσσα και
καρδιά, αφήνοντας με ένα βουβό πρόσωπο μέσα σε ένα έργο φωνασκούντων θεατρίνων.
Μισούσα τις εκθέσεις με όλη τη δύναμη της παιδικής μου καρδιάς. Δεν
μπορούσα τότε να φανταστώ τι σκοπό μπορεί να εξυπηρετούν. Τα μαύρα γράμματα
πάνω στο χαρτί, μου φάνταζαν μάταια, ανάξια λόγου, ακριβώς όπως ταξιδιάρικα
πουλιά που αποφασίζουν να γαντζωθούν στα σύρματα της ηλεκτροδότησης για μια
στιγμή μονάχα, ίσα που να πάρουν μιαν ανάσα, για να απογειωθούν κατόπιν βιαστικά καθώς είναι δοσμένο από τη ίδια τους
τη φύση, προς ένα μακρινό, ξασπρισμένο ήλιο.
Όπως όμως και να έχει το πράγμα, η ανάγκη να εννοήσω το
μαιανδρικό σύστημα του ψυχικού μου δυναμικού που αναπτύχθηκε εντός μου με τα
χρόνια και τις υπόγειες διεργασίες που
λαμβάνουν χώρα στα πιο μύχια στρώματα της ύπαρξης μου, με οδηγεί αναπόδραστα στο
να αφιερωθώ σε τούτο το ημερολόγιο, γεμίζοντας το με λέξεις και προτάσεις που
ίσως αργότερα βοηθήσουν να μπαζώσω το βαθύ πηγάδι που χάσκει ασκέπαστο
και να βρω στέρεο πάτημα προς το φώς και
την ελευθερία που τόσο αγωνιωδώς αποζητώ.
Έτσι, σήμερα το πρωί ντυμένος γερά, με το μάλλινο κούκο κατεβασμένο ως τα μάτια,
κατηφόρισα την άδεια Εφέσου μέσα στο παγωμένο ψιλόβροχο και από τη κεντρική πλατεία
πήρα το λεωφορείο για το Σύνταγμα.
Η Αθήνα μέσα στον εξεζητημένο μπαρόκ, Χριστουγεννιάτικο διάκοσμο
της, έδειχνε ακόμα πιο μίζερη και καταθλιπτική από ότι συνήθως.
Το χαρτοπωλείο του Πάλλη για μέρες γιορτινές σαν και αυτές που
διανύουμε, σχεδόν άδειο. Δυό-τρείς
πελάτες όλοι κι όλοι ψώνιζαν κάρτες με Αγιοβασίληδες και τοπία χιονισμένα.
Αγόρασα ένα τετράδιο κατοστάρι με εξώφυλλο σκληρό, πέντε μολύβια Φάμπερ νούμερο
δύο, ξύστρα, γόμα αρωματική και να μαι τώρα σχεδόν δώδεκα ώρες αργότερα,
μεσάνυχτα πια, καθισμένος εμπρός από το παράθυρο να χαζεύω τα Χριστουγεννιάτικα
λαμπιόνια στα απέναντι σπίτια και τις αυλές,-σήματα μορς μιας ύποπτης
παιδικότητας,- πίνοντας από ένα ποτήρι με σπασμένα χείλη κονιάκ, από εκείνο το
φτηνιάρικο που συγχωρούνε οι άνθρωποι στα μνημόσυνα και τις κηδείες.
Παράλληλα προσπαθώ κάτι να γράψω.
Ας το ξεκαθαρίσω όμως πρώτα.
Αν ήταν να γράψω αλήθειες δεν θα κατέφευγα ποτές μου σε τούτο το
τετράδιο. Θα προτιμούσα να τις κρατήσω για τον εαυτό μου με ότι αυτό μπορεί να
συνεπάγεται. Γιατί η αλήθεια είναι ένα πράγμα βαρύ κι ασήκωτο που κράτησε ακόμα
και το Χριστό βουβό μπροστά στο Πιλάτο.
Θα γράψω λοιπόν έχοντας κατά νου έναν φανταστικό αναγνώστη που διαβάζοντας
με θα με κρίνει έστω και για τις αποκρύψεις μου.
Και η κρίση του δεν θα ήθελα για τίποτα στο κόσμο, να είναι δικαία.
Μια κρίση δικαία, θα ξέκανε ένα μεγάλο κομμάτι της ύπαρξης μου
πιθανότατα το πιο σημαντικό, οδηγώντας το πρώτα στη καταφρόνια και ακολούθως με
ακρίβεια μετρονόμου, στον απόλυτο και
αναπόφευκτο όλεθρο.
Έχω την ανάγκη να κρυφτώ πρώτα-πρώτα από εμένα τον ίδιο. Έτσι
είμαι αναγκασμένος, -επιβάλλεται είναι η σωστή έκφραση- να ψεύδομαι ασυστόλως.
Πολλά από αυτά που έχω αποφασίσει να αραδιάσω σε τούτες τις
σελίδες πιθανόν να αποτελούν μυθεύματα και φαντασιοκοπίες, παραδοξολογίες ενός
ανθρώπου που επιθυμεί διακαώς, περισσότερο
από οτιδήποτε άλλο στο κόσμο να δώσει σκελετό, σάρκα και νου σε κάτι που
δείχνει να υφίσταται απλά ως πολτός. Σε αυτό που αρέσκεται να αποκαλεί
καταχρηστικά, η ζωή του.
Μεθαύριο γίνομαι τριάντα επτά χρονών.
Ζω μόνος σε ένα σπίτι πενήντα τετραγωνικών, στο τρίτο όροφο μιας
πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη.
Είμαι επαγγελματίας μουσικός. Τσελίστας. Παθιασμένος με το έργο
και τη προσωπικότητα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.
Αν μια μέρα δεν παίξω μια από τις έξη σουίτες του για
βιολοντσέλο ολάκερη ίσαμε τέλος, αρρωσταίνω.
Άλλοι προσεύχονται στο Θεό, εγώ στο Μέγα Κάντορα. Ότι τον αφορά,
είτε βιβλίο είναι αυτό, είτε άρθρο σε εφημερίδα, είτε δίσκος, το έχω αποκτήσει
ότι κόπους και θυσίες χρειάστηκε να υποστώ μέχρι να περιέλθει στη κατοχή μου.
Κι αν δεν το αποκτούσα, θα έκανα το παν –θα σκότωνα εν ανάγκη- για να το
οικειοποιηθώ. Τέτοια η αγάπη και η αφοσίωση στο πρόσωπο του που στις συχνές
φαντασιώσεις μου τον επισκέπτομαι στην ουράνια Λειψία εκεί όπου πια κατοικεί
και του ζητώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να με κρατήσει στην αιωνιότητα κοντά
του ως μαθητή και υπάκουο υπηρέτη του.
Εδώ και κάμποσο καιρό έχω προσληφθεί μόνιμος στη Λυρική. Με ξαπόστειλαν
στα τελευταία αναλόγια.
Εκεί ακριβώς που κάποτε θα πρέπει να είχαν εξορίσει και τον
Σκαλκώτα. Και δεν το γράφω αυτό επειδή προσπαθώ να συγκρίνω τον εαυτό μου μαζί
του, κάθε άλλο μάλιστα.
Προσωπικά δεν με νοιάζει δεκαράκι, ούτε με αφορά το θέμα. Κάτι
τέτοια εμένα δεν έχουν τη δύναμη να με πτοήσουν. Αλλού βρίσκεται η ουσία. Αλλού
και τα κουμπιά της Αλέξαινας.
Οι φιλοδοξίες μου κάποτε
με οδήγησαν στην αναζήτηση μιας διεθνούς καριέρας.
Το αν τα κατάφερα ή όχι είναι ένα άλλο ζήτημα που αυτή τη στιγμή με ενοχλεί ιδιαίτερα και δεν θα
θελα με τίποτα να επεκταθώ.
Πάντως τρία χρόνια πριν, -για να περιαυτολογήσω λιγουλάκι,-
αξιώθηκα να παίξω κάτω από τη μπαγκέτα του Κλαούντιο Σιμόνε ενός μεγάλου Ιταλού Αρχιμουσικού το κοντσέρτο του Ταρτίνι για τσέλο και ορχήστρα εγχόρδων σε λα ματζόρε, σε ένα
κατάμεστο Τεάτρο Μασσίνι, στη μεσαιωνική πόλη της Φαέντσα. Η συναυλία
ηχογραφήθηκε μάλιστα για να μεταδοθεί κάποια στιγμή αργότερα, στο τοπικό
ραδιοφωνικό σταθμό.
Στον μαέστρο, με είχε συστήσει ένας καλός φίλος, θεατράνθρωπος
και συγγραφέας, ο Ιουλιανός Μπεττόλι, που
επί σειρά ετών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού λημέριαζε στο εξοχικό
μας της Άνδρου, φιλοξενούμενος του συγχωρεμένου του πατριού μου.
Τόσο πολύ είχε αρέσει η ερμηνεία μου στον Αρχιμουσικό που σχεδόν
με το ζόρι με οδήγησε την επομένη στη Μπολόνια για επίσημη ηχογράφηση.
Ο δίσκος πρέπει να κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα και όπως μου έγραψε ο
Ιουλιανός, δεν πέρασε διόλου απαρατήρητος από τη κριτική της γείτονος.
Μιλήσανε τότε για έναν νέο σολίστ με λάγαρο και τονικά ακριβή
ήχο που μπορούσε να ανέβει αν το επιθυμούσε κι ο ίδιος, ακόμα ψηλότερα. Έτσι
τουλάχιστον με διαβεβαίωνε ο Ιουλιανός στη τακτική αλληλογραφία μας.
Αυτό το δίσκο παρά τις απεγνωσμένες μου έρευνες, δεν
κατάφερα να τον ξετρυπώσω πουθενά στα συχνά ταξίδια μου στην Ευρώπη.
Σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ο Ιουλιανός από την άλλη
διατείνεται ότι το ένα και μοναδικό αντίτυπο που είχε υπό τη κατοχή του, κάπου παράπεσε
μέσα στο σπίτι και δεν βρίσκει το κουράγιο να ψάξει να το βρει.
Φυσικά στην Ελλάδα όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα όταν ένας νέος
καλλιτέχνης ανοίγει φτερά για διεθνή καριέρα, επεκράτησε σιγή ασυρμάτου.
Τσιμουδιά, λες και η γάτα της ζηλοφθονίας τους έφαγε ολονών τη
γλώσσα από τη ρίζα.
Ούτε μια λέξη δεν γράφτηκε στον Τύπο.
Ούτε μια κριτική έστω και προκατειλημμένη, δεν δημοσιεύτηκε
ποτές.
Το ζηλόφθονο σινάφι των μουσικών αυτάρεσκο μεσ΄τη μετριότητα
του, αποκλείει φωνές σαν και τη δική μου.
Επιβάλλει με σιδερένια πυγμή, το νόμο της σιωπής σε νέους
μουσικούς, που το μοναδικό τους αμάρτημα είναι, ότι προτίμησαν να σταδιοδρομήσουν
μουσικά στην αλλοδαπή, από το να ανέχονται αδιαμαρτύρητα τη καταθλιπτικότητα
μιας μίζερης, δημοσιοϋπαλληλικής καθημερινότητας.
Καλά λένε πώς αυτή η χώρα τρώει τα παιδιά της αν και στη
περίπτωση μου αυτό κάλλιστα μπορεί και να μην ισχύει, τουλάχιστον από τη δική
μου μεριά. Γιατί ποτέ δεν θεώρησα την Ελλάδα πραγματική μου μάνα.
Ότι απέμεινε τελικά από
εκείνη τη σύμπραξη είναι το πρόγραμμα της συναυλίας, το δισκογραφικό συμβόλαιο,
καθώς και ένα άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Χτυπούν μεσάνυχτα.
Νοιώθω το κεφάλι βαρύ.
Καπνός ανεβαίνει από παντού σαν σε ταινία φρίκης τυλίγοντας με από τη
κορφή ως τα νύχια.
Καλλίτερα να πάω για πέσω στο κρεβάτι.
Σταματώ να γράφω.
Για τους συναδέλφους του στη <<Λυρική>>, ο τσελίστας με το Γερμανικό επώνυμο και το
Ελληνικό όνομα, ήταν απλά ένας ευγενικός μα ιδιαίτερα απόμακρος άνδρας που
φορούσε πάντα βαθύχρωμο μαντήλι στο λαιμό βρέξει χιονίσει.
Λιγομίλητος, με μια ντροπαλότητα σχεδόν κοριτσίστικη, ένοιωθε στο στοιχείο του
μόνο σα χαμήλωναν τα φώτα της σάλας και έπαυαν τα μουρμουρητά των θεατών
σφαγιασμένα λες στο γόνατο από το τρίτο γκονγκ.
Στο σκάμμα τότε της ορχήστρας μέσα σε μια πυρετιασμένη αναμονή
που απλωνόταν σα φήμη τερατώδης ανάμεσα στα όργανα και τις μουχλιασμένες
παρτιτούρες, τα αναλόγια φεγγοβολούσαν μεταδίδοντας κάτι από τη αβέβαιη λάμψη
τους στα πρόσωπα των μουσικών.
Αυτό, έδειχνε να τον καθησυχάζει κάπως και τότε δίχως δεύτερες
σκέψεις, δινόταν ολοκληρωτικά στη τέχνη του, θυμίζοντας κάποιον που κάνει έρωτα
σε μιαν αόρατη μούσα μόνο με τις ντελικάτες κινήσεις των χεριών του.
Τα έργα του ρεπερτορίου τα γνώριζε απέξω και ανακατωτά. Οι
νότες, τα λόγια, οι κινήσεις των ερμηνευτών, του ήταν πράγματα τόσο οικεία που
η Κάρμεν ατίθαση και αιχμηρή έμοιαζε φτυστή με μια παλιά του φιλενάδα από τη Γερμανική Σχολή και <<Οι Μποέμ>> από την
άλλη, -γλεντοκόποι της συμφοράς μέσα στη μίζερη καθημερινότητα τους-,
μπερδεύονταν γλυκά με κάτι φιλαράκια λησμονημένα πια, που είχε περάσει αντάμα τους
τη Πρωτοχρονιά, μια δεκαετία και βάλε τώρα, σε μια σοφίτα παγωμένη, στο
Παγκράτι.
Στη Λυρική είχε αρχίσει να πιστεύει ότι θα βρει και πάλι τον παλιό, καλό του εαυτό, απελεύθερο
πια από τα μάτια του αδηφάγου κοινού που καρφωμένα πάνω του ίδια Μέδουσα
φιδοστεφανωμένη, το μόνο που έδειχνε να περιμένει από αυτόν, ήταν η πρώτη λάθος
νότα, η πρώτη άτεχνη δοξαριά για να τον ξαποστείλει αδιάβαστο από εκεί που ήρθε.
Μισούσε την έκθεση στο κοινό. Αυτό ήταν κάτι παραπάνω από
βέβαιο.
Κι αν κάποτε είχε φτάσει να το ξεπεράσει ανοίγοντας φτερά για
προορισμούς ανώτερους, τώρα πια δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται τη πιθανότητα
μιας τέτοιας επιστροφής.
Του αρκούσε το σκάμμα, του ταίριαζε άλλωστε γάντι.
Έκθεση του μαθητού της Ε΄ Δημοτικού
Ιωάννου Παπαλάμπρου με
θέμα:
Εντυπώσεις μου από τη συναυλία της ΚΟΑ στο Θέατρο Παλλάς
το Σάββατο
10/02/1979
Ο κ. Πικράδης, ο διευθεντής του σχολίου μας, μας μίλησε στο
προαύλιο μετά τη πρωινή προσευχή για μια συναυλία που θα μπορούσαμε να
παρακολουθίσουμε τσάμπα μαζί με άλλους μαθητές στο Παλάς το επόμενο Σαβάττο,
και όποιος ήθελε να πάει έπρεπε να το δήλωσι στον κ. Γκρούση. Θα έπεζαν μας
είπε Κλασική Μουσική.
Εγώ στο σπίτι μου δεν είχα ακούσει ποτέ τέτοια μουσική, γιατί
του πατέρα μου του αρέσουν τα λαϊκά και όλο βάζι στο ραδιόφονο τραγούδια τέτια και ακούμε.
Πρώτος εγώ από όλες τις τάξεις, έτρεξα να δηλώσο στο γραφείο ότι
θα πήγαινα οποσδήποτε γιατί ίχα μια τεράστια περιέργια και δεν κρατιόμουνα.
΄Ετσι λιπόν, ένα πούλμαν μας περίμενε το Σάβαττο το πρωί εμπρός
από το σχολίο μας και μας πήγε μαζί με άλλους συμμαθητές μου στο Παλάς. Έτσι
λέγανε το μεγάλο θέατρο με τις ψηλές σκάλες. Ανεβήκαμε κάτι ψηλές σκάλες και
μπίκαμε μέσα. Μια κοπέλλα μας εδωνε ένα χαρτί που το λέγανε πρόγραμμα.
Εκεί μέσα ήταν μαζεμένα πολλά παιδιά από άλλα σχολεία που
φώναζαν δυνατά και οι δασκάλοι όλο κάνανε παρατιρήσεις να καθόμαστε στις θέσεις
μας και να μη φωνασκούμε.
΄Αρχισαν να χτυπάνε κάτι κουδούνια όπως αυτά που χτυπάνε και στο
σχολείο για να κάνουμε διάλλειμα.
Οι μουσικοί ντυμένοι μαύρα ρούχα, με κάτι περίεργα όργανα που μιάζανε
σα κιθάρες, ανέβηκαν στη σκηνή και κάθισαν στις καρέκλες τους. Ένας κοντός
άνθρωπος που κρατούσε ένα βιολί σηκώθηκε όρθιος, έπεξε έναν ήχο και τότε όλοι
οι άλλοι προσπάθησαν να τον μιμιθούν.
΄Υστερα μπήκε ο μαέστρος και εκεί μας είπαν οι δασκάλοι να
χειροκροτήσουμε δυνατά. Τα φώτα σβήσανε τότε και η μουσική άρχισε να παίζει.
΄Ηταν ένα θέαμα υπέροχο.
Τα αυτιά μου γεμίσαν με μουσική και δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ.
Νόμιζα ότι οι Αγγέλοι είχαν κατεβεί με τις άρπες τους και παίζανε μονο για
μένα.
Μετά τέλειωσε η πρώτη μουσική και μείς ξαναχειροκροτήσαμε.
Ύστερα ανέβηκε πάνω στη
σκηνή ένας κύριος με ένα μαντήλι στο λεμό που κρατούσε ένα πολύ μεγάλο βιολί.
Κάθησε σε μια καρέκλα, έβαλε το βιολί ανάμεσα στα πόδια του και μαζί με την
ορχήστρα άρχισε να παίζει κι αυτός. Μου έκανε όμως εντύπωση που κάποια στιγμή
σταμάτησε να παίζει κύταξε το μαέστρο στενοχωρημένος και μετά ξεκίνησαν πάλι
από την αρχή.
Στο τέλος τον χειροκροτήσαμε κι αυτόν, μόνο που αντί να κάτσει
σηκώθηκε και έφυγε σαν να τον κυνηγούσε κάποιος.
Ύστερα κάνανε διάλειμα και μετά παίξανε ακόμα κάτι που μου
ερχόταν σαν το άκουγα να χορέβω. Κάποτε το θέαμα τέλειωσε και μείς
ευχαριστιμένοι κατεβήκαμε τις σκάλες.
Πίραμε πάλι το πούλμαν που μας περίμενε τόσι ώρα απ΄έξω και
γυρίσαμε στο σχολείο. Η μάνα μου με περίμενε και πηγαίνοντας σπίτι μαζί, της
είπα για όλα αυτά που ίδα και άκουσα στο θέατρο.
Είμαι πολύ ευχαριστιμένος και θα ήθελα να ξαναπάω αν είναι
δυνατον πάλι. Παρακάλεσα το πατέρα μου να μου αγοράσει και μένα ένα τέτοιο
μεγάλο βιολί σαν αυτό που έπεζε εκείνος ο κύριος, μα ο πατέρας μου είπε καλίτερα να ασχοληθώ με τα μαθίματα μου
γιατί οι μουσικοί πινάνε πολύ και διστιχούνε.
Ιωάννης Παπαλάμπρου
Ε Δημοτικού
Βαθμός : 6
Πρόσεξε Παπαλάμπρου την ορθογραφία σου. Περισσότερα λάθη από όσα
επιτρέπονται. Ο αυθορμητισμός σου δεν σε βοηθάει καθόλου, αντιθέτως καταστρέφει
τον ειρμό των σκέψεων σου. Πρώτα να σκέπτεσαι και μετά να γράφεις. Προσπάθησε
την επομένη φορά να είσαι πιο συγκροτημένος και ακριβής.
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 1981
Απόψε δέκα λεπτά μετά την έλευση του νέου χρόνου κλείνω τα
τριάντα επτά μου χρόνια. Για την απευκταία περίπτωση που κάποιος κάπου κάποτε
οδηγηθεί να ανοίξει τούτο το ημερολόγιο και διαβάσει τούτες της γραμμές, του
οφείλω σα δείγμα άδολης και ειλικρινούς συμπάθειας προς το πρόσωπο του, να
σημειώσω το όνομα μου και λίγα στοιχεία για τη ζωή και την πολιτεία μου, ως τα
τώρα.
Ονομάζομαι Σοφοκλής Χορστ και κατάγομαι από Βαυαρούς που πρωτοήρθαν στην Ελλάδα επί
βασιλέως Όθωνος, ως αυλικοί και ακόλουθοι.
Οι γονείς μου, συγχωρεμένοι πια και οι δύο τους, κατοικούσαν σε
μια άνετη μονοκατοικία, δίπλα ακριβώς από τη καθολική εκκλησία του Ευαγγελιστή
Λουκά, στη αποικία του Παλαιού Ηρακλείου
Αττικής.
Κάρεν και Γιόχαν Κρίστιαν τα ονόματα τους.
Ο πατέρας, γραμματέας στη
Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, ήταν παράλληλα και ένας πολύ καλός
ερασιτέχνης πιανίστας, επιφορτισμένος με το τίμιο έργο να γυμνάζει τη χορωδία της ενορίας μας.
Ζωγράφος η μητέρα μου, σχετικά ταλαντούχος αλλά δίχως πλούσιο
έργο, δυστυχώς μετά από τη φυγή του πατέρα πάνω σε μια κρίση απελπισίας,
κατέστρεψε όσους πίνακες της υπήρχαν σπίτι μας. Ελάχιστοι πρέπει να έχουν
διασωθεί και αυτοί σε σπίτια συγγενών και φίλων που η συγχωρεμένη δώριζε με
κάθε ευκαιρία, επιμένοντας να τους ξεφορτώνεται καθώς καράβι το έρμα του,
μάλλον για να εξασφαλίζει τη παρακινδυνευμένη της πλεύση μέσα από τις
καταιγίδες της ζωής με όσο το δυνατόν λιγότερες αβαρίες.
Τελευταία ανακάλυψα ένα πίνακα της, << Σπουδή
γυμνού>>, στο σπίτι του πάστορα που παρά την σεμνοτυφία που τον διακρίνει,
τον έχει κρεμασμένο σε περίοπτη θέση μέσα στο σαλόνι του.
<<Τον έλαβα κληρονομιά από τον μακαρίτη τον πατέρα μου.
Του τον είχε δώσει χάρισμα η μάνα σου έτσι
εις ανάμνηση της ηθικής στήριξης που της πρόσφερε αφειδώς τα πρώτα δύσκολα
μεταπολεμικά χρόνια. Υπήρξαν φίλοι καλοί καθώς γνωρίζεις. >>
Αν και πατέρα δεν γνώρισα
ποτές μου, έχοντας γεννηθεί μήνες μετά
την απόδραση του από την Ελλάδα, το πάθος για τη μουσική πρέπει να το πήρα
σίγουρα από εκείνον.
Καλός άνθρωπος, εργατικός, φύση καλλιτεχνική, - χαρακτηρισμοί
που εκπορεύονται από στόματα ανθρώπων που τον γνώρισαν,- χάθηκε αύτανδρος μέσα
στις σελίδες της ιστορίας και δεν ξανακούστηκε
για αυτόν κάτι.
Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να υπέπεσε σε σφάλματα σοβαρά, φορές
μάλιστα να αντέδρασε εντελώς ενστικτωδώς στις προκλήσεις, μα ποιός από εμάς σα
βρεθεί μέσα στις δίνες της ζωής δεν αφήνεται να παρασυρθεί με μόνην του έγνοια
μην τον πάρει ο βυθός;
Λίγο πολύ αυτή είναι η ιστορία του.
Εγκαταλείποντας πίσω
του γυναίκα και σπιτικό στο έλεος του
πρώτου τυχόντα, είχε ακολουθήσει ντυμένος στολή γερμανική, τα υποχωρούντα
στρατεύματα των συμπατριωτών του που έχοντας χάσει πια οριστικά τον πόλεμο
γυρνούσαν εσπευσμένα στη γενέτειρα να
πολεμήσουν για τη σωτηρία της.
Η μεγάλη του αγάπη για τη Γερμανική γη και το τρίτο Ράιχ, το
μόνο απτό κέρδος που του άφησαν, ήταν η ατίμωση από τα Ελληνικά δικαστήρια.
Χαρακτηρισμένος με απόφαση επίσημη, προδότης και δοσίλογος, τον έσβησαν μια δια
παντός από τα κατάστιχα και τα μητρώα της χώρας. Και κοντά σε αυτόν,
σημαδευτήκαμε και οι υπόλοιποι που σε τίποτα δεν είχαμε φταίξει. Ενώ η μητέρα
μου αγαπούσε βαθιά τον πατέρα, ούτε για μια στιγμή δεν διανοήθηκε να
εγκαταλείψει την Ελλάδα, ακολουθώντας τον στη φυγή του.
« Πρόκειται για δολοφόνους αμετανόητους. Σταυρωτήδες των εθνών.
Τι δουλειά έχεις εσύ με δαύτους;», τον συμβούλεψε πριν αναχωρήσει και
κλαίγοντας τον παρακάλεσε να λυπηθεί αν όχι αυτή τουλάχιστον το παιδί που
κυοφορούσε στα σπλάχνα της.
Ανένδοτος αυτός, με βούληση ατσαλένια, τη φίλησε στο μέτωπο και
χάθηκε για πάντα στις ομίχλες του Βορρά.
Δεύτερο χέρι του Βάλτερ Βρέντε, ενός ξερακιανού αρχαιολόγου και
αρχηγού της οργάνωσης του Ναζιστικού κόμματος στην περιφέρεια της Αθήνας, ήταν
πολύ μπλεγμένος για να ελπίζει ότι μπορούσε να την σκαπουλάρει χωρίς συνέπειες
σαν άλλαζαν τα πράγματα και ερχόταν η ώρα η δίκαιη της τιμωρίας. Τα αντίποινα
τότε, όχι μόνο θα ήταν αμείλικτα και το κεφάλι του δεν θα είχε ουδεμία ελπίδα
να συνεχίσει να στέκεται στους ώμους του, αλλά και η αξιοπρέπεια του στην οποία
τόσο πολύ υπολόγιζε, θα ανταγωνίζονταν στα ίσα αυτή ενός ψωριάρικου σκυλιού
στην απόχη του μπόγια.
Τις τελευταίες κρίσιμες μέρες πριν τη έλευση των Γερμανών στην
Αθήνα, έχοντας πεισθεί από τα λόγια του Βρέντε, οχυρώθηκε μαζί με τη μητέρα μου
και άλλους συμπατριώτες μας μέσα στη Σχολή για να αποφύγουν έστω και προσωρινά
τον κίνδυνο των πατριωτικών οργανώσεων που θέριζαν δικαίους και αδίκους. Η
πολιτεία μύριζε θάνατο. Στις 27 Απριλίου του 41, σαν οι πρώτες μοτοσικλέτες με
τους σκονισμένους στρατιώτες έκαναν την εμφάνιση τους στη πρωτεύουσα, αυτός
ήταν ένας από τους πρώτους που γενναία τυλιγμένος μια μεγάλη σημαία αγκυλόσταυρη,
τους υποδέχτηκε φωνάζοντας «ουρά» και «Χάιλ Χίτλερ>> μπροστά στο μνημείο
του Αγνώστου Στρατιώτη δίχως να υπολογίζει τις αντιδράσεις των Ελλήνων που
μαργωμένοι παρακολουθούσαν τους Ούννους να εισέρχονται στη αρχαία τους πατρίδα.
Κάποιοι τον γιουχάισαν, ένας πρόλαβε και τον προπηλάκισε. Επενέβησαν οι
καταχτητές τραβώντας τον παραπέρα και έτσι κατάφερε να τη σκαπουλάρει δίχως άλλες αβαρίες.
Στη μεγάλη πείνα που ακολούθησε, η μητέρα δεν γνώρισε την έλλειψη τροφίμων και την ανέχεια
που έδερνε τους άλλους συμπατριώτες μας.
Φρόντιζαν οι Γερμανοί φίλοι για αυτό και μάλιστα με το παραπάνω.
Ο πατέρας συνέχιζε απτόητος τη πολιτεία του σαν τίποτα να μην
είχε αλλάξει για αυτόν, αλλά σαν
επίσημος πια μεταφραστής στην Κομαντατούρα, επιφορτισμένος έναν τεράστιο όγκο εργασίας
και αναγκασμένος να απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από το σπίτι, απομακρύνθηκε σε τέτοιο μεγάλο βαθμό από τη
μητέρα σαρκικά όσο και ψυχικά, ώστε
σπανίως αντάμωναν και πάλι στα κλεφτά για λίγες αμήχανες ώρες, πότε μέσα σε ψυχρά γραφεία και πότε στους γύρω δρόμους.
Δεν είχαν άλλωστε και τίποτα το σημαντικό να πουν. Είχαν
καταντήσει δύο ξένοι.
Τα πράγματα όμως για τον πατέρα, παρότι έδειχναν ως εκείνη την
ώρα -υπό την προστασία των Φρίτσιδων πάντοτε- ανέφελα, υπέκρυπταν στη
πραγματικότητα τη αδυσώπητη θύελλα που έμελε να ξεσπάσει απροειδοποίητα πάνω
στο κεφάλι του.
Οι υπηρεσίες του Κράτους έχοντας
υποκύψει από ανάγκη και μόνο στη θέληση του κατακτητή, έδειχναν να
γνωρίζουν πολύ καλά, πιο πολύ από δική του αβελτηρία και κομπασμό πώς αυτός, ο Γιόχαν Κρίστιαν Χορστ, ήταν ο
κύριος εκφωνητής του μυστικού ραδιοφωνικού
σταθμού των Γερμανών <<ΠΑΤΡΙΔΑ >>που εξέπεμπε καιρό πριν την
εισβολή, κάνοντας μαύρη προπαγάνδα κατά των Εγγλέζων. Και για αυτή του την πράξη
δεν θα τον συγχωρούσαν ποτές σαν κάποτε
έφτανε η ώρα η γλυκεία της ανταπόδοσης.
΄Ετσι σαν ο καιρός των δακρύων, η dies
lacrimosa, έκανε την παγερή της παρουσία φανερή, προτίμησε αρκετά σοφά
την επιστροφή στη πατρίδα των προγόνων του όπου υπέθετε ότι θα είχε κάποιες
πιθανότητες να γλυτώσει, παρά να
παραμείνει στην Αθήνα και τον σίγουρο θάνατο που τον περίμενε.
Αργότερα σαν φτιάνανε τα πράγματα θα έβλεπε με ποιο τρόπο θα
πορευόταν εφ εξής.
Γεννήθηκα δύσκολα, δέκα λεπτά μετά την έλευση του 1945 στο πατρικό
σπίτι, με τη βοήθεια της Φράου Κλάρας μιας καλοσυνάτης μαμής της εποχής.
Κόντεψα να σκάσω πάνω στη γέννα,- καθώς μου εξιστόρησε αργότερα η μάνα μου-, με
τον ομφάλιο λώρο περασμένο γύρω από το λαιμό μου και αν δεν ήταν η μαμή έμπειρη
πολύ να ανταπεξέλθει στη δύσκολη κατάσταση,
σίγουρο είναι πώς δεν θα τα είχα καταφέρει να επιζήσω.
Από την άλλη σταθήκαμε αρκετά τυχεροί.
Κανείς από τους αυτόκλητους εκδικητές δεν μας πείραξε μετά την
Απελευθέρωση, ούτε εμένα, ούτε και τη μητέρα που η αλήθεια ήταν ότι περίμενε τα
χειρότερα από τους Έλληνες.
Για τούτο άλλωστε προνοητικά με είχε ονομάσει βιαστικά Σοφοκλή,
προς κατευνασμό και δείγμα σύμπλευσης με τον τόπο και την ιστορία του. Δηλαδή
από καθαρό υπολογισμό.
Αντίθετα από ότι συνήθως υποστηρίζεται το Κράτος μας βοήθησε στα
διαδικαστικά και έτσι σχετικά γρήγορα κατάφερε η μητέρα μου να κηρύξει τον
αποστάτη πατέρα μου σε αφάνεια.
Λίγα χρόνια αργότερα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Χαρίλαο
Μάρκου, έναν πιστό Καθολικό, Ανδριώτη στη καταγωγή και μετακομίσαμε σε μια βίλα
που διατηρούσε στη Νέα Σμύρνη.
Ο πατριός μου πάλευε μια εταιρεία
εισαγωγής ξηρών καρπών. Κάποια στιγμή η δουλειά πήρε πάλι πάνω της. Έβαλε και τη μάνα μου υπεύθυνη στο λογιστήριο και
όλα ξαναβρήκαν το παλιό καλό ρυθμό τους.
Εγώ φυσικά από όλες αυτές τις τραγωδίες που περιέγραψα, βγήκα
αβρόχοις ποσί η έτσι τουλάχιστον ήθελα να πιστεύω.
Έδειξα ενδιαφέρον πρόωρο για τη μουσική.
Με γράψανε στο Ωδείο, στη τάξη του πιάνου.
Κάποια αόριστη απέχθεια για αυτό το ογκώδες όργανο παρότι
θεωρείται ως τα σήμερα ακόμα ο βασιλιάς των οργάνων, με ανάγκασε πιεστικά να
αναζητήσω αλλού το υποβόσκον ταλέντο μου.
Έτσι παρακάλεσα τους γονείς μου, να μάθω βιολοντσέλο.
Ο πατριός μου βρήκε έναν
Αυστριακό, καθηγητή στο Ωδείο Αθηνών, που είχε παραμείνει στην Ελλάδα ως λιποτάκτης
του Γερμανικού στρατού γνωρίζοντας τιμές
και δόξες ως αντιστασιακός και τον αγγάρευσε να με βοηθήσει όσο μπορούσε
περισσότερο.
Γρήγορα όμως ο χερ Βέμπερ δεν είχε κάτι να μου διδάξει παραπάνω και
έτσι η οικογένεια μου αναγκάστηκε να με στείλει για ανώτερες σπουδές στη
Βιέννη, στο Universitat fur Musik
und darstellende Kunst,
όπου και έγινα δεκτός άνευ εξετάσεων.
Τα χρόνια μου στη Αυστριακή πρωτεύουσα υπήρξαν ξέγνοιαστα και
γεμάτα συγκινήσεις. Η Αθήνα τότε άξαφνα μου είχε φανεί σαν ένα μεγάλο χωριό και δεν ήθελα ούτε για τις καλοκαιρινές
διακοπές να ξαναγυρίζω σε αυτή.
Αγάπησα πολύ τις τέσσερις χορδές του βιολοντσέλου. Παθιάστηκα
μαζί τους. Έζησα σε τέτοια εγγύτητα με το θηριώδη και συνάμα κατευναστικό τους
ήχο που η ζωή μου πήρε το σχήμα τους, την ατσαλοσύνη τους, τη σκληρότητα τους.
Εγώ και το τσέλο γίναμε ένα.
Έρχονται στιγμές ακόμα και τώρα, μετά από σύμπλευση ετών, που
δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον εαυτό μου από το όργανο, τόσο κομμάτι λειτουργικό της
ύπαρξης μου έχει καταστεί.
Γυρίζοντας λοιπόν στην Αθήνα γνώριζα πια πολύ καλά το πεπρωμένο
μου. Ήμουν ταγμένος στη μουσική και τίποτα στον κόσμο δεν θα είχε τη δύναμη να
με απομακρύνει από αυτήν. Το μέλλον μου ανήκε. Οι οιωνοί ήσαν με το μέρος μου.
Πόσο λάθος είχα; Πόσο ο νους μου ήταν σκοτισμένος για να μην μπορεί να
διακρίνει, τα μαύρα νέφη που κυλούσαν τον όγκο τους προς τη μεριά μου
μουγκρίζοντας απειλή και κατάρες;
Σε λίγο αλλάζει ο χρόνος.
Από τον Πειραιά θα ακουστούν οι μπουρούδες τον πλοίων που θα τον
υποδεχτούν δουλικά σαν να μπορεί να υποσχεθεί κάτι καινούργιο, κάτι που να
μπορεί να φέρει κάποιου είδους λύτρωση.
Μπούρδες.
Ποτές μου δεν πίστεψα, ότι ένα γύρισμα φύλλου στο ημερολόγιο
μπορεί και αλλάζει τόσο δραματικά τον κόσμο μας.
Έτσι τίποτα δεν προσμένω. Δείχνουν άλλωστε όλα να με έχουν εγκαταλείψει
στη πιο μεγάλη δυνατή απορία. Θα περίμενε κανένας δικαιολογημένα, πως τα νιάτα
και η τέχνη θα βοηθούσαν κατά κάποιο τρόπο, σπρώχνοντας με προς τη φωτεινή
πλευρά της σελήνης. Αλλοίμονο.
Οι ορίζοντες όσο παν και σκοτεινιάζουν, φέρνοντας τη βροχή και
την ανεμοζάλη, πλακώνοντας τη ψυχή μου με μαύρα παπλώματα. Κάνω μια εξαγγελία
και ας μη θεωρηθώ προπέτης. Πρώτα από μένα τον ίδιο.
Αν μέσα σε ένα χρόνο από σήμερα δεν έχω καταφέρει να βρω το δρόμο
το σωστό και τη σωτηρία που τόσο επιζητώ, στα κόκαλα της μάνας μου ορκίζομαι
και στη ψυχή μου την άραχλη, πώς θα σκοτωθώ.
Το δίχως άλλο θα σκοτωθώ.
Για τούτο δεσμεύομαι.
Παύω να γράφω.
Λόγος πρώτος
Υπηρεσίες κάκιστες προσφέρουν στον εαυτό τους, όσοι από τους
κατά βάση καλοπροαίρετους αλλά μάλλον βαθιά νυχτωμένους αναγνώστες
βαυκαλίζονται να πιστεύουν, ότι ο συγγραφέας είναι από τη ίδια του τη φύση, ένας
μικρός θεός που διαθέτοντας εκείνες τις ξέχωρες δυνάμεις του διηγείσθαι, μπορεί
και αναδεικνύεται σε υπέρτατο άρχοντα της πλοκής, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται
για την τύχη των ηρώων του.
Στη πραγματικότητα κάτι
τέτοιο δεν συμβαίνει –πώς θα μπορούσε
άλλωστε;- και ο συγγραφέας απλώς κάνει τη λάντζα, τραβάει κουπί γερό, βάζει σώμα
και νου ακέραια και παίρνοντας τα
αναλογούντα ρίσκα που του ανατέθηκαν σε χρόνο ανύποπτο από κάποια αόρατη ακόμα
και σε εκείνον Αρχή, πελαγοδρομεί πλησίστιος σε ανοιχτές μα σαρκοβόρες δυστυχώς,
πνευματικές εκτάσεις.
Ποιος μιλάει μέσα από το ακουστικό του εγκεφαλικών του ελίκων, τρομάζοντας τον κάποτε στα γεμάτα;
Ποια είναι η δύναμη αυτής της μυστικής φωνής με τη μεταξένια υφή
και τις μυριάδες χροιές, που δεν λέει να
τον αφήσει στην ησυχία του παρενοχλώντας τον συστηματικά, μιμούμενη επιτυχώς
πρόσωπα του δράματος που έχοντας τα ίδια την έκφραση απαγορευμένη από τα
γεννοφάσκια τους ακόμη, είναι αναγκασμένα να την ακολουθούν πειθήνια, -τη
συνοδεία του γραφέως τους,- προς την αναπόφευκτη ισοηλεκτρική γραμμή η το
ειδώλιο του κατηγορομένου;
Τι είδους οντότητα παραμονεύει εντός της κρανιακής του κάψας και
κατοικοεδρεύει εκεί, εντελώς παράνομα και καταχρηστικά, υποβάλλοντας όρους και άρθρα του παιχνιδιού που όσο απαίσιο και
αν ακούγεται για τη δημιουργική ικανότητα τού συγγραφέα δεν
παύει να αποτελεί το modus vivendi των συγγραφικών του δεξιοτήτων;
Δεν ξέρει να ειπεί.
Έτσι προτιμά να στέκεται βουβός παρακολουθώντας πολλές φορές
ενεός αυτή τη φωνή με ανοιχτές όλες τις
πνευματικές του δυνάμεις, αποκρυπτογραφώντας τα σήματα και απλά προσδοκώντας από
τα υποτιθέμενα έργα των χειρών του, στη χειρότερη των περιπτώσεων να μην τον
εκθέσουν τουλάχιστον ανεπανόρθωτα στα μάτια των ανθρώπων.
Γράφει και ελπίζει ότι αυτή η υπέρτατη Αρχή που έχει το πάνω
χέρι και τον πειθαναγκάζει εκόντα άκοντα να υποκύπτει στις εκάστοτε ανώμαλες
και ιδιοτελείς ορέξεις της, να διαπνέεται από κάποιου είδους καλές προθέσεις για
αυτόν και την υστεροφημία που ελπίζει διακαώς να απολαύσει.
Γνωρίζει όμως κατά βάθος με το πιο καταλυτικό τρόπο, πως και το
παραμικρό στραβοπάτημα, η ελάχιστη παρακοή του θελήματος της, μπορεί να
πυροδοτήσει τέτοιες ποσότητες ψυχικού φορτίου, που δύνανται να τινάξουν στον
αέρα τα πάντα εντός του, συμπαρασύροντας στο χαμό όποια τυχόν εκτίμηση δυνατόν
να απολάμβανε ως εκείνη την ώρα, από τον ευρύτερο οικογενειακό και φιλικό του
περίγυρο.
Μερικές φορές ακόμα και οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αυτοί που
καθημερινά ερχόμενοι σε επαφή μαζί του έχουν αποκρυσταλλώσει μια άλφα εικόνα
για εκείνον, αντικρίζουν έκπληκτοι και αηδιασμένοι, ένα ξένο, έναν αλλότριο, να
ξεπηδά όμοιος βουρκόλακας μέσα από τις σελίδες όπου έχει μουτζουρώσει με τις
ιστορίες του .
Τι αδικία αλήθεια;.
Το άτυχο υποκείμενο που έχει την καλή τρέλα παιδιόθεν, να θέλει
να εκφράσει τα μύχια του, βρίσκεται χωρίς τη θέληση του στη δεινή θέση να
απολογείται για καταστάσεις που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα είχε ποτέ του
διανοηθεί να εμπλακεί. Αυτός το μόνο που θα επιθυμούσε είναι λίγη αναγνώριση,
μια καλή κουβέντα από το σινάφι, ένα χτύπημα φιλικό στη πλάτη από κάποιο
άγνωστο που θα τον σταματούσε στο δρόμο και θα του έλεγε με το
πιο αυθόρμητο τρόπο:
<<Καλά τα κατάφερες μπαγασάκο.
Διάβασα τα γραφόμενα σου και δεν σου κρύβω ότι με συγκίνησες κομμάτι.
Άξιος ο γλίσχρος μισθός σου.>>
Μα τι να κάνει; Σάμπως το θέλει και αυτός ο δόλιος; Αυτή είναι η μοίρα του, αυτό το ριζικό του, το
φελέκι του το άτιμο. Με τούτα και με εκείνα είναι αναγκασμένος να πορεύεται,
κοροϊδεύοντας τους πάντες του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, ότι οι μυστικές φωνές που βοούν μέσα του δεν είναι
τίποτα άλλο παρά η έκφραση του υποσυνείδητου του που ορθώνεται και παίρνει θέση
μάχης σε αυτό το ανήλεο αγώνα που καλείται να δίνει κάθε τρείς και λίγο με τους απαιτητικούς και αδυσώπητους δαίμονες
της γραφής.
-
Καλησπέρα
Μαρίνα, η Σοφία είμαι.
-
Τι
κάνεις βρε ψυχή, χαθήκαμε. Από πού με παίρνεις;
-
Από
το γραφείο. Άστα έχω μπλέξει αυτή την εποχή. Δεν τα βγάζω πέρα πια με τις
εκκρεμότητες. Δουλειά και των γονέων. Από το πρωί ως το βράδυ στα Δικαστήρια
τρέχω. Για να καταλάβεις μέχρι αυτή τη ώρα δαχτυλογραφώ κάτι προτάσεις που
είναι να κατατεθούν μεθαύριο. Κάνει και κάτι γράμματα ο χασοδίκης σα σκατούλια
που ούτε βγάζω τι μου λέει.
-
Ποιος
σου είπε να κάνεις τη δικηγορίνα, ξυπνοπούλι μου; Να είχα εγώ την ομορφιά σου,
σιγά μη δούλευα στον κάθε κερατά μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα σαν και του λόγου
σου.
-
Σιγά
τη δικηγορίνα. Χειρότερα και από ασκούμενη με έχει το κάθαρμα δυο χρόνια τώρα.
Μην κοιτάς που δεν στα λέω για να μη σε στεναχωρώ. Μου βγάζει το λάδι για
πενταροδεκάρες. Άσε που τώρα τελευταία με γλυκοκοιτάζει κι από πάνω και όλο με
φέρνει γύρα. Τα πολλά που μου δίνει θέλει και γλύκες ο μαλάκας. Κάτι κακό
πρέπει να έχει βάλει στο βρώμικο μυαλό
του, ο κωλόγερος. Σαράντα πέντε χρονών
άνθρωπος με οικογένεια και παιδιά και θέλει να τσιλημπουρδίζει κι από
πάνω.
-
Σώπα…
-
Όπως
στα λέω. Όλο σερμπέτια και τσιριμόνιες είναι μαζί μου. <<Δεν τα πάω καλά
με τη γυναίκα μου. Το μέλλον σου είναι στο πλάι μου. Θα σε κάνω συνέταιρο, θα
στα γράψω όλα στο όνομα σου >> λέει, <<θα σε βάλω στη ταμπέλα, θα
σου κάνω, θα σου δείξω>> και κάτι τέτοια αηδιαστικά, αλλά για το μόνο που
είμαι σίγουρη είναι ότι ευκαιρία ψάχνει να με στριμώξει σε καμιά γωνία. Δεν
είμαι όμως καμιά βλαμμένη εγώ, καμιά ηλίθια. Σιγά μην του κάτσω. Θάρρητα δεν
του έχω δώσει, μήτε θα του δώσω ποτέ μου. Σε τέτοιο βλαμμένο, το μουνί μου δεν
το χαραμίζω εγώ. Γρήγορα θα του τη κοπανήσω και θα κοιτάξω να μπω σε καμιά
μεγάλη εταιρία η και σε τράπεζα ακόμη, φτάνει να γλυτώσω από τη παρουσία του.
-
Αυτό
πήρες να μου πεις;
-
Όχι
ρε φιλενάδα. Κάτι άλλο πιο σοβαρό συμβαίνει και θέλω να το βγάλω από μέσα μου πριν χάσω τελείως
το μυαλό μου. Με πνίγει. ΄Εχω τρομάξει κι όλας πολύ. Δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ, τι να
υποθέσω; Από χθες έχω να κλείσω μάτι. Πώς να αρχίσω, να στα πω; Ντρέπομαι και
που το σκέφτομαι ακόμα. Αλλά οι φίλες για αυτά δεν είναι, για τα δύσκολα να
πούμε;
-
΄Ασε
τα πολλά λόγια Σοφάκι. Για λέγε μου.
Είμαι όλη αυτιά. Σε ακούω.
-
Θυμάσαι
που σου είχα μιλήσει τις προάλλες για το Σοφοκλή;
-
Ποιόν:
Αυτόν το ωραίο το μουσικό;
-
Ναι
αυτόν, που είχε έρθει στο γραφείο για να τακτοποιήσει κάτι κληρονομικά της μάνας του.
-
Ε,
τι συνέβη, λέγε…
-
Ξανάρθε
μια μέρα που λείπε ο λεγάμενος στο Εφετείο, και μεταξύ σοβαρού και αστείου, μου
ζήτησε να βγούμε για κάνα καφέ.
-
Και
συ τι του απάντησες, δέχτηκες;
-
Δέχτηκα.
Το ξέρεις δα ότι δεν θέλω και πολύ. Δεν μου το ζήτησε άλλωστε επιτακτικά, ούτε
με έφερε σε δύσκολη θέση. Είμαι σίγουρη πως και να του το αρνιόμουν, αυτός θα
συνέχιζε τη πολιορκία μέχρι που να του παραδοθώ. Έδειχνε όμως με τα όμορφα λόγια του πραγματικά να ενδιαφέρεται
για μένα και αυτό με συγκίνησε πολύ.
-
Λοιπόν;
-
Κλείσαμε
ραντεβού για εχτές το απογεματάκι μπροστά στην είσοδο του Άλσους στη Νέα Σμύρνη.
Το μεσημέρι έφαγα με τους γονείς μου και ύστερα κατέβηκα με το λεωφορείο. Συναντηθήκαμε
μπροστά στη μεγάλη καγκελόπορτα. Τραβήξαμε στη πλατεία. ΄Ηπιαμε καφέ σε μια
καφετέρια, μετά με κέρασε παγωτό χωνάκι. Το πήραμε στα χέρια και χαζεύαμε τα
νερά. Συζητούσαμε διάφορα. Έδειχνε πολύ σοβαρό παιδί. Σπουδαγμένο. Μου είπε πώς
εργαζόταν στη Λυρική Σκηνή. Παίζει τσέλο.
-
Τι
είναι αυτό το τσέλο;
-
Μεσάνυχτα
έχεις κακομοίρα μου. Τι να σου εξηγώ τώρα. Δεν είναι όμως εκεί το θέμα μας.
Άλλο προσπαθώ να σου πω.
-
Άιντε
με έσκασες, πες το.
-
Αφού
κάναμε πρώτα μια μεγάλη βόλτα γύρω στη πλατεία, μου πρότεινε να πάμε σπίτι του.
-
Και
πήγατε;
-
Το
θελα πολύ. Ξέρεις άλλωστε ότι όταν κάποιος μου γυαλίσει δεν έχω και πολλούς ενδοιασμούς.
Τα έχω ξεπερασμένα αυτά. Βουτάω στα
βαθιά και ότι μου βγει. Έτσι είμαι φτιαγμένη εγώ.
-
Και
τι έγινε;
-
Πήγαμε.
Το σπίτι του συμμορφωμένο όμορφο τολμώ να πω. Με καλλιτεχνικό αέρα, πολύ μποέμ.
Μου είπε ότι το οικόπεδο που χτίστηκε η πολυκατοικία, ανήκε κάποτε στον πατριό του. Πριν πεθάνει του
το γράψε στο όνομα του. Αυτός με τη σειρά του το έδωσε για αντιπαροχή. Πήρε
τρία διαμερίσματα δικά του. Αυτό που κατοικεί και άλλα δύο στον πέμπτο που τα
έχει νοικιασμένα σε οικογένειες. Μου είπε πολλά τέτοια για τη ζωή του, τους
γονείς του. Όλη αυτή την ώρα στεκόμασταν όρθιοι στο μικρό διάδρομο. Ούτε που
σκεφτήκαμε να καθίσουμε κάπου. Σαν το παρατήρησα γέλασε, άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί
κόκκινο και με τράβηξε από τη μέση στο δωμάτιο που έχει το τσέλο. Μου είπε να
κάτσω. Έβαζε στο πικάπ κάτι δίσκους. Διάφορα,
από κοντσέρτα, μην με ρωτήσεις τι, δεν θυμάμαι τίποτα.. Μου εξηγούσε πράγματα.
Πότε γράφτηκε το ένα, πότε το άλλο. Ποιος ήταν ο συνθέτης, τη ζωή του. Έπαιρνε
το τσέλο και μου έπαιζε ταυτόχρονα με το δίσκο. Έδειχνε εντάξει τύπος. Παιδί
που δεν είχες τίποτα να φοβηθείς από αυτό. Με εντυπωσίασε πολύ, τόσο που οι
αντιστάσεις μου σιγά σιγά πέσανε. Το γυρίσαμε και στο βερμουτάκι. Δεν στο
κρύβω, ζαλίστηκα. Πλησίασε κοντά μου και με τράβηξε απαλά στη κρεβατοκάμαρα.
Άρχισε να με φιλάει και να με χαϊδεύει παντού.
- Δεν μας τα λεγες αυτά πουτανάκι;
- Με έγδυσε. Γδύθηκε κι
αυτός. Ήταν όμορφος με ωραίο συμμετρικό κορμί, σαν θεός έμοιαζε
αρχαίος. Με φιλούσε, με χάιδευε παντού,
έκανε σα τρελός από πάθος. Κι ύστερα
ήρθε η καταστροφή.
-Δηλαδή;
-Να πώς να στο πω. Την ώρα
που ήμουν από πάνω του καβάλα ξέρεις, πήρε τα δύο μου χέρια και τα έβαλε γύρω από το λαιμό του.
<<Σφίξε με, αγάπη μου.>> μου είπε << Σφίξε με όσο δυνατότερα
μπορείς.>>
-Τι;
-Όπως τα ακούς. Μου ζήτησε
να του σφίξω το λαιμό. Έτσι τουλάχιστον κατάλαβα.
- Τι πράγματα είναι αυτά
που ακούω; Για ποιο λόγο το είπε αυτό. Δεν καταλαβαίνω. Και συ πώς αντέδρασες;
-
Στην
αρχή γέλασα, μα βλέποντας τον τόσο αποφασισμένο, τόσο επιτακτικό και επίμονο,
φοβήθηκα. Φοβήθηκα πολύ. Τα κανα που λέει ο λόγος πάνω μου. Μου ήρθε άξαφνα
εμετός τον απαράτησα σύξυλο και έτρεξα
στο μπάνιο. Από τη τρομάρα μου, κλείδωσα πίσω μου τη πόρτα. Σαν βγήκα ύστερα
από πολύ ώρα από εκεί μέσα, αυτός δεν μιλούσε. Είχε ντυθεί εν τω μεταξύ.
΄Εδειχνε ντροπιασμένος, εξουθενωμένος σα μαθητούδι που το έχουν βάλει τιμωρία.
Μάλλον επιθυμούσε να του αδειάσω τη γωνιά μια ώρα αρχύτερα, αυτό τουλάχιστον με
άφησε να καταλάβω.
Για μια στιγμή τον λυπήθηκα έτσι που με κοιτούσε ντροπιασμένα. Μα
πάλι είχα κατουρηθεί από τη τρομάρα μου με όλα τούτα τα ανήκουστα. Φόρεσα τα
ρούχα μου όπως όπως και πήγα προς τη
πόρτα. Δεν είπε κουβέντα να με κρατήσει, να μου εξηγήσει τουλάχιστον για αυτή του τη συμπεριφορά. Ήθελα να πιστεύω ότι θα τρέξει πίσω μου πριν
φτάσει το ασανσέρ στο τρίτο, να μου πει να μου εξηγήσει ότι όλα αυτά ήταν απλά
μια παρεξήγηση, ότι μου έκανε κάποιου είδους πλάκα, φάρσα ίσως. Τίποτα όμως. Η
πόρτα του έμεινε κλειστή και εγώ έφυγα σα τη βρεγμένη γάτα.
-
΄Ακου
πράματα. Δεν έχω ξανακούσει για τέτοια. Άλλα, έχω ακούσει. Τέτοια όμως όχι.
Δηλαδή εννοούσε να τον πνίξεις η απλά κάτι
άλλο ήθελε. Μήπως μετρούσε τις αντιδράσεις σου;.
-
Τι
να σου πω. Δεν κατάλαβα. Μάλλον σοβαρά πρέπει να το εννοούσε. Κάνεις αστεία με
τέτοια πράγματα.
-
Αν
σε ενδιαφέρει ακόμα ο τύπος γιατί δεν
του τηλεφωνείς να στο ξεκαθαρίσει.
-
Φοβάμαι
ακόμα και να ακούσω τη φωνή του. Τρέμω και στη ιδέα να τον ξαναδώ. Μου
δημιούργησε μια απέχθεια φοβερή. Αλλόκοτη εμπειρία ήταν. Να μην συμβαίνει αυτό σε άνθρωπο.
-
Που
πήγες κι έμπλεξες κακομοίρα μου.
-
Εσύ
τι λες να είναι όλα αυτά;
-
Τι
να πω; Σάμπως ξέρω και εγώ. Καλλίτερα πάντως να φυλάγεσαι. Που να ξέρεις
άλλωστε; Μπορεί να είναι κάνας τρελός. Λίγοι τέτοιοι κυκλοφορούν ανάμεσα μας;
΄Ασε καλλίτερα, εγώ λέω να μην τον ξαναδείς. Ξέκοψε τον πριν να είναι αργά.
-
Θέλω
κάποια στιγμή φιλενάδα, να τα πούμε από κοντά. Όχι τώρα. Αύριο ίσως. Θα πάρω ηρεμιστικό για να κοιμηθώ.
-
Τι
να σου πω κοριτσάκι μου; Προσπάθησε να συνέλθεις χωρίς φάρμακα. Δεν θα σου
κάνουν καλό. ΄Ακου τον παλιοκερατά, συμπεριφορά. Ακόμα δεν μπορώ να το χωνέψω.
Τέλος πάντων. Προσπάθησε να το ξεχάσεις. Πάρε σφουγγάρι και σβήστα από το μυαλό
σου. Μην το σκέπτεσαι. Πες πως τίποτα δεν έγινε, ότι ήταν κακό όνειρο και
πέρασε. Μήπως θέλεις να έρθω να κοιμηθούμε παρέα; Μπορώ αν θες…
-
Δεν
νομίζω. Άσε καλλίτερα. Θα τα καταφέρω και μόνη μου, μεγάλο κορίτσι είμαι πια. Καληνύχτα.
-
Καληνύχτα
Σοφάκι μου και να προσέχεις…
-
Λόγος δεύτερος
Τα πράγματα τις περισσότερες φορές στραβώνουν. Ο άνθρωπος είναι
κάτι το ευαίσθητο, μια πολύπλοκη μηχανή που με το παραμικρό κλατάρει, τα
φτύνει. Τη βλάβη ακολουθεί άλλη βλάβη και τότε το σύστημα καταρρέει αφήνοντας κομμάτια και
θρύψαλα να σωριάζονται καταγής με ένα τρομερό ορυμαγδό σαν αυτόν ενός
αεροπλάνου που συντρίβεται ακυβέρνητο πάνω σε κατοικημένη περιοχή.
Και καταρρέει πάντα προς τα ένδον γιατί εκεί βρίσκεται το
κέντρο, εκεί οι Δίδυμοι Πύργοι, εκεί και το σημείο μηδέν της ύπαρξης.
Οι φιλοσοφίες, τα λόγια τα μεγάλα, οι λιβανωτοί τότε δεν έχουν
καμία μα καμία πέραση.
Σπουδές, ταξίδια, δεξιότητες όλα για τα μπάζα. Μόνο η ποίηση και
η τέχνη μπορούν να σώσουν την κατάσταση
αλλά και αυτές επιδερμικά και μόνο για λίγο, όσο παραμυθιάζουν τον άνθρωπο κάνοντας τον να πιστεύει ότι
ακουμπά ουρανό.
Οι πιέσεις που ασκούνται στο άτυχο υποκείμενο είναι τόσο
τρομακτικές που η τέλεια σύνθλιψη του ανάμεσα Σκύλα και Χάρυβδη είναι απλά θέμα
χρόνου. Πιασμένο μέσα στη αποτρόπαια μέγγενη αγωνίζεται να ξεφύγει, αλλά είναι
οι προσπάθειες του σαν των Τρώων. Μάταιες.
Κάθε κίνηση, κάθε τάνυσμα να βγει στην επιφάνεια να αναπνεύσει
οξυγόνο καθαρό, καταλήγει τελεολογικά στο να βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο
βούρκο. Τότε η μοναδική διέξοδος στο δράμα, ο σημαδεμένος ως μονοπάτι ορεινό,
τρόπος διαφυγής από τη καταδικασμένη πολιτεία, η μόνη ανηφόρα που δείχνει να
μπορεί να σε σώσει από το τσουνάμι των τεφρών ημερών που κατρακυλάει ορμητικά προς
το μέρος σου, δείχνει να είναι η Πέμπτη Χορδή.
Αυτή έχει τη δύναμη να σε ανεβάσει οκτάβες πιο πάνω, να γίνει
σκάλα μαρμαρόστρωτη που να υποδεχτεί τα αβέβαια βήματα σου προς τη τελείωση, να
δώσει ώθηση σε κάθε τι μεγαλόπνοο που βράζει μέσα σου γυρεύοντας να εκτιναχθεί
σαν ατμός και σαν λάβα ηφαιστείου από τα έγκατα του είναι σου.
Όταν η θεωρία των Υπερχορδών έρχεται να διαπραγματευτεί και να
αναλύσει τη δυναμική ασυμφωνία που ενυπάρχει ανάμεσα στους πιο θεμελιώδεις
πυλώνες της Φυσικής αγωνιζόμενη μάταια να συνδυάσει τη Κβαντική Μηχανική με την
Γενική θεωρία της σχετικότητας, η Πέμπτη Χορδή ξεπερνώντας αποφασιστικά τα στεγανά
και ατενίζοντας καθαρώ όμματι, τα ουράνια πελάγη με όλες τους τις κρυφές
δυνατότητες, έχει ήδη καταφέρει να ρίξει τηλεφωνικά καλώδια, να αποκαταστήσει
επικοινωνία, να κατασκευάσει γιοφύρια
από σκληρή πέτρα, στοιχειώνοντας όμως στα θεμέλια της για πάντα και δίχως οίκτο
κανένα, ότι το ανθρώπινο.
Και εκεί που η Πέμπτη Χορδή τεντωμένη σα καυλωμένο πέος ενός Γεροσειλινού δείχνει να
είναι ο σωτήριος μίτος, την ίδια ακριβώς στιγμή γίνεται βρόγχος και δείχνει με
χέρι ευθύ και στέριο τον ναρκοθετημένο
και αναπόδραστο δρόμο προς τη Κόλαση. Και σοφία περισσή πρέπει να κουβαλούσε
αυτός που διατράνωσε κάποτε ευθαρσώς, πώς ο δρόμος για την Κόλαση είναι στις
περισσότερες των περιπτώσεων, στρωμένος προθέσεις αγαθές.
Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 1982
Απόψε ονειρεύτηκα πρώτη φορά τον πατέρα. Όχι ότι δεν τον είχα
και άλλοτε ονειρευτεί, μα τούτη τη φορά δεν ήταν απλά σκιά. Ήταν τόσο ζωντανή η παρουσία του που σχεδόν
αισθανόμουν τη θέρμη του σώματος του να μου πυρώνει τα απλωμένα προς τη μεριά
του χέρια μου.
Στεκόταν άκαμπτος, ευθυτενής στην αυλή του πατρικού σπιτιού, στο
Παλαιό Ηράκλειο σαν το άγαλμα του Κομαντατόρε στο Ντον Τζιοβάνι και με κοιτούσε
έντονα με μάτι κόκκινο και υγρό. Έδειχνε νέος. Φορώντας ριχτά στους σκεβρούς
του ώμους κάτι σαν αμπέχονο στρατιωτικό
με κουμπιά που γυάλιζαν έντονα στο άπλετο ηλιακό φώς, είχε απλωμένη γύρω από το
σχεδόν γυμνό του κρανίο μια αύρα φωτεινή σαν και αυτή των πρώτων αγίων. Στα
πόδια του χυμένο στραβά ένα ανοιχτό κιβούρι γεμάτο χώμα, από όπου ξεπρόβαλλαν
ξεραμένα, μαυριδερά μηριαία οστά. Έδειχνε αναποφάσιστος, συγχυσμένος.
Μου έδειχνε με χέρι απλωμένο και βαρύ τα φερετρόξυλα και με υπόκωφη φωνή, φώναζε το όνομα μου:
Φράντισεκ, Φράντισεκ, Φράντισεκ…
Αυτό το όνομα αν και πρωτάκουστο για μένα θυμάμαι δεν με παραξένεψε
καθόλου. Αντίθετα με έκανε να αισθάνομαι ότι μάλλον αυτό ήταν το πραγματικό μου, στο οποίο έστω και
παρά τη συνήθεια ετών, έπρεπε να ακούω από εδώ και εμπρός.
Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα.
Η αυλή του πατρικού παρέμεινε ανέπαφη για λίγο ακόμα, εντυπωμένη
στους αμφιβληστροειδείς μου. Ο πατέρας σιγά- σιγά σαν ένα παγανό αντικρύ στη
ανατολή πήρε να εξαχνώνεται και το μόνο που έμεινε να προβάλλεται λίγα
δευτερόλεπτα αργότερα πάνω στους βρώμικους τοίχους της κάμαρης, ήταν οι ριπές
από τους φάρους των αυτοκινήτων που στρίβοντας τη γωνία του Άλσους, γκάζωναν να
βγάλουν την ανηφόρα.
Τώρα που γράφω είναι πια μεσημέρι. Του Αι Γιαννιού.
Απόψε τελευταία «
Νυχτερίδα».
Αν και θεωρείται η πιο κατάλληλη επιλογή για εορταστικές
περιόδους σαν και αυτή που διανύουμε, προσωπικά με κουράζει αφάνταστα. Δεν
γνωρίζω επακριβώς τους λόγους που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο μα κάτι ένοχο, κάτι
βρωμερό, κάτι που προσπαθεί να παραπλανήσει τους πάντες ελλοχεύει στις
ατέρμονες μελωδίες της και βυσσοδομεί στις περίπλοκες δομές της που παρά τη
μεγάλη τέχνη που δείχνει να υπηρετεί με
ζήλο, τις πιο πολλές φορές πληρώνει τη ψυχή μου με συναισθήματα βαθιάς
απέχθειας και αηδίας. Άλλωστε αυτό το χρονικό διάστημα όλα μου φαίνονται κενά,
δίχως αιτία, άσκοπα. Η δουλειά, με τους
ατέλειωτους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις που χρειάζεται να κάνει κάποιος
καθημερινά για να τη συντηρήσει ζωντανή, έχει καταντήσει να είναι ο απόλυτος καταναγκασμός,
ο πιο ατιμωτικός και συνάμα ψυχοφθόρος τρόπος να κερδίζεις το ψωμάκι σου.
Το όνειρο, μου άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα που δεν λέει να
φύγει με τίποτα, όσο κόκκινο κρασί κι αν κατανάλωσα με το μεσημεριανό μου
γεύμα. Την ίδια γεύση που είχα παιδί σαν έβαζα το δάχτυλο πρώτα στο αυτί και
μετά στο στόμα, έτσι από καθαρό καπρίτσιο και μόνο, για να ικανοποιώ την ακόρεστη
περιέργεια μου.
Πάντως από όποια πλευρά κι αν το εξετάσω, δεν ήταν αυτός ο
πατέρας. Με άλλο πρόσωπο εγώ είμαι εξοικειωμένος. Οι παλιές φωτογραφίες αν και ξεθωριασμένες στη πλειονότητα τους, είναι
πάμπολλες και τις έχω μελετήσει μία προς μία τόσο καλά, που δύσκολα θα μπορούσε να με ξεγελάσει ένα τέτοιο
αλλοπρόσαλλο φάσμα..
Κάτι άρρωστο βυσσοδομεί στην ατμόσφαιρα και ψάχνει τρυφερούς
λαιμούς να δαγκώσει.
Προς το παρόν δεν έχω
τρόπους διαφυγής.
Πρέπει να βρω το κουράγιο να υπομείνω τις άσχημες ειδήσεις που
ψυχανεμίζομαι ότι καταφθάνουν γοργόφτερες. Όσο για αυτό είμαι κάτι παραπάνω από
βέβαιος.
Περιμένω…
Λόγος τρίτος
Αυτό που κάποτε υπήρχε απλά σαν ιδέα και φάντασμα αχνό, μια μνήμη ακατέργαστη
προορισμένη να σβήσει πριν καν αποκτήσει
κάποια οντότητα έστω και υποτυπώδη, έπαιρνε τώρα αιφνίδια σάρκα και οστά
και χτυπούσε μαύρα μεσάνυχτα τη πόρτα του αραχνιασμένου σπιτιού, αποκτούσε εν
τέλει ιστούς και χόνδρους, εμφανιζόμενο τμηματικά σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια
σαν το μυθικό Τάλω, απάνω στη παρθένα οθόνη του υπολογιστήρα, που εδώ και
κάμποση ώρα περίμενε με αγωνία τα πρώτα Arial Black,
νούμερο 14, να εμφανιστούν.
Ο χαρακτήρας επιβαλλόταν με πρωτόγνωρη σκληρότητα και αποκτούσε
βήμα το βήμα, δικαιώματα στη ζωή και το
θάνατο.
Ο συγγραφέας παρακολουθούσε μέσα από τις πληκτρολογήσεις των
χαρακτήρων να γιγαντώνεται εμπρός στα πρεσβυωπικά του μάτια κάτι τι το
παράδοξο.
Το εκτόπλασμα που σάλευε, έχοντας θέληση και τσαγανό να
κυριαρχήσει ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής της ιστορίας του, αφού πρώτα είχε
διαλέξει προσεκτικά όνομα ανάμεσα από χιλιάδες, υποδείκνυε εν συνεχεία
φύλο και ηλικία για να προσδιορίσει στο τέλος δίχως καμία συστολή και με
ακρίβεια χειρουργού, την όποια εξέλιξη του δράματος, με τρόπο που δεν
επιδεχόταν σε καμία περίπτωση αντίρρηση.
<< Θα με βάλεις να μιλώ μέσα από ένα ημερολόγιο >>,
διέταξε τον συγγραφέα.
<< Μα τι πράγματα τρελά είναι αυτά που με προτρέπεις να
κάνω;>> απαντούσε αυτός.
<< Τέτοια μπανάλ μέθοδο αφήγησης δεν θα διάλεγα ποτές για
μια τέτοια ιστορία. Άσε με. Θα βρω τρόπο εγώ πιο πρόσφορο να εκφράσω τα πράγματα
που με απασχολούν.>>
Δυστυχώς όμως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο χαρακτήρας επέμενε
να έχει πάντα το πάνω χέρι και έπραττε καθώς του γουστάριζε, μην δίνοντας
λογαριασμό και ραπόρτο σε κανένα, ούτε ακόμα και σε εκείνο που έχοντας τον
χρίσει προσωρινά διάμεσο, του γαμούσε το κέρατο με τα τερτίπια και την προστυχιά
της φωνής του.
Έτσι ο δόλιος γραφιάς στριμωγμένος σε μια γωνία του καθιστικού,
κάθε βράδυ λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν οι φωνές στο σπίτι χαμήλωναν και άφηναν
χώρο στη περισυλλογή, με τον φορητό υπολογιστήρα στα γόνατα να καταστρέφει
ύπουλα με την ακτινοβολία του το αζήτητο
του σπέρμα, αναγκαζόταν να υποχωρεί συνεχώς στις αξιώσεις του δικτάτορα, δίνοντας ανάσα σε ένα πνευμόνι που κατά τα
φαινόμενα δεν θα μπορούσε να είναι το δικό του.
Το μόνο που μπορούσε να ελπίζει πια, ήταν να παραχώνει μέσα στις
πολλές φορές ακατανόητες παραγράφους που του υπαγορεύονταν, δολίως κάτι τι δικό του, μια φράση, μια λεξούλα τόση δα, ίσα
ίσα να ξεγελιέται πως έχει και δαύτος μερίδιο και ευθύνη στη γραφή. Αποτελούσε
και αυτό μια κάποια ψυχοθεραπεία, ένα είδος εξ ύψους παρηγορίας, που τον
εμψύχωνε και τον έσπρωχνε σα δυνατός βόρειος άνεμος να προχωρεί κουτρουβαλώντας
το μονοπάτι της άχαρης τέχνης όπου είχε τοποθετήσει δίχως πολλές σκέψεις, και
τόσο όψιμα είναι η αλήθεια, τα όποια του πενιχρά κεφάλαια.
ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Φαέντσα
Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 1982
«Λατρευτός μας Τζουλιάνο Μπετόλλι, απεβίωσε. Κηδεία μεθαύριο ώρα
15:οο από Chiesa di San Filippo Neri, στη λεωφόρο Mazzini.»
Νίβες
Η Σαραμπάντα από την Πέμπτη σουίτα άρχισε να απλώνεται στο
διαμέρισμα αργά και υποβλητικά, με τα ηχητικά της κύματα να σπάνε απαρηγόρητα,
πάνω στους τοίχους, στα φθαρμένα πλακάκια της κουζίνας, στον ιστό της αράχνης
που έχοντας δουλέψει όλη μέρα παλικαρίσια τελείωνε τη φονική της παγάνα, για να τα καταπιεί εντέλει με κάποιου είδους
χυδαίας βουλιμίας το ανακατωμένο με ούρα νερό της λεκάνης στο αποχωρητήριο.
Τα μάτια του δύο βρύσες βουνίσιες, έσταζαν το αλάτι τους πάνω
στο ξανθό ξύλο του βιολοντσέλου στιγματίζοντας το με το υγρό τους πένθος.
Τίποτα όμως δεν μπορούσε να αλλάξει το γεγονός ότι ο Ιουλιανός,
ο Ιταλός Φίλος, ο φτιαγμένος από αργιλική πάστα εξαιρετικής ποιότητας, ήταν ήδη
νεκρός, ένα σπασμένο δοχείο που δεν μπορούσε
να χρησιμεύσει πια σε τίποτα και
σε κανένα.
Για ατέλειωτα καλοκαίρια γιομάτα από φώς και δυνατό άνεμο,
αποτελούσε τον εναλλακτικό πόλο, τον άλλο πατέρα, αυτόν που έχοντας λείψει από
τη ζωή του τόσο φρικτά, εμφανιζόταν τώρα κάτω από ένα προσωπείο διαφορετικό που η μπάσα φωνή του με τη ξενική προφορά, τον έκανε να ανατριχιάζει πατόκορφα.
Ο πατριός του μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος που έχοντας σκύψει
προστατευτικά πάνω του τόσα χρόνια αγωνιζόταν με νύχια και με δόντια να του
προσφέρει κάτι από γονική φλόγα, μα
μπροστά στον ήλιο το δυνατό του
Ιουλιανού, έσβηνε σαν ένα αστεράκι που έγερνε λιποθυμισμένο μόνο και με την
υπόνοια της ανατολής.
Πώς περίμενε τα καλοκαίρια για να επιστρέψει ο φίλος από το Βορρά στο Κυκλαδίτικο νησί τους…
Ο Τζουλιάνο έχοντας γνωριστεί με τον πατριό του πριν από χρόνια
στα Χανιά, χρησιμοποιούσε τη φιλία τους ως
φαίνεται ανενδοίαστα, για να βρίσκει λόγους και προφάσεις να επιστρέφει κάθε
χρόνο στους λόφους του Γαυρίου που τόσο αγαπούσε. Κοντά σε αυτούς αγάπησε και
το ορφανό παιδί. Ένα φυντανάκι έτοιμο να ρουφήξει τις γνώσεις και τις εμπειρίες
του με δίψα πολύ. Ένα παιδί που γύρευε να ανδρωθεί μέσα στη μεγάλη Τέχνη της
ζωής που αυτός κάτεχε στα γερά και είχε
σα δώρο θείο την ξεχωριστή ικανότητα να τη μεταδίδει με τον πιο φίνο τρόπο αγάλι αγάλι ως θεία κοινωνία και μάλιστα
εντελώς δωρεάν.
Και ο σπόρος δεν φυτεύτηκε σε γη στέρφα.
Από αυτόν η αγάπη του για τη μουσική και τα ταξίδια. Χάρις στις
δικιές του ορμήνιες πρωτόπιασε το βιολοντσέλο και βάλθηκε να το καταλάβει βαθιά
χαϊδεύοντας τις τέσσερις χορδές του στοργικά, ανεβοκατεβάζοντας τα μικρά του
δάχτυλα στη ταστιέρα σαν σε σκάλα ουράνια του Ιακώβ.
Μέχρι που μεγάλωσε στιγμή δεν έπαψε να τον νοιάζεται. Του στέλνε
από την Ιταλία βιβλία, παρτιτούρες, του γράφε ατέλειωτα γράμματα με νέα,
παραινέσεις, οδηγίες.
Κι ύστερα σαν μέστωσε, τον βοήθησε να ξεδιπλώσει το ταλέντο του
καλώντας τον μάλιστα στη γενέτειρα του, τη πόλη της Φαέντσας να παίξει μαζί με τους Solisti Veneti το κοντσέρτο σε λα ματζόρε για βιολοντσέλο και Ορχήστρα Εγχόρδων του Ταρτίνι. Ο Κλαούντιο ο μαέστρος,
τύχαινε να είναι καλός του φίλος και τον
είχε παρακαλέσει θερμά για τον προστατευόμενο του, του το είχε ζητήσει χάρη.
Έτσι και έγινε.
Καθισμένος στη πρώτη σειρά μαζί με τη γυναίκα του τη Νίβες,
κάνοντας του ενθαρρυντικά νοήματα, τον άκουσε να τραγουδάει το παλιό κοντσέρτο
με μια δύναμη Πρωτεϊκή που έφτανε ως τα πίσω πορφυρά καθίσματα της αίθουσας.
Τα λιγοστά αμαρτήματα στο δεύτερο μέρος δεν είχαν και μεγάλη
σημασία τέτοιες στιγμές. Γρήγορα ξεπεράστηκαν για να ολοκληρώσει με ένα
κρεσέντο τα τελευταία μέτρα της πυκνής παρτιτούρας.
Χώθηκε στα καμαρίνια μαζί με άλλους και τον αγκάλιασε. «Παιδί
μου» του είπε: «σε ευχαριστώ για τη χαρά
που μου έδωσες» και έκλαιγε σα μικρό παιδί.
Την επομένη με προτροπή του μαέστρου είχαν ταξιδέψει όλοι μαζί στη
Μπολόνια να ηχογραφήσουνε το ίδιο αυτό έργο στο στούντιο.
Ο Ιουλιανός στα μέσα και στα έξω.
Αυτός τα συμβόλαια, αυτός τις διαπραγματεύσεις.
Όσο πολύτιμος είχε σταθεί κάποτε για τις λεπτές ισορροπίες που
διακυβεύονταν στα γκρέμνα και τα άγρια φαράγγια της παιδικής του ψυχής άλλο
τόσο αποδεικνύονταν χρήσιμος στη ενθάρρυνση και την προβολή του όποιου ταλέντου
έδειχνε να διαθέτει.
Η Σαραμπάντα είχε σβήσει από ώρα μα με την τελευταία νότα να
επιμένει εντελώς παράλογα, ηχώντας μέσα στα αυτιά του σα μια καμπάνα ενός
ξωκλησιού κάπου στο Αιγαίο που βαρώντας την ο άνεμος αλύπητα, στέλνει τον
πένθιμο χαιρετισμό της στη γειτονική πολίχνη για να την ανταριάσει με το
ψεύτικο της χαμπέρι.
Η μορφή του Ιουλιανού δεν έλεγε να εμφανιστεί. Είχε ξεχάσει το
πρόσωπο του.
Τα καλοκαίρια είχαν γίνει άξαφνα σκόνη και οι μαύρες γόνδολες
ύψωναν πλώρη ως τον συννεφιασμένο ορίζοντα για να βυθιστούν κατόπιν δίχως ήχο κανένα μέσα στη
βρωμερή λιμνοθάλασσα του βιωμένου χρόνου.
Ελεγεία για
τον Σεμπάστιαν
Ο Μπαχ μέσα
στον τάφο του. Τον είδα λοιπόν, όπως και τόσους άλλους, με μια αδιακρισία που
τη συνηθίζουν οι νεκροθάφτες και οι δημοσιογράφοι και από τότε σκέφτομαι
συνεχώς τις κόγχες των ματιών του που δεν έχουν τίποτα το πρωτότυπο, απλώς
διακηρύσσουν το μηδέν που αυτός είχε αρνηθεί.
Σιοράν
Ύστερα από δύο αποτυχημένες εγχειρήσεις στα μάτια του, ο Γιόχαν
Σεμπάστιαν Μπαχ ήταν πια εντελώς τυφλός.
Ο ΄Αγγλος Ιππότης Τζων Ταίηλορ, ο φημισμένος της εποχής
χειρουργός, ο τυφλωτής του Χέντελ, σηκώνοντας τα άξια χέρια του ψηλά από ανημποριά,
πήρε των ομματιών του και δεν ματαφάνηκε στη Λειψία.
Με τη βοήθεια της Μαγκνταλένας και λίγων καλών φίλων, ο μεγάλος
Κάντορας γιατροπορεύτηκε για μήνες μην σταματώντας λεπτό να συνθέτει τα
αριστουργήματα του προς δόξα πάντα του
Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού.
Τι κι΄ αν μας παραμυθιάζουν από άμβωνος οι τερατολόγοι, πώς η
πίστις και όρη μετακινεί;
Στη περίπτωση του Γιόχαν- Σεμπάστιαν, ο Κύριος παρέμενε
πεισματικά κωφάλαλος. ΄Ισως μάλιστα και
να τον ενοχλούσε σφόδρα μια τέτοια τυφλή
αφοσίωση προς το Πρόσωπο Του.
Βλέπετε τα θάματα συμβαίνουν κατά το συνήθειο, μόνο σε εκείνους
που δεν τα έχουν καμιά ανάγκη.
Φαέντσα
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 1982
Αγαπημένε μου Σοφοκλή,
Λάβαμε τη θερμή σου συλλυπητήριο επιστολή και σε ευχαριστούμε
πολύ για τον κόπο που κατέβαλλες να μας
γράψεις.
Η Τζιορντάνα και εγώ αισθανόμαστε επιτακτικά την ανάγκη να σου
γράψουμε για να πληροφορηθείς από πρώτο χέρι, τα καθέκαστα που προηγήθησαν και
ακολούθησαν το θάνατο του ακριβού σου πατέρα και φίλου καθώς τον χαρακτήριζες με τόση αλήθεια αγάπη, στη τελευταία σου αυτή επιστολή.
Ο Τζουλιάνο έσβησε ήσυχα στο κρεβάτι του κατά τη διάρκεια του
ύπνου, τη νύχτα της 10ης προς 11 η Ιανουαρίου.
Πέθανε μόνος. Εδώ και κάμποσα χρόνια, συνήθιζε να ξαπλώνει στη
μικρή σοφίτα, αποζητώντας την απομόνωση.
Το γράψιμο θεατρικών έργων στη διάλεκτο της Εμίλια Ρομάνια,
αποτελούσε ως τη τελευταία στιγμή μια από τις κύριες ασχολίες του.
Συνήθως προτιμούσε να αποκοιμιέται τις πρώτες πρωινές
ώρες. ΄Εχοντας εργαστεί γενναία όλη τη νύχτα μαλάκωνε τη ταραχή του με κλασσική
μουσική που καθώς συνήθιζε να λέει, εάν δεν υπήρχε στον κόσμο, αντίς για
άνθρωπος πνευματικός θα είχε καταντήσει απλά κοινός εγκληματίας. Του άρεσε δε
συγχρόνως να μελετά μέχρι να τον πάρει ο ύπνος, αρχαίους συγγραφείς στο
πρωτότυπο.
Δεν μετάνιωσε ποτέ του
για αυτές του τις συνήθειες, άλλωστε εσύ
περισσότερο από τον καθένα γνωρίζεις εξ ιδίας πείρας πόσο πολύ νοιαζόταν για
μένα και με αγαπούσε.
Το αναφέρω αυτό για να μην παρανοήσεις κάτι, άθελα σου φυσικά.
Το μεσημεράκι σαν πήγα να τον ξυπνήσω, τον βρήκα ασάλευτο με τον
<<Κρίτωνα>> πεσμένο στο πλάι του κρεβατιού. Φωνάξαμε τις πρώτες
βοήθειες, μα ήδη ήταν πολύ αργά. Στο νοσοκομείο απλά διαπίστωσαν το θάνατο του.
Στη κηδεία επικράτησε το αδιαχώρητο. ΄Ηρθαν φίλοι από όλη την
Ιταλία. Μέχρι και ο Κλαούντιο, ο μαέστρος, ήρθε να μας συλλυπηθεί από κοντά.
Συζητώντας μαζί του για τα περασμένα, με ρώτησε ακόμα και για σένα.
Θυμήθηκε ότι ο Τζουλιάνο
σε είχε σα παιδί του και ενδιαφέρθηκε να μάθει για την καλλιτεχνική σου πορεία.
Του ανέφερα ότι πια δεν δίνεις συναυλίες και ότι προτιμάς να εργάζεσαι στη
Λυρική Σκηνή ως απλός μουσικός.
« Κακώς, πολύ κακώς…» ανέφερε, « το παιδί αυτό διαθέτει ταλέντο
σπάνιο που δεν πρέπει επ΄ουδενί να το αφήσει να πάει χαμένο».
Τις μέρες που ακολούθησαν τη κηδεία κυριεύτηκα από μελαγχολία
βαθιά. Δεν είχα κουράγιο, μήτε δύναμη να ασχοληθώ με τίποτα το ουσιαστικό. Και
οι δουλειές ακόμα του σπιτιού έμοιαζαν να είναι φορτίο ασήκωτο. Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι έκανα αρκετά
άσχημα να δεχτώ φαρμακευτική βοήθεια από το γιατρό μου που θεώρησε ότι με αυτό τον τρόπο ίσως αντιμετώπιζα με
περισσότερο εγκαρτέρηση το χαμό του συντρόφου μου. Δυστυχώς έπεσα σε ένα είδος κώματος
και δεν συνήλθα παρά τη προηγούμενη εβδομάδα πάντα με τη γλυκιά συμπαράσταση και
το συνεχές ενδιαφέρον της Τζιορντάνας.
Τώρα νοιώθω αρκετά καλύτερα τόσο ώστε άρχισα τη προσπάθεια να βάλω σε μια σχετική τάξη το τεράστιο αρχείο
που κατέλειπε ο Τζουλιάνο.
Δεν θα το πιστέψεις αλλά όλο το σπίτι είχε μετατραπεί σε μια
τεράστια αποθήκη με τα χαρτιά και τα βιβλία του να καταλαμβάνουν κάθε ίντσα του
τεράστιου αυτού χώρου.
Ο Τζουλιάνο ήταν από τη φύση του λίγο ακατάστατος. Του άρεσε όλη
αυτή η καλλιτεχνική αναρχία που επικρατούσε γιατί όπως μου εκμυστηρευόταν
συχνά, τον βοηθούσε- πράγμα αρκετά περίεργο για μένα-, να κρατάει μια ισορροπία
εντός του τόσο συναισθηματική όσο και πνευματική.
Εσείς οι καλλιτέχνες κάτι φαίνεται θα γνωρίζετε παραπάνω από
εμάς τους κοινούς θνητούς.
Μέσα λοιπόν σε αυτό το χάος, καταχωνιασμένες σε ένα ντουλάπι
ανακάλυψα δυο μπομπίνες μαγνητοφώνου που
αναφέρουν στις ετικέτες τους, το όνομα σου. Υπάρχουν μάλιστα και δύο
ημερομηνίες. Στη πρώτη μπομπίνα αναφέρεται η 22 Μαρτίου 1977 και στη δεύτερη η
επομένη δηλαδή η 23η.
Το μεγάλο μπομπινοφόρο μαγνητόφωνο που είχε αγοράσει ο Τζουλιάνιο τη δεκαετία
του 50 με αιματηρές οικονομίες, χρόνια τώρα σε αχρηστία και μάλλον χαλασμένο,
το έδωσα σε ένα γνωστό μου που ασχολείται με τα παλιά πράγματα και τα
επιδιορθώνει σε ένα εργαστήριο που διατηρεί στο σπίτι του. Του το χάρισα.
Ποιος πια έχει τις γνώσεις ή και τη θέληση να τοποθετήσει αυτές
τις παλιές ταινίες με το περίπλοκο τρόπο που χρειάζεται, για να ακούσει μουσική,
όταν τα πικ-άπ και τα μαγνητόφωνα
πωλούνται πάμφθηνα στα σούπερ μάρκετ.
Θέλω λοιπόν να σε ενημερώσω ότι σου αποστέλλω συσκευασμένες τις
μπομπίνες που μάλλον περιέχουν δικό σου υλικό από την εδώ σου εμφάνιση, με τον
κο Φαμπρίτσιο Σακέττι, εμπορικό αντιπρόσωπο και φίλο του Τζουλιάνο που
κατεβαίνει παρεμπιπτόντως για δουλειές του στην Αθήνα. Θα χαρεί πολύ να σε
γνωρίσει καθώς του έχω μιλήσει για σένα σχετικά.
Η Τζιορντάνα και εγώ σου στέλνουμε για άλλη μια φορά τις πιο
θερμές μας ευχαριστίες καθώς και την αγάπη μας και ελπίζουμε να σε συναντήσουμε
σύντομα.
Νίβες
Πέμπτη 4 Μαρτίου 1982
Δεν ξέρω πια τι να υποθέσω. Από τη στιγμή που διάβασα τη
τελευταία επιστολή της Νίβες μέχρι σήμερα που παρέλαβα από τα χέρια του Σακκέτι
σε ένα ξενοδοχείο στη Κηφισίας, τις δύο μπομπίνες με τις εγγραφές της Φαέντσας
και της Μπολόνιας αντίστοιχα, έζησα μέσα
στην πιο μεγάλη απορία και τη φρίκη που προηγείται πάντα μιας επικείμενης
αποκάλυψης.
Τώρα έχοντας εδώ δίπλα μου τα κουτιά με τις ταινίες δεν τολμώ
καν να τα ανοίξω. Στις ετικέτες διαβάζω: Φαέντσα 22/03/77 ρεσιτάλ Χόρστ S.V/
C.S T. και
Μπολόνια 23/03/77 ηχογρ. Χόρστ S.V/C.S T.
Τις με κόκκινο μαρκαδοράκι εγγραφές πάνω στα πλαστικά
κουτιά τις αναγνωρίζω.
Πρόκειται για τα μικρά καλλιγραφικά στρογγυλεμένα στις άκρες
τους, γράμματα του Ιουλιανού.
Οι μπομπίνες κατά πάσα πιθανότητα περιέχουν την ηχογράφηση της
συναυλίας μου στο θέατρο Μασσίνι της Φαέντσας και την ηχογράφηση με τους
Σολίστι Βενέτι υπό τη διεύθυνση του Κλαούντιο Σιμόνε την επομένη στη πόλη της
Μπολόνιας.
Με κάποιο τρόπο έφτασαν και διατηρήθηκαν στα χέρια του Ιουλιανού
όλα αυτά τα χρόνια. Είναι απορίας άξιον πώς
δεν με ενημέρωσε για αυτές τις ταινίες που είχε στη κατοχή του, παρά τις
επανειλημμένες προσπάθειες που κατέβαλα να μάθω τη τύχη τουλάχιστον της
δεύτερης ηχογράφησης που καθώς με είχε πληροφορήσει κάποτε σχετικά είχε τυπωθεί
και σε δίσκο βινυλίου.
Σε πολλά μου γράμματα καθώς και επαφές μας καλοκαιρινές στο νησί,
είχα ρώτησει να μάθω κάτι γύρω από αυτό το θέμα.
Ο Ιουλιανός υπήρξε πάντα κατηγορηματικός ότι η δεύτερη
μαγνητοταινία πρέπει να βρισκόταν στα αρχεία της δισκογραφικής, ενώ η πρώτη για
κακή μου τύχη, είχε σβηστεί στο ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης για να γραφτεί
πάνω της μια θεατρική παράσταση. Ένα αντίτυπο του δίσκου που είχε σωθεί στα
χέρια του κάπου βολόδερνε μέσα στο αχανές αρχείο του και με πρώτη ευκαιρία σαν
τον εύρισκε θα μου τον μετέγραφε σε μια κασσέτα.
Μου λεγε κατηγορηματικά ψέματα.
Τώρα πια είμαι βέβαιος εκατό τοις εκατό παρά του ότι συνεχίζω να
μην μπορώ να εννοήσω τους λόγους μιας τέτοιας απόκρυψης.
Γιατί να ήθελε να αποσιωπήσει πώς είχε στο αρχείο του τις συγκεκριμένες
ηχογραφήσεις;
Δεν διαθέτω μαγνητόφωνο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τις
δώσω σε ένα γνωστό μου ηχολήπτη για να
μου τις μεταγράψει σε κασέτα.
Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά επιθυμώ κάτι τέτοιο. Κάτι μέσα μου
προσπαθεί να με αποτρέψει.
Τρομάζω το παρελθόν. Δεν θέλω να το σκέπτομαι καθόλου. Ούτε οι
καλές, ούτε οι κακές στιγμές έχουν κάτι πια να μου πουν. Πέρασαν ανεπιστρεπτί
και καλλίτερα είναι να χαθούν για πάντα.
Θυμάμαι άλλωστε ότι δεν ήμουν τότε παρά τις αντίθετες γνώμες και
τόσο καλός στη τεχνική μου. Τα πιθανά ολισθήματα που είναι πιθανόν να
ανακαλύψω, ξανακούγοντας αυτές τις παλιές ηχογραφήσεις, ίσως μου κάνουν κακό.
Βέβαια τότε στο στούντιο της Μπολόνιας με είχαν διαβεβαιώσει, ότι τα λάθη ήταν
ένα πράγμα συνηθισμένο και ότι θα διορθώνονταν όλα στο μοντάζ κατά τη διάρκεια
της επεξεργασίας του ήχου.
Αλλά ποιος τους πιστεύει. Το καλλίτερο που έχω να κάνω είναι να
τις κρύψω σε μια γωνιά και όταν κάποτε βρω τη δύναμη και το κουράγιο να σκύψω
πάνω τους σαν τρίτος και να τις ακροασθώ.
Είχα καιρό να πιάσω τούτο το ημερολόγιο.
Παρά την θέληση μου, αδυνατώ να γράφω επί καθημερινής βάσεως.
Δεν έχω υλικό για κάτι τέτοιο.
Η ζωή μου αν και διαθέτει κάποιο σχετικό βάθος και κυματισμούς
κατάλληλους για να πλεύσουν τα ιστιοφόρα της γραφής εντούτοις ένα πλέγμα
ματαιότητας και αδιαφορίας με εμποδίζει από το να αποτυπώνω τις πιο μύχιες
σκέψεις μου σε τούτο το τετράδιο.
Προς τι άλλωστε; Τι μπορεί να διορθωθεί;
Όλα δείχνουν να έχουν πάρει ένα δρόμο ανεπίστροφο προς τη καταστροφή. Είναι πιστεύω ζήτημα
χρόνου να βγουν στην επιφάνεια τέτοιας ενάργειας εικόνες και συναισθήματα που
το δίχως άλλο θα με τραβήξουν ολοσούμπιτο στο χαμό. Για αυτό είναι καλλίτερο να
απέχω από εξομολογήσεις και ανασκαφές.
Το παρελθόν είναι ανοιχτή πληγή φίσκα στις μύγες.
Κάπου διάβασα: Μην ξύνετε εκεί που δεν σας τρώει. Και δυστυχώς
εμένα με τρώνε όλα. Ψυχή και σώμα…
Κάθε φορά που σπάει μια χορδή, δεν σπάει τυχαία. Η αιτία
υπάρχει, ενοικεί την περιέλιξη, έχει φθείρει ήδη τους αρμούς, τι ενώσεις.
Χιλιάδες δοξαριές φέρνουν αυτό το αποτέλεσμα.
Πίεση πάνω στη πίεση, βάρος πάνω στο βάρος.
Ο χρόνος αμείλικτος. Δεν χαμπαριάζει.
Γερνάει τα πάντα, τους δίνει και καταλαβαίνουν.
Κι ύστερα μέσα σε μια στιγμή, το σύστημα καταρρέει στα εξ ων
συνετέθη.
Κόβεται η κλωστή.
Πότε στις άκριες, πότε στη μέση. Κάνει θόρυβο, ψόφο. Σου
σπαράζει τη καρδιά. Δεν είναι ότι μια χορδή έχει καμιά χρηματική αξία. Όχι.
Απλά είναι, το βάσανο της αντικατάστασης. Κι αυτή η φρικτή εμπειρία να μένεις
με μετέωρο τόξο απάνω από τρείς χορδές. Λες και καβαλάς ένα κουτσό άλογο.
Παίρνεις τότε τη σπασμένη χορδή και την πλέκεις με τις άλλες,
τις παλαιότερες. Στρίβεις τη πένσα και φτιάνεις χωρίς να το συνειδητοποιείς,
έναν βρόγχο που όσο πάει συνεχώς και ολοκληρώνεται.
Αυτή η θηλιά ησυχάζει προς το παρόν μέσα στο με βελούδο κόκκινο
ντυμένο κασελάκι.
Θα έρθει και αυτηνής η ώρα της σύντομα πολύ, να αναλάβει δράση. Και
δεν θα αργήσει καθόλου αυτή η ώρα, όλοι το ξέρουν και περισσότερο εκείνος.
Για αυτόν ετοιμάζεται, αυτόν χαλβαδιάζει.
Άλλωστε τα ίδια του τα χέρια την σιάχνουν για την ηδονή του τάχα,
μα καλά γνωρίζει πώς ο θάνατος εγγύς, κατεβασμένος στη μικρή περιοχή, έτοιμος
να βαρέσει τα μοιραία πέναλτι.
Γκαστρωμένες οι μέρες όζουν πανικό μεγάλο και φευγάλα.
Ετοιμάζει βαλίτσες και το ξέρει.
O Αντόνιο Λίνια συνταξιούχος δημοτικός
υπάλληλος, γύρισε σπίτι λίγο πριν ξεσπάσει η μπόρα που από το πρωί κι όλας επαπειλούσε
την πόλη της Μπολόνια. Στα ανοικονόμητα
χέρια του κρατούσε το έπαθλο της καθημερινής του εξόρμησης στα
παλαιοβιβλιοπωλεία της οδού Φραντσέσκο Ριτζόλι, απέναντι από τον επιβλητικό
πύργο Ασσινέλι.
Η γυναίκα του μια μελαχρινή πενηντάρα με πρώιμα τα σημάδια μιας
ηλικιακής κόπωσης γύρω από τα μάτια, έστρωνε εκείνη την ώρα το μεσημεριανό
τραπέζι με ένα λουλουδάτο τραπεζομάντιλο.
Εδώ και δυο εβδομάδες οι σχέσεις τους είχαν φτάσει σε αδιέξοδο
δίχως κάποιον ιδιαίτερα εμφανή λόγο. Μια κούραση σωματική και ψυχολογική είχε
καταφέρει επιτέλους να πάρει το πάνω χέρι και η σκόνη του χρόνου ήδη παρούσα στη
σχέση τους εδώ και κάμποσα χρόνια σκέπαζε τα πάντα εντός τους με ένα ύποπτο στρώμα
ακηδίας που δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω αισιοδοξίες.
Ακούμπησε τη πλαστική τσάντα με τη φίρμα του βιβλιοπωλείου σε
μια πολυθρόνα και βάλθηκε να τσιμπολογάει τα λιγκουίνι του δίχως όρεξη, πότε
κοιτάζοντας το πρησμένο πρόσωπο της συμβίας του με φανερή απέχθεια, πότε
χαζεύοντας τη καταιγίδα έξω από τα παράθυρα που εκείνη την ώρα λυσσομανούσε,
ανακατεύοντας με τις βίαιες ριπές της τα θεριεμένα δέντρα της πίσω αυλής.
Ένα τέταρτο αργότερα μην έχοντας καταφέρει να ανταλλάξει ούτε
μία λέξη με τη γυναίκα του, σηκώθηκε τελετουργικά από το τραπέζι, τράβηξε τη
καρέκλα πίσω επιδειχτικά και κατευθύνθηκε στο γραφείο του αφού πρώτα μάζεψε τη πλαστική τσάντα από την πολυθρόνα.
<< Πετάς τα λεφτά σε βλακείες και εγώ στερούμαι τα
πάντα>>, άκουσε τη γυναίκα του να λέει με πικρία.
Δεν απάντησε.
΄Εκλεισε τη πόρτα πίσω του γυρνώντας το κλειδί δυο φορές, χύθηκε
στο δερμάτινο καναπέ απέναντι στη θηριώδη βιβλιοθήκη και έχωσε το χέρι του στη
σακούλα. Από μέσα της σα μαιευτήρας που ξεγεννάει σε μυστική κλινική το μωρό
που θα δώσουν έπειτα από λίγο για
υιοθεσία, ξετρύπωσε ένα δεμένο με
πράσινο πανί σημειωματάριο.
Είχε εμφανιστεί δυο ώρες πριν μπροστά του σαν από θαύμα, στο
παλαιοβιβλιοπωλείο του Φάμπιο, όταν μια ντάνα με ιατρικά βιβλία κατέρρευσε
άξαφνα από μια του αδέξια κίνηση, αποκαλύπτοντας το ταλαιπωρημένο αρκετά να του
γνέφει για λίγο προσοχή.
Ξεφυλλίζοντας το ανακάλυψε όχι χωρίς κάποια κρυφή έξαψη, ότι
επρόκειτο για ημερολόγιο. Ανέκαθεν τα
ημερολόγια τον συγκινούσαν, από μικρό παιδί ακόμα. Θυμόταν ακόμη την αγαλλίαση
που ένοιωσε σαν ανακάλυψε κάποτε το παλιό ημερολόγιο της μητέρας του σε ένα
ερμάρι. Πολλά πράγματα σε αυτό τον είχαν εκπλήξει τότε. Αν ήταν δυνατόν να
γυρίσει ο χρόνος πίσω δεν θα είχε αποτολμήσει να το ξανανοίξει. Υπήρχαν σημεία
ακατανόητα, ασαφή, με λέξεις και εκφράσεις που τον αναστάτωναν χωρίς κάποιο
λόγο, γλυκαίνοντας μέχρι θανάτου τα απόκρυφα του. Η γνώση, το μήλο το εύοσμο
βρισκόταν κομμένο φέτες εμπρός του μέσα
σε πιατάκι μάλιστα πολύτιμο και τον περίμενε να το χάψει αργά και ηδονικά καθώς
ταίριαζε στη περίσταση. Ποτέ του πια από τότε δεν ξανάδε τη μητέρα του με τον
αγνό τρόπο που είχε συνηθίσει να τη βλέπει.
Ο Αντόνιο συνήλθε από την ονειροπόληση και βάλθηκε να
περιεργάζεται το νέο του απόκτημα. Γραμμένο πυκνά από ένα χέρι σταθερό,
απέπνεε χάρη και μια ζωντάνια που είχε να κάνει με κάτι βαθύτατα ιερό,
εκμυστηρεύσεις μιας καρδιάς παραδομένης στις επιταγές της μεγάλης τέχνης.
Στη πρώτη σελίδα ο συγγραφέας είχε χαράξει με γράμματα που
παρέπεμπαν σε καλλιγραφημένους μεσαιωνικούς κώδικες, τις λέξεις ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ και από κάτω απλωμένο το όνομα του. Κλαούντιο Σιμόνε.
Τον γνώριζε το μαέστρο. Είχε μάλιστα κάποτε παρακολουθήσει και
μια συναυλία του στη Μπολόνια.
Όταν είχε ρωτήσει τον Φάμπιο να του περιγράψει τον τρόπο που
είχε καταλήξει στα χέρια του, αυτός με συγκρατημένα ειρωνικό χαμόγελο τον πληροφόρησε
ότι το ημερολόγιο είχε βρεθεί στο πίσω κάθισμα ενός ταξί που τύχαινε να ανήκει
σε ένα πρώτο του ξάδελφο. Του το είχε αποσπάσει τάζοντας του μια μικρή
προμήθεια σε περίπτωση που κατάφερνε να το πουλήσει .
Ο παλαιοβιβλιοπώλης τον ενημέρωσε ότι εάν ενδιαφερόταν
πραγματικά ήταν διατεθειμένος να του κάνει μια γενναία έκπτωση καθότι λίγοι στη
πιάτσα, μπορεί να ενδιαφέρονταν για ένα ημερολόγιο ορχήστρας.
« Πάρε το και θα τα βρούμε στο τέλος του μήνα σαν κλείσουμε
λογαριασμό» του είπε βιαστικά και πήγε
να εξυπηρετήσει κάποιον ιερέα που έστεκε ασάλευτος πάνω από κάποιο θεολογικό
βιβλίο του περασμένου αιώνα.
Τώρα καθισμένος άνετα στο καναπέ και έχοντας ανάψει ένα μικρό
πούρο που το στροβίλιζε όλο νευρικότητα στα χείλη του άνοιξε το σημειωματάριο και
άρχισε να διαβάζει τυχαία από το μέσον περίπου του ημερολογίου τις περίεργα
δυσανάγνωστες παρότι καλλιγραφημένες εγγραφές του μαέστρου.
Φαέντσα
Τρίτη 22/03/77
Μεσημέρι
Το πρωί πρόβα με την ορχήστρα στη μεγάλη αίθουσα του Τεάτρο Μασσίνι, Εβδόμη και Ογδόη Μότσαρτ. Εκτός από κάποια προβλήματα ήχου που
περισσότερο οφείλονταν στις τεχνικές προδιαγραφές της αίθουσας, όλα πήγαν
κατ΄ευχήν. Η ορχήστρα παραμένει δεμένη παρά την έλλειψη επαρκούς προετοιμασίας
το τελευταίο διάστημα. Οι βιόλες χρειάζονται λίγη δουλειά παραπάνω.
Στο διάλειμμα συνάντηση με τον Μπεττόλι. Έφερε μαζί του και τον
νεαρό προστατευόμενο του. Ονομάζεται Σοφοκλής Χόρστ και είναι ένας άνδρας γύρω
στα τριάντα με ένα πρόσωπο αρκετά
παιδιάστικο. Μου έκανε καλή εντύπωση. Τον γνώρισα στην Ορχήστρα.
Η πρόβα στο κοντσέρτο Ταρτίνι που ήδη ήταν συμφωνημένο εδώ και
καιρό ότι θα ερμηνεύσει ο Χόρστ, σε γενικές γραμμές μπορώ να πω ότι πήγε καλά.
Η τεχνική του άριστη, κρύβει ωστόσο πίσω από την φαινομενική της αρτιότητα μια
δυσκολία στο μεγάλο ήχο που πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα φτάνει στα τελευταία
καθίσματα. Στο Adagio το βιολοντσέλο ενώ φάνηκε στην αρχή να εξελίσσει απρόσκοπτα τη
μελωδική του γραμμή με το καλλίτερο τρόπο, κάποια στιγμή παρουσίασε μια τονική αστάθεια μέχρι που
ήρθε και βουβάθηκε για δευτερόλεπτα, προκαλώντας αμηχανία στην ορχήστρα. Στις
παρατηρήσεις μου, ο νεαρός απάντησε ότι αν και αισθανόταν μια κόπωση λόγω μιας
σοβαρής γρίπης που τον ταλάνιζε εδώ και μέρες, επιθυμούσε να συνεχίσει διακαώς
τη πρόβα.
Στην επανάληψη, όλα πήγαν καλά.
Στο τρίτο μέρος ο σολίστ, έδειξε όλο το δυναμικό του, πράγμα που
με οδήγησε παρά τις όποιες μου επιφυλάξεις να συνεχίσω τη πρόβα για τη βραδινή
συναυλία με αναπτερωμένο το ηθικό και με τη βεβαιότητα πως δύναται να
ανταπεξέλθει στη πίεση του κοντσέρτου με τους καλλίτερους οιωνούς.
Περασμένα μεσάνυχτα
Καταστροφή. Λίγοι και επαΐοντες πρέπει να ένοιωσαν τα τραγικά
ολισθήματα του Χόρστ στο δεύτερο μέρος του κοντέρτου. Για δευτερόλεπτα φυσικά
μα τόσο οδυνηρά για μένα και για την εικόνα της ορχήστρας, ο Χόρστ φάνηκε να
αδυνατεί να συνεχίσει. Μετά από ζωηρές κινήσεις εκ μέρους μου για να τον
αναγκάσω να συγκεντρωθεί, έδειξε να συνέρχεται και με ένα τρόπο αρκετά μυστήριο
ακόμα και για μένα, μπάλωσε το κενό στη μελωδία του οργάνου, ξαναβρίσκοντας το
χαμένο του ρυθμό.
Στο διάλειμμα δεν του είπα κουβέντα. Δεν θα είχε κανένα νόημα
άλλωστε. Δείχνει να καταλαβαίνει καλύτερα από τον καθένα, τι ατραπούς σκολιούς
έχει πάρει. Είμαι σίγουρος όμως ότι δεν πρόκειται για αμέλεια στη μελέτη η
κάποια έλλειψη στη τεχνική που φαίνεται να διαθέτει και με το παραπάνω.
Υποψιάζομαι κάποιου είδους ψυχολογικό μπλοκάρισμα που
εκδηλώνεται με αυτόν τον άκομψο τρόπο στη πιο λεπτή ώρα, εκεί που χρειάζεται νους
και νεύρα ατσαλένια που θα βάλουν το σολίστα να συνδιαλλαχτεί με τον πιο
ερωτικό τρόπο με την ορχήστρα.
Κατά τη διάρκεια του βραδινού γεύματος με το Δήμαρχο και το Συμβούλιο
της Φαέντσας, ο Μπετόλι με παρακάλεσε με πολύ κομψό τρόπο τολμώ να ομολογήσω, να
ηχογραφήσω το ίδιο αυτό κοντσέρτο αύριο σε στούντιο της Μπολόνιας με έξοδα εξ
ολοκλήρου δικά του. Ο νεαρός μου εκμυστηρεύτηκε βρίσκεται σε ένα καλλιτεχνικό
αδιέξοδο και εάν δεν βρεθεί ένας τρόπος να τονωθεί το τραυματισμένο του εγώ,
φοβάται και για τα χειρότερα ακόμη. Ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα για το
πνευματικοπαίδι του καθώς το καλούσε επανειλημμένως. Μου εγχείρησε προς
επίρρωση και μια επιταγή της Μπάνκα Ιταλιάνα με ένα αρκετά σεβαστό ποσό. Με
διαβεβαίωσε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι οι ταινίες που θα προκύψουν
από αυτό το εγχείρημα θα περιέλθουν στα χέρια του και μόνο, δίχως καμία ένδειξη
μήτε για το μαέστρο μήτε για την ορχήστρα και όλα αυτά με μυστική συμβολαιογραφική
πράξη, που θα υπογραφεί αύριο στα γραφεία της εταιρείας.
Το σκέπτομαι. Καλλιτεχνικά πρόκειται για τερατώδες ατόπημα. Μα
αν από την άλλη μεριά με αυτό τον τρόπο δύναμαι να βοηθήσω ένα καλλιτέχνη;
Τετάρτη 23/03/77
Το αποφάσισα. Θα ζητήσω μόνο τα μεταφορικά και τα έξοδα της
ορχήστρας. Την δικιά μου αμοιβή δεν την έχω ανάγκη.
Περπάτησα μέσα στη πρωινή ομίχλη ως το σπίτι του Τζουλιάνο που
βρίσκεται δυο τετράγωνα πέρα από τον ποταμό Λαμόνε. Πίνοντας εσπρέσο
μαζί του του ανακοίνωσα με κάθε επισημότητα ότι συμφωνώ με τους όρους.
Έδειξε να ενθουσιάζεται.
Βράδυ
Με τουριστικό πούλμαν στη πόλη της Μπολόνια. Στα στούντιο μας
περίμενε ο διευθυντής, δύο τεχνικοί ήχου καθώς και συμβολαιογράφος κοινός φίλος του Τζουλιάνο και
του ιδιοκτήτη του στούντιο <<VERA>>. Υπογράψαμε συμβόλαια.
Περιττό να επαναλάβω ότι τα πάντα εκτυλίχτηκαν για ακόμα μια
φορά απαράλλαχτα καθώς και στη χθεσινή συναυλία. Χάος. Οι τεχνικοί με
διαβεβαίωσαν ότι θα κάνουν ότι είναι δυνατόν
για να περιορίσουν το κακό.
Δεν μίλησα. Προσπάθησα να δείχνω ευχαριστημένος. Συνεχάρην το
νεαρό Χόρστ και αναχώρησα.
Ελπίζω να μη ξανακούσω την ηχογράφηση αυτή μήτε σε εφιάλτη.
Πιστεύω ότι με τον τρόπο που χειρίστηκα το ζήτημα κατάφερα να προφυλάξω και τη
φήμη της Ορχήστρας και να προσφέρω από
την άλλη τη βοήθεια που τόσο έχει ανάγκη τούτος ο παράξενος νέος. Διαβλέπω ότι αν κάτι δεν βρεθεί να τον
ταρακουνήσει συθέμελα βγάζοντας τον από αυτή τη τύρβη όπου έχει περιέλθει, δεν
θα τα καταφέρει να πορευτεί ούτε βήμα σε αυτόν το δύσκολο δρόμο που διάλεξε.
Ο Αντόνιο έκλεισε το σημειωματάριο μαλακά πάνω στα γόνατα του
και στάθηκε να το παρατηρεί με προσοχή μεγάλη λες και το έβλεπε για πρώτη φορά
στη ζωή του. Τα μάτια του απέκτησαν από το πουθενά, λάμψη και σπιρτάδα και κάτι
μέσα του πήρε να ξαναγίνεται είκοσι
χρονών παλληκαρόπουλο. Σηκώθηκε σαν αίλουρος και τοποθέτησε προσεχτικά το
σημειωματάριο στο τρίτο ράφι της βιβλιοθήκης ανάμεσα σε δύο Πλάτωνες.
Προχώρησε ίσα στη πόρτα και ξεκλειδώνοντας την, άρχισε να ερευνά
τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού, ένα προς ένα. Γνώριζε τι γύρευε καλά και τίποτα
στο κόσμο δεν ήταν ικανό να τον σταματήσει μιας και η απόφαση είχε παρθεί
αμετάκλητα από τον ξένο που τον κατοικούσε ετσιθελικώς και παρίστανε μάλιστα
και τον νοικοκύρη.
Η Αντωνία η γυναίκα του, πρόχειρα ντυμένη, με χοντρά γάντια
κηπουρικής στα χέρια, βρισκόταν στον έρημο κήπο και μάζευε τα κιτρινισμένα
φύλλα που είχε σκορπίσει η καταιγίδα. Κατέβηκε τη μικρή σκάλα και βρέθηκε πίσω της μόλις ένα βήμα
μακριά της. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και οι βροντές που έφταναν στα αυτιά του αδύναμες
από τα δυτικά, τον έκαναν να ανατριχιάζει σύγκορμα.
Για ένα πράγμα ήταν εκείνη τη στιγμή απόλυτα βέβαιος. Ότι για
αυτόν και τη γυναίκα του αντίθετα από όλες τις ενδείξεις και παρά τις όποιες
επιφυλάξεις που θα μπορούσε αρκετά
δικαιολογημένα να εκφράσει κάποιος τρίτος, υπήρχε ακόμα καιρός. Κι έτσι δεν
δίστασε ούτε στιγμή να την αγκαλιάσει πρώτη φορά τρυφερά ύστερα από μήνες…
Τρίτη 30 Μαρτίου 1982
Σήμερα το πρωί ανέβηκα στα γραφεία της Διοίκησης και έκανα
αίτηση για χορήγηση αδείας όσο το δυνατόν πιο μακράς, άνευ φυσικά αποδοχών.
Υποσχέθηκαν ότι θα εξετάσουν το αίτημα μου με προσοχή και ότι θα μου απαντήσουν
το γρηγορότερο δυνατόν. Η κατάσταση μου εν
τω μεταξύ όσο πάει και χειροτερεύει.
Στα τόσα μου προβλήματα ήρθε να προστεθεί τώρα και η
κλειστοφοβία. Δεν τολμώ να βρεθώ σε ασανσέρ
χωρίς ένα αίσθημα απόγνωσης και απέραντης αηδίας να μου ανακατεύει τα
εντόσθια. Με δυσκολία συγκρατώ τον εαυτό μου από το να μην ξεράσει. Κρύος
ιδρώτας με περιλούζει και φορές νοιώθω να χάνω το έδαφος κάτω από τα ποδάρια
μου. Το χειρότερο από όλα είναι πως αυτό το παθαίνω ακόμα και στο πιτ της ορχήστρας
με απρόβλεπτες συνέπειες για τη καριέρα μου.
Ο οικογενειακός μου γιατρός επιμένει πώς πρέπει να δω ψυχίατρο
ειδάλλως η κατάσταση μου είναι δυνατόν να επιδεινωθεί με τη πάροδο του χρόνου
και να καταλήξει ανίατη. Με προτρέπει μάλιστα να ταξιδεύσω στο Βερολίνο και να
επισκεφτώ τον καθηγητή Κράους, έναν εξαιρετικό επιστήμονα μα πρωτίστως άνθρωπο,
στη δυτική πλευρά της πόλης. Τον γνωρίζει με διαβεβαιώνει από τα χρόνια που τον
είχε καθηγητή στο Πανεπιστήμιο και είναι διατεθειμένος να μου χορηγήσει μια συστατική
επιστολή ώστε να με δεχτεί απρόσκοπτα.
Είναι και το άλλο που με ταλανίζει εξευτελίζοντας ότι πιο
ανθρώπινο διαθέτω. Κάποτε πρέπει να βρω τη δύναμη να το εξομολογηθώ σε έναν
άνθρωπο, μα πιο καλά πιστεύω σε έναν ειδικό. Εκεί υποθέτω ότι πρέπει να βρίσκεται
η ρίζα του κακού που έχει αναστατώσει τη ζωή μου. Αλλά είναι προτιμότερο να μην επεκταθώ . Προτιμώ για την ώρα, να το
κρατήσω κρυφό και από αυτό ακόμα το ημερολόγιο. Δεν γνωρίζω σε τι χέρια είναι
δυνατόν κάποτε να πέσει και οφείλω να είμαι προσεκτικός σα φίδι στις εκμυστηρεύσεις μου.
Χτες αυτό το πράγμα, κόντεψε πάλι να με
σκοτώσει. Φτάνει αυτό.
Η δουλειά εν τω μεταξύ κάτι η ασθένεια κάτι η συνηθισμένη μου
βαριεστιμάρα δείχνει να έχει βαλτώσει για τα καλά, με ότι αυτό συνεπάγεται για
τις λεπτές ισορροπίες που διακυβεύονται. Δεν βρίσκω πια κανένα νόημα στη άσκηση
της Τέχνης μου. Προτάσεις για εμφανίσεις μετά το κάζο με την Κρατική δεν μου
έχουν γίνει και κατά τα φαινόμενα ούτε θα μου γίνουν στο απώτερο μέλλον.
Φαίνεται ότι η επεισοδιακή μου καριέρα ως σολίστ έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Τα πάντα βυθίζονται αύτανδρα στα τενάγη που κρύβω μέσα μου. Αυτό που πάει στραβά μαζί μου έχει καταφέρει
ύπουλα και δόλια, να τινάξει την όλη μου ύπαρξη, τον όλο μου ψυχισμό στον αέρα.
Από τη μεριά μου λίγα μπορούν να γίνουν εκτός από το να περιμένω κάτι έξωθεν να
φωτίσει τα ερέβη όπου κατοικώ. Προσβλέπω μάλλον στη καλή μου τύχη και στον καλό
θεό των πονεμένων αν υφίσταται κάπου.
Τρέχα-γύρευε δηλαδή…
Ίσως το ταξίδι αυτό που προγραμματίζω εδώ και τόσο καιρό,
βοηθήσει, ίσως πάλι να σημάνει το τέλος, την ολοκληρωτική μου καταστροφή. Έχω
ανάγκη μεγάλη να μάθω πρώτα για το τι έφταιξε με μένα και τη ζωή μου και ύστερα
σαν καταφέρω να έχω κάποιου είδους απαντήσεις σε αυτά τα καίρια ερωτήματα να
προσπαθήσω να ανακαλύψω τη τύχη του πατέρα. Όλα πρέπει να συνδέονται κατά
κάποιο μυστήριο τρόπο μαζί του. Ποτέ της
η μάνα δεν μου αποκάλυψε την ιστορία του, σε όλες της
τις λεπτομέρειες. Κάτι πάντα προσπαθούσε να
αποκρύψει, πιθανότατα για δικό
μου καλό. Ποιος να ξέρει;
Καλά καλά δεν έχω πειστεί ότι είναι νεκρός. Οι πληροφορίες
παραμένουν πάντα πενιχρές. Αναξιόπιστες τις περισσότερες φορές, αφήνουν
περιθώρια για περαιτέρω εκπλήξεις. Πόσες φορές δεν γύρισαν άξαφνα πίσω,
άνθρωποι που οι δικοί τους θεωρούσαν για πάντα χαμένους; ΄Εχω κάποιες ιδέες για
το πώς θα βρω μιαν άκρη, φτάνει μόνο να μου δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία.
Ο πονοκέφαλος επιμένει από το πρωί. Θα πάρω ένα Αλγκόν και
γραμμή στο κρεβάτι. Αύριο στις 10 γενική δοκιμή << Τραβιάτα>>.
Σεπτέμβρη του 44 απλώθηκαν φήμες ταξιδεμένες από το Βορρά, πως
οι Ρώσοι ήταν έτοιμοι να περάσουν τα Ελληνο-Βουλγαρικά σύνορα. Με μιας ανάμεσα στα
στρατεύματα Κατοχής, η πειθαρχία χαλάρωσε αισθητά, παρατηρήθηκαν αθρόες λιποταξίες
και ένα πνεύμα αμφισβήτησης άρχισε να πλανιέται στον φθινοπωριάτικο αέρα. Κατόπιν εισηγήσεων ανωτέρων αξιωματικών ελήφθησαν
επειγόντως αντίμετρα. Η στάση της
Διοίκησης απέναντι στους απλούς σολντάτους άλλαξε σκληραίνοντας ξαφνικά τόσο,
ώστε να φτάσει στο σημείο να απαγορεύσει στους ταλαντευόμενους και τους
επιρρεπείς, ακόμα και αυτή την έξοδο
στον κινηματογράφο για το φόβο πάντα των Ιουδαίων.
Ο λοχίας Ρέτενχάμπερ, μέλος της φρουράς στη Γερμανική
Αρχαιολογική Σχολή, ένα μούτρο βουτηγμένο ως το λαιμό στη χαρτοπαιξία και τη
χλιαρή μπύρα, περπατούσε εκείνο το ζεστό απόγεμα Κυριακής, μαζί με το φίλο του
Γιόχαν- Κρίστιαν κατηφορίζοντας προς την Ομόνοια έχοντας μόλις βγει από τον κινηματογράφο
ΑΤΤΙΚΟΝ που μετονομασμένο σε SOLDATEN ΚΙΝΟ VICTORIA, πρόβαλλε ταινίες για στρατιώτες. Για αυτούς δεν ίσχυε κανενός
είδους απαγόρευση. Τα φρονήματα τους ήταν γνωστά και απολάμβαναν έτσι το
σεβασμό και την εύνοια των ανωτέρων τους δίχως καμία έκπτωση.
<<Άσε να λένε σύντροφε. Τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά ακόμα.
Το Τρίτο Ράιχ έχει μπροστά του χίλια χρόνια δόξας ακόμα.>>, μίλησε πρώτος
ο λοχίας για να συμφωνήσει ο διπλανός
του απλά κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω, περισσότερο από συγκατάβαση παρά από
πίστη στο μέλλον.
<< ΄Ακουσα πως ο στρατός έχει έτοιμη μία βόμβα που θα
αλλάξει μονομιάς τον ρου της ιστορίας, χαρίζοντας μας τη νίκη. Είναι ζήτημα
λίγων ημερών να τη ρίξουν και τότε ποιος μας πιάνει; Μόνοι τους θα έρθουν και
θα μας παρακαλάνε να συνθηκολογήσουν.>>, συνέχισε απτόητος χωρίς να δίνει
και πολλή σημασία στις χλιαρές
αντιδράσεις του συνοδοιπόρου του.
Τις επόμενες μέρες η κατάσταση φάνηκε να βαραίνει αρκετά και αρχές Οκτώβρη οι δύο φίλοι
ανεβασμένοι σε ένα καμιόνι γεμάτο βαριά οπλισμένους στρατιώτες, βρέθηκαν στη
αρκετά για αυτούς δυσάρεστη θέση να εγκαταλείπουν άρον άρον την αδημονούσα για
τη λευτεριά Αθήνα προς την ασφάλεια της Κεντρικής Ευρώπης.
Ο Γιόχαν Κρίστιαν αν και στα χρόνια που διαρκούσε η Κατοχή είχε
αποφύγει με νύχια και δόντια να γερμανοντυθεί, όχι τόσο από φόβο όσο από
καιροσκοπισμό, τώρα καθισμένος στον άβολο πάγκο της καρότσας, έπαιζε με τα κουμπιά
του καινούργιου του χιτωνίου βγάζοντας που και που ένα καθρεφτάκι κρυμμένο στην εσωτερική τσέπη του
χιτωνίου, για να μπορέσει να χωνέψει την
εικόνα του, στη νέα της
μεταμόρφωση.
Ο λοχίας Ρέτενχάμπερ χυμένος κυριολεκτικά στο πλάι του,
μποτζάροντας πέρα δώθε σα νευρόσπαστο στις ακανόνιστες ταλαντώσεις της καρότσας,
είχε για πρώτη φορά και μάλλον καθώς έδειχνε το πράγμα μια δια παντός, χάσει τη
αισιόδοξη οπτική του καταπίνοντας τη γλώσσα του. Κοιτούσε αποσβολωμένος από το
άνοιγμα του μουσαμά που σκέπαζε τη καρότσα, την αραιή κίνηση και προσπαθούσε να ξεπεράσει την τρεμούλα που
τον ταλάνιζε από το πρωί σφίγγοντας το λούγκερ με μανία πότε με το ένα και πότε
με το άλλο χέρι, μέχρι που μπλαβίζαν οι απαλάμες του.
Τους είχαν διαβεβαιώσει ότι επιστρέφουν στη Γερμανία μέσω
Βιέννης. Ο Βρέντε από την Αρχαιολογική Σχολή, τους είχε υποσχεθεί προσωπικά ότι
θα τους δινόταν η άδεια, στον μεν Γιόχαν Κρίστιαν να παραμείνει στο Μόναχο από
όπου καταγόταν, στο δε λοχία να συνεχίσει ως το Βερολίνο και να λάβει εκεί
νεώτερες διαταγές περι του πρακτέου.
Ο Γιόχαν Κρίστιαν δεν είχε πια καμιά διάθεση να γυρίσει σε μια
πατρίδα που ποτές στη ζωή του δεν είχε γνωρίσει. Απλά έχοντας τόσα χρόνια τώρα ακολουθήσει
πιστά τη λατρεία του Αίματος, είχε οικοδομήσει άθελα του μια μεγαλειώδη πυραμίδα
όπου πιθανότατα το μόνο που θα μπορούσε να φιλοξενήσει στα σπλάχνα της, ήταν μια των προσεχών ημερών,
το ταριχευμένο του πτώμα.
Η Κάρεν με τη φουσκωμένη κοιλιά άρχιζε να κατοικεί περιοχές του
μυαλού του που δεν έδειχναν να διακατέχονται από κανενός είδους συναίσθημα. Δεν
πεινούσε, δεν διψούσε, ανάγκες δεν είχε πια, απλά ταξίδευε, μιας άλλης εποχής
σταυροφόρος προς τους Άγιους τόπους της μοίρας του με το θεό απλά να οδηγεί το
καμιόνι, θυμίζοντας περισσότερο ένα
νευρικό στρατιώτη από τη Δρέσδη, παρά τον στυγνό εργοδότη της
ταλαιπωρημένης του ύπαρξης.
Δέκα μέρες αργότερα, στα περίχωρα της Βιέννης κάτι στρατιώτες με
σκονισμένες στολές και ξινισμένα μούτρα, τους κατέβασαν με τη βία από το όχημα
και αφού πρώτα τους ανέκριναν για ώρα πολύ, τους έταξαν κατόπιν χαιρέκακα,
φύλλο πορείας για τη Βουδαπέστη. Η πόλη περικυκλωμένη από τον Κόκκινο Στρατό
ήταν σε κατάσταση πολιορκίας. Τις τελευταίες μάλιστα ώρες ο εχθρός είχε
καταφέρει να διεισδύσει στα ανατολικά προάστια, είκοσι περίπου χιλιόμετρο από
το κέντρο, απειλώντας την θανάσιμα.
Πέρασαν λίγες ώρες σε ένα στρατώνα αναμένοντας να υπογραφούν τα
φύλλα και να λάβουν συγκεκριμένες διαταγές. Όταν επιτέλους έφτασαν, το ηθικό
τους είχε πέσει στο ναδίρ.
Η νέα τους μονάδα, αποτελούμενη από ανεμομαζώματα σαν και ελόγου
τους, Ουκρανούς αντικομουνιστές και Ρουμάνους δοσίλογους, θα προσπαθούσε να έλθει σε επαφή με τη μεραρχία SS-
Totenkopf που επρόκειτο σε λίγες μέρες να προσπαθήσει, να σπάσει τη
πολιορκία ανακουφίζοντας έστω και
προσωρινά την ρημαγμένη πολιτεία.
Ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως στοιβαγμένοι ό ένας απάνω στον άλλο, με
φορτηγά και μοτοσικλέτες. Αλλά δεν ήταν
όμως φαίνεται γραπτό τους να δουν έστω και από μακριά τους αναθρώσκοντες
καπνούς της Βουδαπέστης.
Πάνω στο δρόμο, σαράντα χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας, έξω από το χωριό Χάρομ
Γκράτσια, πέσανε δίχως να το καταλάβουν στα χέρια των ανδρών του στρατηγού
Μαλινόβσκι. Η παγάνα ήταν στημένη αριστοτεχνικά. Οι πιο τυχεροί εκτελέστηκαν
αμέσως από τους εξαγριωμένους Ρώσους που δεν άφηναν ευκαιρία χαμένη να εκδικηθούν για τα δεινά που
είχε υποφέρει η Σοβιετική τους πατρίδα. Ανάμεσα στους δεκάδες προγραμμένους και ο λοχίας Ρέτενχάμπερ που τελείωσε τις
μεθυσμένες του μέρες, αιμόφυρτος μέσα σε ένα χαντάκι στην άκρια του δρόμου.
Η τύχη αντίθετα έδειξε όλη της τη σκληρότητα στο πρόσωπο του Γιόχαν Κρίστιαν. Είχε ως φαίνεται μέρες ακόμα μπροστά του, να τις ζήσει στο
σύρμα. Ξεχνώντας μονομιάς από τη τρομάρα του τα Γερμανικά, άρχισε να απευθύνεται
στους αδυσώπητους κυκλωτές του, στα Ελληνικά.
Κάποιος από τους Κόκκινους, Πόντιος από την Οδησσό που έκρυβε
επιμελώς τη καταγωγή του τρέμοντας και μόνο στην ιδέα της εκτόπισης στη Σιβηρία,
κάτι γύρισε και είπε στους συντρόφους του. Έτσι ο Γιόχαν Κρίστιαν έμελε να
είναι ένας από τους ελάχιστους που
γλύτωσαν το τομάρι τους εκείνο το παγωμένο πρωινό του Δεκεμβρίου.
Τον περιόρισαν σε ένα υγρό κελί στα περίχωρα της Βουδαπέστης,
μαζί με μια πανσπερμία αιχμαλώτων.
Κοιμόταν στο λερό πάτωμα νηστικός και διψασμένος ακούγοντας
έντρομος τον ορυμαγδό της μάχης να κυματίζει
σχεδόν πάνω από το κεφάλι του κι ας βρισκόταν χαψωμένος στο τρίτο
υπόγειο.
Πέρασαν ώρες που νόμισε ότι θα χάσει κι αυτό το λιγοστό μυαλό
του, θα τρελαθεί. Η μυρωδιά από τα ούρα και τα κόπρανα των συναιχμαλώτων του,
τρομερή και ανυπόφορη τις πρώτες μέρες, του έγινε κάτι σαν δεύτερη φύση. Το
μόνο που δεν κατάφερνε να υποφέρει ήταν η αβελτηρία του να πιστέψει τόσο άκριτα
και τόσο παθιασμένα σε ιδεολογίες και οράματα που τώρα έδειχναν καθαρά την
απαίσια όψη τους απειλώντας όχι μόνο την ίδια του τη ζωή που στο κάτω κάτω δεν
άξιζε πια τίποτα αλλά και αθώους σαν τη γυναίκα του στην Ελλάδα, που δεν είχαν
φταίξει στο παραμικρό για να υποφέρουν τόσο σκληρά.
Παρόλα αυτά κατά ένα μυστήριο τρόπο έδειχνε να αντέχει.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς ο επίσημος μεταφραστής του δευτέρου
Ουκρανικού Μετώπου, ανοίγοντας τη σιδερένια πόρτα της φυλακής, αφού πρώτα
ρώτησε ευγενικά τους αιχμαλώτους αν κάποιος από αυτούς γνώριζε από πιάνα,
λαμβάνοντας καταφατική απάντηση από τον Γιόχαν Κρίστιαν, έδωσε διαταγή σε δύο
οπλισμένους στρατιώτες που τον παράστεκαν να τον οδηγήσουν χωρίς αργοπορία στο
απάνω πάτωμα.
Το πιάνο ήταν τοποθετημένο σε μια γωνία της αχανούς αίθουσας που
κάποτε όπως φανέρωναν τα γύψινα διακοσμημένα ταβάνια, είχε γνωρίσει εποχές
μεγαλείου και δόξας. Έμοιαζε να είναι κάτι σα χοροδιδασκαλείο γιατί στο πλάι, μπροστά από ένα τεράστιο
σπασμένο καθρέπτη που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του τοίχου, μια σιδερένια μπάρα έζωνε τον τόπο βιδωμένη
στο πάτωμα. Ο μεταφραστής του εξήγησε ότι υπήρχε ανάγκη να κουρδιστεί το πιάνο
με επιμέλεια μεγάλη. Απόψε η Διοίκηση είχε αποφασίσει να διοργανώσει
Πρωτοχρονιάτικο Ρεβεγιόν για τους αξιωματικούς μα και τους απλούς
στρατιώτες και όλα ακόμα και το πιάνο
έπρεπε να λειτουργούν άψογα.
Του έδωσαν ένα κλειδί και κάτω από τα άγρυπνα βλέμματα των
φρουρών, βάλθηκε να κουρδίζει μία μία τις χορδές του παλιού πιάνου πατώντας κάθε φορά το κάθε πλήκτρο τόσες πολλές φορές
και με τέτοια επιμονή που αυτό φάνηκε να εκνευρίζει αρκετά τους παριστάμενους.
Ο Γιόχαν Κρίστιαν είχε ιδρώσει για τα καλά παρά τη δυνατή ψύχρα
που επικρατούσε στην αίθουσα. Γυρνώντας τώρα μία μπάσα χορδή σολ στα αριστερά του κλαβιέ, ακούστηκε άξαφνα ένας
απαίσιος μεταλλικός θόρυβος και η χορδή
χίμηξε κατά πάνω του να του βγάλει το μάτι.
Οι φρουροί βρίζοντας τον
εκνευρισμένοι, τον χτύπησαν πολλές φορές αλλά με τη σωτήρια επέμβαση του
μεταφραστή τον άφησαν να τελειώσει το έργο του.
Τον γύρισαν κακήν κακώς στο υπόγειο.
Εκείνο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς παρά το ότι ο καιρός έδειχνε
έτοιμος να ξεσπάσει, εκτός από λίγες αχνές νιφάδες που στροβιλίζονταν αέρινα
στις κίτρινες δέσμες των προβολέων, το χιόνι δεν έλεγε να κάνει την εμφάνιση
του, απογοητεύοντας τους Ρώσους που ήδη μεθυσμένοι βότκα ανέβαιναν δύο δύο τα
σκαλιά προς την αίθουσα του χορού.
Το γλέντι σε λίγο είχε άναψε για τα καλά. Οι δίσκοι των 78
στροφών διαδέχονταν ο ένας τον άλλο. Ο ταγματάρχης Ανατόλι Τσέχωβ από την
Σεβαστούπολη, διέταξε την ορντίναντσα του, ερασιτέχνη μουσικό και γνώστη πολλών
μουσικών οργάνων, να καθίσει στο πιάνο και να παίξει παλιά Ουκρανικά τραγούδια.
Μα κάθε φορά που ο Κοζάκος με το γλοιώδες ύφος, πήγαινε να
βαρέσει τη νότα σολ στα μπάσα, αντί για τον βαρύ σαν καμπάνα Μοσχοβίτικη ήχο,
ακουγόταν το ξύλινο ρέκασμα του πλήκτρου που σαν σφαίρα χτυπούσε τη μεθυσμένη
καρδιά του αξιωματικού.
<< Τι συμβαίνει με το πιάνο; >> , ρώτησε.
<<Ο χορδιστής κρατούμενος, σύντροφε Διοικητά, έσπασε μια
χορδή κουρδίζοντας το το απόγευμα και δεν έχουμε με τι να την αντικαταστήσουμε>>,
του απάντησε ο πιο θαρραλέος.
Δεν είπε σε κανένα τίποτα. Παραπατώντας κωμικά, με την ψυχή του
βουτηγμένη στη πιο αποτρόπαιη θλίψη που
είχε γνωρίσει ποτέ άνθρωπος, άρπαξε τη χοντρή χορδή που ήταν αφημένη πάνω στο
πιάνο και κουτρουβάλησε τα σκαλιά προς το υπόγειο.
Από την γεμάτη αίθουσα καπνό έρχονταν οι φωνές της αντίστροφης
αρίθμησης, σαν χορικό αρχαίας τραγωδίας.
Έξη, πέντε, τέσσερα…
Ο Τσέχωβ, διέταξε τον έκπληκτο φρουρό να του ανοίξει τη πόρτα
του κρατητηρίου.
Τρία, δύο, ένα…
Ο Γιόχαν Κρίστιαν αγουροξυπνημένος είδε τον Ρώσο να τον πλησιάζει απειλητικά, ενώ οι
ζητωκραυγές και οι πυροβολισμοί για την έλευση του 1945 τράνταζαν συθέμελα το
κτήριο. Ο μεθυσμένος αξιωματικός τον άρπαξε από το μανίκι και τον
έσυρε προς την σκοτεινή έξοδο. Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι κουρνιάζανε
λιγωμένοι από το φόβο τους.
Ο Γιόχαν Κρίστιαν ήταν
πια απόλυτα βέβαιος ότι το τέλος πλησίαζε με γοργά βήματα. Δεν θα έφερνε καμία αντίσταση. Ότι ήταν
γραφτό του να υποστεί, το άξιζε και με το παραπάνω μάλιστα κι έτσι αφέθηκε στη μοίρα του με άκρα εμπιστοσύνη.
Μπροστά στα γουρλωμένα από έκπληξη μάτια του φρουρού έξω στο
στενό διάδρομο, με ηρεμία ανθρώπου που επιδίδεται σε μια πράξη βαθιάς κάθαρσης, ο μεθυσμένος
Αξιωματικός, πέρασε τη ατσάλινη χορδή γύρω από το λαιμό του Γιόχαν Κρίστιαν και
τραβώντας τη με δύναμη προς τη μεριά του, τον απαγχόνισε. Για τον Βαυαρό γραμματέα
της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, όλα τέλειωσαν με έναν ερωτικό
σπασμό που έκανε το παντελόνι του να κηλιδωθεί από άφθονο σπέρμα.
Ήταν δέκα λεπτά μετά την έλευση του 1945.
Τριακόσια χιλιόμετρα νότια, σε μια απομακρυσμένη συνοικία των
Αθηνών, εκείνη ακριβώς τη στιγμή ερχόταν στον κόσμο ο γιός του. Ο ομφάλιος
λώρος περασμένος γύρω από το λαιμό του εμβρύου δυσκόλεψε αρκετά το έργο της
μαμής μέχρι που να καταφέρει με χίλια βάσανα να τον ξεμπερδέψει, σώζοντας το
από βέβαιο πνιγμό. Στα χέρια της τώρα κρατούσε δείχνοντας στη ταλαιπωρημένη
λεχώνα, τη γεμάτη αίματα σάρκα, που αργότερα θα της προσέδιδαν το ένδοξο όνομα
Σοφοκλής.
Λόγος τέταρτος
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ
Ο Θάνατος κάποιες φορές μπορεί να έρθει με τη μορφή ενός
Τσαρουχικού νέου, που εμπρός από ένα μισάνοιχτο εμαγιέ ψυγείο σου τείνει ερωτικά μια φέτα δροσερό
καρπούζι. Έτσι τουλάχιστον βεβαίωνε
αρκετά χρόνια πριν σε μια σκηνή ταινίας του, γνωστός Έλληνας σκηνοθέτης.
Ο Όσκαρ Κοκόσκα ο μεγάλος αυτός ζωγράφος επιμένει από την άλλη στον υπέροχο
πίνακα του <<Time gentlemen please>>, ότι ο γέρο χρόνος δηλαδή ο θάνατος
αυτοπροσώπως, έχει την αναλγησία ενός μπάρμαν που τραβώντας σύρτη στο μαγαζί του, στερεί στον ευγενή πότη
την ηδονή ενός ακόμα οινοπνευματώδους.
Άλλες πάλι καταφτάνει απρόοπτα λες τσουνάμι φονικό, απομεσήμερο
Λαμπρής απάνω στα κρεβάτια όπου μετά από ένα λουκούλλειο γεύμα κάμεις έρωτα
τρελό με τη κυρά σου, αγνοώντας επιδειχτικά το θρόμβο που ήδη κατέρχεται κατά
μήκος της στεφανιαίας σου αρτηρίας και ζητάει να τηρηθεί το αρχαίο
προικοσύμφωνο. Τις περισσότερες όμως φορές δεν παίρνει καμία μορφή, δεν διαθέτει
κανένα είδος, τίποτα το παρηγορητικό δεν εκκολάπτεται εντός του και τα πράγματα
ξεβράκωτα καθώς τα γέννησε η μάνα τους, αντανακλούν το φρικτό φώς που καθώς
λέγουν αρμόζει στον δαίμονα της μεσημβρίας. Είναι τότε ο θάνατος πεζός και
θλιβερός πολύ και δεν βρίσκει δικαίωση στα μάτια του σύμπαντος. Και είναι
δυστυχώς ο κανόνας.
Καλά τα παραμύθια, λαμπρά τα ψιμύθια μα λαμπρότερη όλων η
αλήθεια και αυτή οφείλει και μόνον να μαρτυρά ο ποιητής, για αυτήν αναπνέει
άλλωστε και άλλο τίποτα δεν κατέχει πλην από κάτι φράσεις βουτηγμένες στην ευτέλεια που δίκην
φωνογράφου τραγουδεί και πλέκει τίγκα στο παράσιτο μπας και τον πάρουν κάποτε
για άνθρωπο και του φερθούνε αναλόγως οι όμοιοι του. Και η αλήθεια είναι πώς τούτος ο κόσμος
αποτελεί έργο και διανόημα του διαβόλου. Αυτός τον έπλασε με τα χειρότερα υλικά που βρήκε εύκαιρα στη
πιάτσα, αυτός τον κουλαντρίζει με πυγμή σιδερένια κρατώντας την τύχη του με τα ακροδάχτυλα σα πιάτο γύψινο απάνω από το
κεφάλι , έτοιμος να το τσακίσει στη καράφλα του νταλγκαδιασμένος σε πρώτη
ευκαιρία σαν ακουστούν τα όργανα του μυστικού θιάσου να βαρούν το ζεϊμπέκικο
βαρύ και ασήκωτο, εισερχόμενα κατά το μεσονύχτι στο περιβόλι με τα τριβόλια
όπου έχει την ντάτσια του.
Ο Θεός από την άλλη δεν είναι παρά ένας ιδιοκτήτης λούνα παρκ
που έχοντας να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση αντί να τρέχει να βρει
χρηματοδότες, το έχει ρίξει για τα καλά στη τρελή. Εξαφανισμένος γενικά. Όλα τα
παίγνια τα έχει κλειδαμπαρωμένα, σφαλιχτά. Ένα μόνο διατηρεί κι αυτό με τα
χίλια ζόρια. Το τρενάκι του τρόμου. Παρόλα αυτά, βλάκες σωρός στέκονται στην ουρά για να χωθούν
μισοκατουρημένοι κι όλας από τη τρομάρα, στο σκοτεινό λαβύρινθο, γνωρίζοντας εκ
των προτέρων και πολύ καλά μάλιστα, ότι οι φάπες που θα φάνε από αόρατα χέρια,
θα πονέσουν πράγματι πολύ, τα πτώματα και οι σκελετοί που θα ξεπηδήσουν μπροστά
τους δεν θα ναι απομιμήσεις από πλαστικό αλλά αυτοί των πατεράδων και των παιδιών τους και
τέλος αντί να ανταμώσουν κάποτε την ανακούφιση της εξόδου στο φώς αντιθέτως θα
γευτούν μια ακόμα θηριώδη κατρακύλα προς τα τάρταρα. Ωραίο παιχνίδι. Να το
χαίρονται κι αυτοί και αυτός που το σκέφτηκε. Και δεν βρίσκεται κάποιος ψυχωμένος
να φωνάξει: << Για μπάστα ρε πούστη. Εμείς τι ρόλο βαράμε τέλος πάντων. Πάμε
ρε κάπου αλλού. Τι κουραφέξαλα είναι αυτά. Να πληρώνουμε κι από πάνω με τη ψυχή
μας, για τέτοιες αηδίες και ξεράσματα.>>
Τέτοιες κουβέντες όμως χρειάζονται άντερα κι άιντε να τα βρεις.
Υπάρχουν κι οι αντίθετες απόψεις που λένε να μη γυρεύεις τον αίτιο γιατί αίτιος
στη πραγματικότητα δεν υπάρχει. Και μάλλον έτσι πρέπει να είναι τα γεγονότα.
Τι μπορεί να πει τότε κανείς; Λόγια που να βρεθούν κατάλληλα να
εκφράσουν τη θλίψη που γεννά ως φρούτο πικρό, το δέντρο του κόσμου; Σε ποιόν να
στάξεις το φαρμάκι σου; Σωστότερο λοιπόν να μένεις βουβός, να αντιμετωπίζεις τα
γεγονότα σαν ξένος και παρεπίδημος που απλά θέλησε να ρίξει μια κλεφτή ματιά
από την κλειδαρότρυπα, να φεύγεις τους ανθρώπους όπως θα έφευγες έναν χανσενικό
ειδοποιημένος από το ντιν-ντίν των κουδουνιών του και σαν δεν μπορείς να
πράξεις διαφορετικά, να πνίγεις τις άγριες θύμησες του νου μέσα στο κρασί, βαρύ
κρασί, κόκκινο κρασί, κρασί απ΄το Μελίνικο, να μη δείχνει το αίμα που στάζει το
στόμα σου, χαστουκισμένο μια φορά από τον υπηρέτη του Αρχιερέα.
Και μη τύχει ποτές σου και αναρωτηθείς φωναχτά το <<τι με
δέρεις;>> Απάντηση δεν πρόκειται να λάβεις στον αιώνα, όσο και αν
πασχίσεις για αυτό κι είναι προτιμότερο να μείνεις με την απορία ζωγραφισμένη
στη μούρη, παρά να σου λυθούνε κάποτε τα νεραιδογνέματα που σε ζώνουν σαν
δρόμος περιφερειακός και σαν κατσιφάρα και δεν σε αφήνουν να ιδείς τη γυμνότητα
του τοπίου.
Γιατί η αλήθεια, να το ξέρεις,
είναι απότομη και κρημνώδης και συ μια κρυστάλλινη σφαίρα μάγισσας που πέφτοντας
από τα τρεμάμενα χέρια της πάει κατρακυλώντας ντουγρού προς τον μεγάλο βράχο
της αιωνιότητας να σπάσει σε χίλια τόσα κομμάτια.
Παρόλα αυτά δεν χρειάζεται να σωπαίνεις. Δεν έχεις πολλά
περιθώρια να ελιχθείς. Συνεχίζεις έτσι να
γράφεις, να ασκείς την υψηλή τέχνη της ποίησης που κατά βάθος δεν είναι τίποτα
παραπάνω από μια καθαρή προδοσία της φύσης γιατί την αντιγράφει και την
υποκαθιστά αντλώντας δικαιώματα εκεί όπου δεν υπάρχει σάλιο ούτε για φτύσιμο,
κογιονάροντας με ατσάλινη πίστη τον εαυτό σου για κάποιου είδους δικαίωσης που
ελπίζεις ότι θα έρθει με τα χρόνια και τα ζαμάνια τα μελλούμενα. Φρούδες ελπίδες.
Πώς κάποιος αναλαμβάνει τα βάρη της ύπαρξης; Που βρίσκει τη
δύναμη; Ποιά θεία εντολή ακολουθεί
δεχόμενος δίχως πολλές πολλές αντιρρήσεις, να υποστεί θλίψεις,
πλευροδυνίες, ζαντούχια, εξαγωγή οδόντων, χημειοθεραπείας παρενέργειες, τομές
στο σαρκίο από φραγκοφονιάδες χειρουργούς, ανικανότητα, πλήξη, βαρεμάρα,
σιχαμάρα, προδοσίες φίλων, τη γκρίνια των γυναικών, οικονομικές αντιξοότητες,
τον κόλαφο των ισχυρών, την οίηση της πόρνης
που ακούγοντας στο ράδιο καψουροτράγουδα της κακιάς ώρας κάμει τον έρωτα
στον αέρα και τέλος όλη αυτή την αποφορά της ζώσας ψυχής και σάρκας που και τον
θεό τον ίδιο μπορεί να οδηγήσει στο να
σταυρωθεί ξανά και αυτή τη φορά χωρίς τα <<παρελθέτω από εμού>> και
τις σχετικές αηδίες.
Απαντήσεις δεν δίδονται. Ίσως και να μην υπάρχουν. Ένα παραμένει
βέβαιο. Τα παιδιά πάντα θα παίζουν με γδαρμένα γόνατα ξυλίκι και αμάδες,
πεπεισμένα από την πρώτη κι όλας τους ώρα, πώς τα φιλιατρά τα πέτρινα των
πηγαδιών δεν οικοδομήθηκαν για να στέκουν οι κουβάδες ορθοί στους καυτούς ήλιους,
παρά για να τους χρησιμεύσουν κάποτε σαν έρθει η ώρα η σωστή, σαν βήμα και
εφαλτήριο προς τα πηχτά σκοτάδια του πάτου που τα προσμένει από γεννησιμιού
τους. Κι αυτό που δεν μπορεί να ξεγελάσει μήτε παιδί της κούνιας, θα ήταν κρίμα
μεγάλο να βρει σε εσένα το πιστό θύμα και να σε σέρνει από τη μύτη σαν αρκούδι
στις γειτονιές του σύμπαντος αναγκάζοντας σε, εκών άκων να μιμείσαι τη νύφη
πριν το κατώφλι της παστάδας που με
μάτι παιγνιώδες και τσακίρικο έχει στο
βρακί της κρυμμένο σε φιαλίδιο, έτοιμο προς χρήση, το άλικο αίμα του κόκορα που θα βεβαιώσει ες
αεί τη χαμένη της παρθενιά.
Τετάρτη 14 Απριλίου 1982
Βερολίνο.
Προσγειώθηκα μετά από μια πτήση όλο αναταράξεις στο Βερολίνο δέκα η ώρα το πρωί. Πήρα το
λεωφορείο για τη πόλη. Ο καιρός μουντός και κρύος δεν θυμίζει σε τίποτα, ότι
στο Νότο έχει μπει μήνες τώρα, η άνοιξη.
Οι άνθρωποι εδώ συνεχίζουν να φορούν
ρούχα βαριά και με χαμηλωμένο βλέμμα ανεβοκατεβαίνουν τις πλατιές λεωφόρους με τα
γκρίζα πεζοδρόμια σαν να μη γνωρίζουν που πηγαίνουν, θαρρείς υπνωτισμένοι.
Τακτοποιήθηκα σε ένα φτηνό ξενοδοχείο της οδού P...ώστε να βρίσκομαι όσο το δυνατόν εγγύτερα στο ιατρείο του δόκτορα Βίλχελμ Κράους. Το ραντεβού είναι για αύριο το πρωί.
Τώρα που επιτέλους βρίσκομαι μακριά από την Αθήνα και σε ένα
περιβάλλον εχέμυθο βέβαιος απόλυτα ότι
τα μυστικά μου δεν πρόκειται να προδοθούν θα έπρεπε ήδη να έχω ξεπεράσει τους
όποιους δισταγμούς μου. Παρόλα αυτά, κάτι μέσα μου με σπρώχνει να πάρω το πρώτο
αεροπλάνο και να γυρίσω πίσω άπραγος. Πες το φόβο μπροστά στο άγνωστο, πες το
αιδώ για αυτά που θα αναγκαστώ να αποκαλύψω παρά τη θέληση μου, πράγματα που κρατώ
τόσα χρόνια κρυφά ακόμα και από εμένα τον ίδιο.
Κατά βάθος φαίνεται ότι είμαι για τα καλά πεπεισμένος ότι τίποτα
το θετικό δεν πρόκειται να βγεί, από τις
συνεδρίες που πρόκειται να έχω με τον ψυχίατρο. Είναι και αυτή η καταραμένη
πνευματική ψύχρα που επικρατεί στη κωλοπόλη επιτείνοντας τη δικιά μου. Δεν
αφήνει πολλά περιθώρια για ελπίδες. Γιατί κακά τα ψέματα. Οι ελπίδες σπάνια
ανθίζουν στις μαργωμένες καρδιές, σαν κι
αυτή που κουβαλώ μέσα στο στήθος μου σα άχθος. Πάντως δεν χάνω τίποτα να κάνω
μια προσπάθεια. Το πολύ πολύ ακόμα μια αποτυχία στο ενεργητικό μου.
Συνηθισμένος είμαι άλλωστε. Έτσι βρεγμένος που είμαι τι έχω να φοβηθώ από τη
πρωινή πάχνη και το ψιλόβροχο;
Μόλις γύρισα από μια νυχτερινή βόλτα στη ήδη κοιμισμένη πόλη.
Στην Αθήνα τέτοια ώρα ο κόσμος ετοιμάζεται για βόλτα και εδώ έχουν κλειστεί από
τις έξη, σαν τις κότες στα κουμάσια τους. Επικρατεί μια ησυχία που τρομάζει τον
άνθρωπο. Μόνο κάτι ξεχασμένα σκυλιά γαυγίζουν που και που τη φωνή τους.
Περπάτησα πάνω κάτω τη λεωφόρο αρκετές φορές προσπαθώντας να κουράσω τα πόδια
και τη ψυχή μου. Η κίνηση των τροχοφόρων αραιή. Έφαγα κάτι πρόχειρο σε μια
φωτισμένη καντίνα και ήπια στα όρθια ακουμπώντας στο πάγκο τρία ποτήρια χλιαρή
μπύρα. Ο Τούρκος καταστηματάρχης, ένας ελεεινός τύπος με λιγδωμένο μουστάκι και
απότομους τρόπους με σταύρωνε με το βλέμμα του καθ΄ όλη τη διάρκεια του
ταπεινού μου δείπνου. Έδειχνε σαν να με γνώριζε από κάπου, σαν να ήθελε να
ζητήσει τα ρέστα από κάποια παλιά παρεξήγηση, προσπάθησε μια δυο φορές μάλιστα να μου πιάσει
και τη κουβέντα. Βλέποντας όμως την θλίψη και την ακοινωνησία που με διακατείχε,
το βούλωσε και αμήχανα αποτραβήχτηκε πίσω από το λερό του πάγκο, αφήνοντας με
στην ησυχία μου. Δεν μου έμενε παρά να γυρίσω στο ξενοδοχείο ελαφρά μεθυσμένος
από το αλκοόλ, σηκώνοντας τους γιακάδες της καμπαρντίνας ως τα αυτιά άξαφνα
παγωμένος από το αγιάζι.
Εδώ και καμιά ώρα καθισμένος στο λόμπυ του ξενοδοχείου,
αγωνίζομαι να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου σε τούτο το ημερολόγιο που πήρα μαζί
μου ακριβώς για τις δύσκολες στιγμές της μοναξιάς. Η ενασχόληση μου με αυτό
έχει αρχίσει να δρα ως αναλγητικό κι είναι μεγάλη ανταμοιβή και παρηγοριά για μένα.
Τρέμω στην ιδέα να κλειστώ στο δωμάτιο. Η κλειστοφοβία μου έχει
επανέλθει ζωντανεμένη από το κλίμα της πόλης.
Τώρα που το σκέπτομαι παρά τις όποιες αντιρρήσεις μπορώ να
διατηρώ, κι αυτές λόγω της ασθένειας μου, η πόλη μου ταιριάζει γάντι. Είναι και αυτή
περίκλειστη, χωρισμένη σε δυο κομμάτια, μπερδεμένη, εμφύλια και μάλλον
καταθλιπτική. Στα τσεκ πόιντς μέσα στη κρύα νύχτα οπλισμένοι φαντάροι με μάτι
άγρυπνο και μούρη αγριεμένη περιμένουν χρόνια τώρα να κάνεις την λάθος κίνηση
για να σε πυροβολήσουν ανάμεσα στα μάτια με την πιο μεγάλη ηδονή ότι πράττουν στο
ακέραιο το καθήκον τους. Οι προβολείς περιστρεφόμενοι σαν από μόνοι τους
με τη σιδερένια τους δομή να ελίσσεται
με ακατανόητη ελαφρότητα παρά τον όγκο τους
ανιχνεύουν τα σκοτάδια ψάχνοντας απεγνωσμένα σάρκα. Το τείχος μπογιατισμένο χαρούμενα χρώματα
ακριβώς για να κρύψει τη μούχλα από τα δάκρυα που έχουν ποτίσει κάθε του πόντο,
έχει πάρει πια μια πνευματική χροιά και δεν χωρίζει μόνο τον τόπο, τέμνει τα
πάντα. Ανθρώπους, συνειδήσεις, την ιστορία, την Κόλαση την ίδια σε δυο όμοια
μέρη. Ανατολική και Δυτική. Μα πάντα και παντού Κόλαση.
Μια τέτοια πατρίδα εγώ δεν τη θέλησα ποτές μου. Μου την επέβαλλαν
δυνάμεις υπέρτερες με ρίζες στην ιστορία δυνατές. Απλά βρίσκομαι αιχμάλωτος
γεγονότων που έχουν επισυμβεί κατά το παρελθόν και με έχουν στιγματίσει δίχως
να φταίω σε τίποτα.
Ως πότε αυτή η αδικία θα με κατατρέχει;
Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα προσπαθήσω να δώσω
απαντήσεις έστω και αν εκ των προτέρων γνωρίζω ότι θα μου στοιχίσουν ακριβά.
Όσο προχωράει η νύχτα και διαφαίνεται η αυγή τόσο γιγαντώνονται μέσα μου οι
δυνάμεις τους φωτός και τούτη την ώρα ότι περισσότερο έχω ανάγκη είναι καθαρό,
ζωογόνο φώς.
Πέμπτη 15 Απριλίου ώρα 3, μέσα στο αεροπλάνο της επιστροφής.
Μόλις επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο. Εξασφάλισα εισιτήριο
καταφέρνοντας να μπω σε λίστα αναμονής. Επιστρέφω αιφνιδίως στην Αθήνα. Γράφω
με το σημειωματάριο στερεωμένο στα πόδια.
Δυστυχώς, δεν υπάρχει ελπίδα για μένα, δεν υπάρχει διαφυγή. Οι
φόβοι μου επανέρχονται κάθε φορά σαν τους φονιάδες στο τόπο του εγκλήματος, ότι
προσπάθεια κι αν καταβάλλω να τους κατανικήσω. Όπως συνέβαινε κατά το
παρελθόν, όπως συμβαίνει ακριβώς και σήμερα, όπως θα συμβαίνει για πάντα μέσα
σε αυτή τη σκληρή ζωή.
Βρισκόμουν στο ιατρείο στις 11 και τέταρτο το πρωί. Το ραντεβού με τον δόκτορα Κράους ήταν φιξαρισμένο για τις
ένδεκα ακριβώς. Είχα περπατήσει ως τα εκεί προσπαθώντας να καταλαγιάσω τον
τρόμο που ένοιωθα να γιγαντώνεται μέσα μου, χαζεύοντας τις βιτρίνες. Σταμάτησα σε ένα καφέ για ένα γρήγορο τσάι προσπαθώντας να καθυστερήσω
όσο μπορούσα περισσότερο.
Το γραφείο του ψυχιάτρου βρισκόταν στο πρώτο όροφο ενός παλιού
κτηρίου που στους πιο πάνω ορόφους στέγαζε τη διεύθυνση των κρατικών ομολόγων.
Ανέβηκα τις μαρμάρινες σκάλες με τα πόδια αποφεύγοντας το ασανσέρ που ακούστηκε
να στριγγλίζει σταματώντας στους ορόφους. Χτύπησα με τη γροθιά μου μια βαριά
πόρτα από μαόνι. Μου άνοιξε καχύποπτα μια ηλικιωμένη με ίσα βαμμένα κόκκινα
μαλλιά. Σαν την πληροφόρησα ότι είχα προγραμματισμένο ραντεβού, έδειξε να
ηρεμεί και ενημερώνοντας με ότι
ονομάζεται φράου Ζέλντα και πώς ήταν η ιδιαιτέρα του γιατρού, μου ξεκαθάρισε ορθά κοφτά ότι το ραντεβού μας
θα λάμβανε χώρα αρκετή ώρα αργότερα από την κανονισμένη, καθότι ο γιατρός
αντιμετώπιζε κάποιο επείγον περιστατικό στη κλινική. Έτσι θα χρειαζόταν να τον
περιμένω μάλλον αρκετά.
Με έβαλε να καθίσω σε μια παλιά ντυμένη με πράσινο δέρμα
πολυθρόνα και με ρώτησε ευγενικά εάν θα ήθελα να πιώ κάτι. Αρνήθηκα.
Άρχισα να μην αισθάνομαι καλά.
Τα πόδια μου ξεκίνησαν να τρέμουν δίχως να μπορώ να κάνω κάτι για
να τα συγκρατήσω.
Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Το μικρό πορτατίφ πάνω στο τραπεζάκι
που χρησιμοποιούσε σα γραφείο η φράου Ζέλντα έδειξε να στριφογυρίζει γύρω από
το κέντρο του προκαλώντας μου μια
ακατάσχετη τάση για εμετό. Η κλειστή πόρτα που οδηγούσε στο ιατρείο φάνηκε να
ανοίγει απότομα και με θόρυβο. Κάτι απροσδιόριστο στην αντιληπτική μου
ικανότητα έδειξε να βγαίνει από εκεί μέσα και να έρχεται κατά πάνω μου. Έκανα
μια κίνηση να το αποφύγω κάτω από τα έκπληκτα μάτια της ιδιαιτέρας που για μια
στιγμή έδειξε να θέλει να κρυφτεί χαμηλώνοντας πίσω από το στενό της γραφειάκι.
Πετάχτηκα ως τη μαονένια πόρτα και ανοίγοντας την με βιασύνη κουτρουβάλησα τις σκοτεινές σκάλες. Πνιγόμουν. Μου χρειαζόταν
αέρας και φώς. Βγήκα σχεδόν τρέχοντας από τη κεντρική είσοδο προς μεγάλη
έκπληξη των περαστικών που γύρισαν τα
κεφάλια τους και με παρακολουθούσαν μέχρι που έστριψα στη πρώτη γωνία.
Ήταν φανερό. Δεν ήθελα αυτή τη συνάντηση. Ποτέ μου δεν την
επιζήτησα. Και αν είχα περιέλθει τώρα σε αυτή την άβολη κατάσταση, για όλα
έφταιγε αυτή η καταραμένη απαντοχή πως όλα θα έβρισκαν τη λύση τους σχεδόν
αβρόχοις ποσί με μια μόνο επίσκεψη σε έναν Βερολινέζο ψυχίατρο. Το πρόβλημα
έδειχνε πολύ πιο περίπλοκο. Χρειάζονταν άντερα και εντόσθια γερά να υπομείνω τη
βάσανο και εγώ το μόνο που διέθετα εκείνη την ώρα ήταν ένα στομάχι που δεν ήταν
σε θέση να αντέξει ούτε δεύτερο τσάι. Φυγή, φυγή. Πήρα ταξί για το ξενοδοχείο,
μάζεψα άρον άρον τα μπαγκάζια μου και καβαλώντας το λεωφορείο κατευθύνθηκα στο αεροδρόμιο. Στήθηκα στη λίστα αναμονής σχεδόν ικετεύοντας την υπεύθυνη του γκισέ προφασιζόμενος οικογενειακό πρόβλημα και κατάφερα να
μπω στο αεροπλάνο των τρεις και δέκα.
Αυτή τη στιγμή τροχοδρομούμε προς τον διάδρομο για την
απογείωση. Νοιώθω κάπως ανακουφισμένος που κατάφερα να αποφύγω το γιατρό και τη
δοκιμασία της εξέτασης. Ίσως επιστρέφοντας στην Αθήνα τα πράγματα αποδειχτούν
διαφορετικά από ότι τα άφησα. Εάν πρέπει τέλος να αντιμετωπίσω τους χειρότερους
εφιάλτες ας το κάνω τουλάχιστον μόνος μου δίχως τη βοήθεια ειδικών που τις
περισσότερες φορές το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν ακόμα χειρότερα τις
πιο μύχιες περιοχές των ασθενών τους.
Θα μπορούσε κάποιος με περισσή ευκολία να κατηγορήσει το
συγγραφέα για διάφορες ελλείψεις πραγματικές η φανταστικές που έχουν να κάνουν
με τον τρόπο που αυτός αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τη δομή, την ανάπτυξη
και τη λογοτεχνική απόδοση των ιστοριών που αφηγείται. Εδώ που τα λέμε έχει να
κάνει ζάφτι χιλιάδες διαβόλους που ευκαιρίας δοθείσης μπορούν να μετατρέψουν σε
μπάχαλο τις όποιες του προσπάθειες. Την περασμένη Κυριακή παραδείγματος χάριν,
έγκριτη εφημερίδα των Αθηνών δημοσίευσε στις λογοτεχνικές σελίδες της κριτική
για την πρόσφατη νουβέλα ενός από τους πιο καταξιωμένους συγγραφείς της
νεώτερης Ελλάδας. Τι του έσερναν μέσα εκεί του δόλιου, μήτε η σκούπα τα σούρνει.
Λάθη συντακτικά, αβλεψίες σημασιολογικές, ασάφειες διάφορες, ποιητικές
φιοριτούρες αμφιβόλου αισθητικής, διάφορα τέτοια.
Ο νεώτερος συνάδελφος του φιντανάκι παρά τα πενήντα του χρόνια
διάβαζε μαργωμένος τη κακιωμένη κριτική, πίνοντας καφεδάκι με τη γυναίκα του,
πρωινό Κυριακής στο μπαλκόνι και τόσο αναστατώθηκε από τη χολή που έσταζε η
φυλλάδα στο καρό τραπεζομάντιλο, ώστε παίρνοντας τα πόδια του γύρισε να πέσει
ξανά στα ρούχα απογοητευμένος του θανατά.
<< Εδώ καράβια χάνονται>>, μονολόγησε και αποφάσισε
σε πρώτη ευκαιρία να κάνει delete στην νουβέλα που ετοίμαζε καιρό τώρα με πόθο κρυφό στη καρδιά να
τη δει μια μέρα τυπωμένη έστω και ιδίοις αναλώμασι. Αν λοιπόν του δοξασμένου
λογοτέχνη του βρίσκανε όψιμα τόσα κουσούρια, φαντάσου τι είχαν να πουν για δαύτον.
Χώρια που θα ξεφτιλιζόταν σε γνωστούς και φίλους που ως εκείνη
τη στιγμή κάποια τέλος πάντων έδειχναν επιείκεια στα πρωτόλεια του,
ενθαρρύνοντας τον χλιαρά να προχωρήσει στην άχαρη αυτή Τέχνη.
Παρόλα αυτά γύρω στο μεσημεράκι, κατά την ώρα του γεύματος, λίγο
το νόστιμο φαί της κυράς του, λίγο ο άφθονος οίνος που κατανάλωσε με βουλιμία
αλκοολικού, κατάφεραν να τον κάνουν να ξαναβρεί τη χαμένη του αυτοπεποίθηση ώστε να συρθεί μπροστά στην
οθόνη του υπολογιστήρα του και να ρίξει μέσα στο σκληρό δίσκο δύο κεφάλαια ολόκληρα μονοκοπανιάς.
Ο ήρωας του πήρε ξανά κεφάλι. Ο ίδιος ο συγγραφέας τον είχε από
καιρό αποφασισμένο. Με τη πρώτη ευκαιρία θα τον πέθαινε και μάλιστα κάτω από
συνθήκες αποτρόπαιες. Δεν γινόταν διαφορετικά. Ο μουσικός του έπρεπε να
τελειώσει τις μέρες του στα χέρια ενός τυχαίου εραστή που θα είχε ψωνίσει νύχτα
από τη Συγγρού. Μόνο ένας άνδρας και μάλιστα τέτοιας ελεεινής υποστάθμης θα
μπορούσε να κάνει πράξη αυτά που θα του ζητούσε ο ήρωας του.
Αστεία πράγματα. Ο χαρακτήρας επαναστατούσε και μάλιστα με
θόρυβο πολύ που έκανε τη γυναίκα του συγγραφέα να στήνει αυτί μπας και καταλάβει
από ποιόν προέρχονταν οι έντονες ομιλίες μέσα στο γραφείο του ανδρός της.
<<Ποιος σου είπε ρε μαλάκα ότι είμαι ομοφυλόφιλος; Μοιάζω;
Βλέπεις κάτι πάνω μου, στο χαρακτήρα μου κοντολογίς που να σε προϊδεάζει για κάτι
τέτοιο; Μπας και ελόγου σου είσαι τέτοιος, ντιγκιντάγκας να πούμε και προσπαθείς
να πλάσεις και μένα καθ΄ εικόνα που λένε και καθ΄ομοίωση;
Σαν με έχεις για πεθαμό, πέθαινε με που να σε πάρει ο διάολος.
Βάλε με να τελειώσω τις χάρτινες μέρες μου πέφτοντας από ένα γκρεμό, κάτω από
τις ρόδες ενός αυτοκινήτου, στα χέρια μιας πόρνης αν είναι βολετό. Δεν με
νοιάζει. Μόνο κράτα μακριά τους πούστηδες. Δεν θα το αντέξω με τίποτα αυτό.
>>
Ο συγγραφέας ένοιωθε ανίκανος να επιβάλλει την θέση του. Έτσι
αποφάσισε να μην του πάει κόντρα.
<< Στα χέρια μιας πόρνης>>, μονολόγησε, <<όπως
γουστάρεις φιλαράκο, αλλά μην μου έρθεις και μου ζητάς τα ρέστα κατόπιν. Μη
νομίζεις ότι και
έτσι θα τη βγάλεις καθαρή.>>
Ο τρόπος είχε το λοιπόν προαποφασιστεί. Θα τον έστελνε από
πνιγμό. Με τη ντροπή μιας παραφιλίας. Με αυτό το στίγμα είχε κάποτε γεννηθεί
όντας βρογχιασμένος τον λώρο του, με αυτό το κουσούρι τον είχε προικίσει ο
πατέρας του ραντίζοντας τον με τον δικό του θάνατο, έτσι θα τον ξεπροβόδιζε και
ο ίδιος στέλνοντας τον στον αγύριστο και ακόμα παραπέρα.
Την ιδέα αυτή του την είχε δώσει ένα σύγγραμμα ιατροδικαστικής
που συχνά μελετούσε καθώς και ο πρόσφατος θάνατος ενός αγαπημένου ηθοποιού της
πρώτης νεότητας του, του Ντέιβιντ Καραντάιν. Το σήριαλ Κουγκ Φου όπου και
πρωταγωνιστούσε τη δεκαετία του εβδομήντα, είχε στοιχειώσει κάποτε τα κρύα
απογεύματα στο πατρικό σαλόνι.
Μπήκε λοιπόν στο Διαδίκτυο και άρχισε να σερφάρει. Γύρευε
πληροφορίες για αυτή τη εκτροπή του γενετήσιου ενστίκτου, την ασφυξιοφιλία.
Άνοιξε κάμποσες σελίδες.
Σε μια από αυτές πληροφορήθηκε ότι αυτή η παραφιλία αποτελούσε
κάποτε θεραπεία κατά της ανικανότητας. Τον 17 ο αιώνα οι γιατροί εμπνεύστηκαν
από τους δημόσιους απαγχονισμούς και προχώρησαν στη τελειοποίηση μιας μεθόδου
που υποσχόταν να δώσει κάτι από το χαμένο τους σφρίγος σε άνδρες απελπισμένους.
Σε άλλη σελίδα, ένας παθολόγος εξηγούσε ότι πολλές φορές αυτή η
πρακτική μαθηματικά οδηγεί σε ανοξαιμική βλάβη του εγκεφάλου συνεπεία καρδιακής
ανακοπής.
Είχε μαζέψει αρκετές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν στο έργο
του όταν αποφάσισε να ανοίξει και μια τελευταία σελίδα που του κίνησε τη
περιέργεια.
Με την πιο μεγάλη έκπληξη άρχισε να μεταφράζει γραμμή-γραμμή το
κείμενο που επιγραφόταν Kotzwarrism και δεν μπορούσε να
πιστέψει στα μάτια του.
Kotzwarrism
Μορφή σεξουαλικού μαζοχισμού κοινώς ασφυξιοφιλία που πήρε το
όνομα του από τον μουσικό Κotzawarra που πέθανε το 1791 όταν μια πόρνη συμφώνησε να του σφίγγει το
λαιμό ως μέρος του σεξουαλικού παιχνιδιού.
Πληκτρολόγησε στο Μοτζίλα το όνομα Κοtzwara
χτύπησε με λύσσα το έντερ.
Η Wikipedia του φάνηκε ότι καλύτερο για να βρει περισσότερες πληροφορίες.
Διάβασε.
Frantisek Kotzwara
(1730-1791)
Βιρτουόζος του κοντραμπάσσου και συνθέτης
Ζωή
Ο Kotzwara γεννήθηκε στη Πράγα της Βοημίας και διήγε νομαδικό βίο.
Ταξίδευσε ανά την Ευρώπη συμπράττοντας με πολλές ορχήστρες.
Πέρασε την ώριμη περίοδο του στην Αγγλία όπου οι συνθέσεις του
άρχισαν να δημοσιεύονται από το έτος 1775 και μετά. Αυτές περιλαμβάνουν
κουαρτέτα εγχόρδων, σερενάτες καθώς και τρίο εγχόρδων.
Το μόνο έργο του όμως που έτυχε κάποιας αναγνώρισης ήταν<<
η μάχη της Πράγας>>, μια σύνθεση εμπνευσμένη από τη μάχη που έλαβε χώρα
στην Πράγα μεταξύ του βασιλείου της Πρωσίας και της Αυστρίας.
Η <<μάχη της Πράγας>>, υπήρξε τόσο δημοφιλές έργο
κατά τη διάρκεια του 18 ου και 19 ου αιώνα ώστε ο Μάρκ Τουέιν να το μνημονεύει μέσα σε ένα βιβλίο του.
Θάνατος
Στις 2 Αυγούστου του 1791 ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο, ο Kotzwara
επισκέφτηκε μια πόρνη επ΄ονόματι Σουζάνα Χίλλ
στη Vine street στο Ουέστμινστερ.
Μετά τον δείπνο απεσύρθησαν στα διαμερίσματα της πόρνης όπου ο
συνθέτης αφού πλήρωσε δύο σελήνια απαίτησε από την έκπληκτη Σουζάνα να του
αποκόψει τους όρχεις. Όταν αυτή αρνήθηκε να προβεί σε μια τέτοια πράξη αυτός
έδεσε έναν επίδεσμο γύρω από το πόμολο της πόρτας ενώ το άλλο μέρος το πέρασε
γύρω από το λαιμό του και προσπάθησε να έλθει σε γενετήσια επαφή μαζί της. Ο
μουσικός πέθανε και είναι ο πρώτος καταγεγραμμένος θάνατος από ερωτική ασφυξία.
Η Σουζάνα Χιλ δικάστηκε για τον θάνατο του συνθέτη αλλά εν τέλει
αθωώθηκε. Το δικαστήριο πείστηκε από τη μαρτυρία της για τα πραγματικά αίτια
του θανάτου του συνθέτη. Τα αρχεία που κρατήθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης με
εντολή του δικαστηρίου καταστράφηκαν για να αποφευχθεί το σκάνδαλο αν και
κάποιο αντίγραφο των πρακτικών κατάφερε να διασωθεί εν τέλει. Πιστεύεται ότι
αυτό το αντίγραφο χρησιμοποιήθηκε για να εκδοθεί ένα λαϊκό φυλλάδιο για το
γεγονός, που περιελάμβανε και τη μαρτυρία της Χιλ.
Το 2005 ένας ραδιοφωνικός διαγωνισμός που οργανώθηκε από σταθμό
της Πράγας οδήγησε έναν ακροατή να αποκαλύψει ότι τα πρακτικά της δίκης δεν
καταστράφηκαν αλλά με κάποιο τρόπο κατάφεραν να διασωθούν στη βιβλιοθήκη Francis Countway στη Βοστόνη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το 1984 ένα άρθρο με τον τίτλο
Η γλοιώδης τελευτή του Φράντισεκ Κοτβάρα συνθέτη της <<Μάχης της
Πράγας>>, δημοσιεύτηκε στην Αμερικάνικη επιθεώρηση Ιατροδικαστικής και
Παθολογίας.
Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Το γεγονός της ύπαρξης ενός τέτοιου
συνθέτη και μουσικού που τελεύτησε κάτω από τέτοιες αποτρόπαιες συνθήκες του
φάνηκε εξαιρετικά παράδοξο. Από ποια αναθεματισμένη σύμπτωση ο δικός του ήρωας
αυτός που είχε πλάσει με τη δύναμη του μυαλού του και μόνο, έμοιαζε τόσο στη
ζωή και τον θάνατο με τον άγνωστο για αυτόν παρότι ρέκτη της κλασσικής
μουσικής, συνθέτη του Διαδικτύου;
Ο δικός του μουσικός ο Σοφοκλής Χόρστ που έπαιζε βιολοντσέλο στη Λυρική ακριβώς όπως
ονειρευόταν να πράξει κάποτε και ο μεγάλος του γιός ο Απόστολος σπουδαστής
ακόμα στην Ανωτέρα Τάξη του βιολοντσέλου, μπορεί να είχε επιβάλει τη παρουσία
του και τη θέληση του ετσιθελικά , μα με κανένα τρόπο δεν αποτελούσε κάτι
αλλότριο και ξένο στη ψυχοσωματική του πραγματικότητα, ούτε έδειχνε να έρχεται
από κάπου έξω μακριά φάντασμα αλλότριο μιας ταραγμένης ψυχής που ταξίδευσε από
κάποιο σκοτεινό υπερπέραν ως τις μέρες του για να διασαλεύσει τη τάξη του
σύμπαντος.
Και ως εκ τούτου παρέμενε μυστήριο που όσο και αν έστυβε το
μυαλό του λύση να δώσει δεν μπορούσε.
Το μόνο πια που μπορούσε να πράξει ήταν γυρίζοντας με τον
κέρσορα το κείμενο πίσω στο σημείο όπου ο ήρωας του ονειρεύεται τον πατέρα του
να σηκώνεται από το φέρετρο, να βάλει στο στόμα του χαμένου στρατιώτη, τη φράση
Φράντισεκ, Φράντισεκ ως φόρο τιμής στον μόλις αποκαλυφθέντα συνθέτη.
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 1983
Πρώτη φορά σχεδόν ένα χρόνο μετά από την τελευταία εγγραφή που
ανοίγω και πάλι τούτο το σημειωματάριο. ΄Ετσι το θέλησε η ανάγκη. Απόψε νοιώθω
σαν κάποιον που τον βαραίνει έγκλημα βαρύ και δεν βρίσκεται πουθενά σε αυτόν
τον κόσμο ο εξομολογητής του.
Μόλις γύρισα από την συνηθισμένη μου βραδινή περιπλάνηση. Μήνες
τώρα σχεδόν από το τέλος του φθινοπώρου όχι μόνον αισθάνομαι μα και είμαι στην
πραγματικότητα με σάρκα και οστά, ο ταλαίπωρος οδοιπόρος του Σούμπερτ στο
Χειμωνιάτικο ταξίδι του.
Σαν πάρει να μουχρώνει βγαίνω από το σπίτι να περπατήσω τους
βρεγμένους, έρημους δρόμους που οδηγούν στα νεκροταφεία της περιοχής. Έχω
βλέπετε το προνόμιο να γειτνιάζω όχι με ένα άλλα δύο κοιμητήρια, παρατεταγμένα
το ένα δίπλα στο άλλο, στρατιωτάκια της θλίψης πιστά. Την ώρα αυτή που έχω
διαλέξει να κάνω το περίπατο μου, τα πάντα δείχνουν να ησυχάζουν. Πονεμένοι,
χήρες, νεκροθάφτες,παπάδες, καντηλανάφτρες, έχουν πάρει πόδι γυρνώντας στη προσωρινή ασφάλεια της οικίας
τους. Μόνον οι φωτεινές επιγραφές των γραφείων κηδειών και των μαρμαράδικων,
φωτίζουν την απόγνωση μου. Τσίγκινες οστεοθήκες, κορνίζες κεραμικές,
κλαμπατσίμπανα του θανάτου εν γένει, στραφτοβολούν κάτω από ρωμαλέους λαμπτήρες
-άστρα από καιρό σβησμένα που όμως
στολίζουν τον ουρανό ακόμα με τη
παρουσία τους - φανερώνοντας μου το προκαθορισμένο μέλλον. Δεν είναι λίγες οι
φορές που σταματώντας εμπρός από μια κουκουλωμένη νεκροφόρα στέκω και τη
παρατηρώ μέσα στη προσωρινή της απραξία προσπαθώντας να φανταστώ τον αυριανό
της ένοικο που άψυχο θα τον περάσουν από το δρόμο που έφθειρε τον βίο του για
να τον οδηγήσουν κατόπιν στο σκουπιδότοπο της σάρκας, το καθ΄υπερβολήν ονομαζόμενο
κοιμητήριο.
Όλοι οι άνθρωποι είμαστε για γέλια τρανταχτά. Λιγοψυχούμε και με
τις λέξεις ακόμα. Κροταλίζουμε τα δόντια από τρομάρα σχεδόν για το κάθε τι. Από
το αίμα της περιόδου ως το αποτέλεσμα μιας εξέτασης για προστάτη. Ο θάνατος βλέπεις έχει τα
σκήπτρα και τα τσακίζει απάνω στις καμπούρικες πλάτες μας με κάθε ευκαιρία.
Εγώ πήρα άλλη ρότα, μοναχική. Εξοικειώθηκα με το ανεπίστροφο,
την αίσθηση εκείνη της ανημποριάς μπροστά στο απευκταίο, τη γεύση του κονιάκ στο στόμα μετά από μια κηδεία.
Η μουσική μόνο κυλάει ακόμα μέσα μου βουερή αν και έχει
μετατραπεί πια σε έναν σκοτεινό Αχέροντα που με παρασέρνει με το έτσι θέλω,
στον κάτω κόσμο. Δεν προσπαθώ να κολυμπήσω. Προτιμώ να αφήνομαι με τη
μεγαλύτερη ηδονή στο ρεύμα που αφρίζοντας ολοένα και πιο εντυπωσιακά δείχνει να
θέλει να με καταπιεί αύτανδρο σε αυτή τη πορεία του προς τη θάλασσα της
αιωνιότητας. Και μένω με τη κούφια ελπίδα ότι ίσως κάπου με ξεράσει, σε έναν τόπο φωτεινό και μακάριο λεύγες μακριά
από τις μιζέριες τούτου του κόσμου, λευτερώνοντας με από τα δεσμά μου στο
διηνεκές.
Απόψε το δράμα δείχνει να οδηγείται στη τελική του λύση. Οι
φύλακες όπως πάντα δεν γρηγορούν. Κοιμούνται τυλιγμένοι στους μαύρους τους μανδύες αφήνουν τον εχθρό να παρελαύνει με όλο του το
φουσάτο στη κυριευμένη πολιτεία. Διάθεση καμία δεν δείχνουν να κρατήσουν τις κερκόπορτες,
να υπερασπιστούν Μεσολόγγια. Είμαι άοπλος, ίδιος Χριστός στον κήπο της
Γεσθημανή, αραγμένος στα μουράγια της κατάθλιψης δίπλα στον νέο που αργότερα
κατά τη μεγάλη φυγή θα χάσει τον μανδύα του μένοντας γυμνός. Ποιος είναι αυτός
ο νέος δεν ρωτώ. Ίσως η ψυχή μου που προετοιμάζεται εντατικά για την απόλυτη
γυμνότητα, ίσως η σάρκα μου που ήδη κρέμεται στο τσιγκέλι του θεού, ενός θεού
που δεν θέλει να αλλάξει τίποτα, ενός θεού που για να ισχυροποιήσει τη παρουσία
του σε αυτή τη ζήση είναι ικανός να ξεπουλήσει ως και τα γυαλικά ακόμη
παίζοντας τα αργότερα στο ζάρι.
Τυχαιότης. Πόσες προσευχές δεν άναψαν εμπρός από το βωμό σου,
και όλες επί ματαίω;
Προχθές ήταν η τελευταία παράσταση της <<Δύναμης του
Πεπρωμένου>>. Δεν πήγα, δεν ήμουν σε θέση. Την άλλη μέρα μου τηλεφώνησε
το κοντσερτίνο έξαλλος πολύ και απειλούσε ότι θα εισηγηθεί στο συμβούλιο την
απόλυση μου. Τον έστειλα στο διάβολο και αυτόν και το σκάμμα όπου πέρασα μαύρες
ώρες. Η κατάσταση είχε καταντήσει εφιαλτική. Δεν μπορούσα μήτε να ανασάνω εκεί
μέσα. Κάθε παράσταση ήταν για μένα ένας μικρός θάνατος. Όσες φορές μπόρεσα,
άλλοτε προφασιζόμενος ασθένεια άλλοτε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, απέφυγα
τη κατάβαση στο λάκκο εκείνο των λεόντων που τόσο μου αναστάτωνε τη ψυχή ώστε μόνο με φάρμακα να καταφέρνω να
λειτουργώ και πάλι στοιχειωδώς.
Σε λίγο θα ξαναπάρω τους δρόμους. Αυτή τη φορά δίχως επιστροφή.
Με περιμένει εκείνη. Ο μόνος άνθρωπος που μπόρεσε να κατανοήσει και να καρφώσει
το βλέμμα εντός μου χωρίς να δειλιάσει, να αντραλιστεί. Για αυτό και μόνο της
χρωστώ απέραντη ευγνωμοσύνη. Μα δυστυχώς πες από τη μοίρα, πες από συγκυρία
φρικτή, είναι σημαδεμένη από την μοίρα, να υποστεί τα πάνδεινα. Και εγώ δεν
είμαι σε θέση να την προφυλάξω. Χρειάζομαι ένα θύμα σε ρόλο θύτη και αυτόν το
ρόλο μόνο εκείνη μπορεί να τον φέρει εις
πέρας και μάλιστα με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας. Όλες μας οι πρόβες μέχρι
στιγμή αποδείχτηκαν επιτυχημένες, σχεδόν έχω καταφέρει να την πείσω ότι όλα
είναι μόνο και μόνο ένα παιχνίδι ερωτικό ενός ανθρώπου που ξεστράτισε κάποια
στιγμή στη ζωή του. ΄Ισως πάλι και να μην με πιστεύει, τι σημασία έχει;
Πολλές φορές συλλογιέμαι μην και είναι ερωτευμένη μαζί μου. Δεν
τολμώ να φανταστώ ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μα δυστυχώς όλα σε αυτό το συμπέρασμα οδηγούν. Τα χρήματα
είναι φορές που δεν θέλει με καμία δύναμη να τα δεχτεί. Τα παίρνει μόνο μετά
από δικιά μου αφόρητη πίεση.
Μέχρι και πριν από λίγο ήμουν αποφασισμένος να καταστρέψω αυτό
το ημερολόγιο καθώς και κάθε στοιχείο της προσωπικής μου ζωής που θα μπορούσε
εν δυνάμει να γίνει στοιχείο και όργανο ενός πιθανού μελλοντικού μου
εξευτελισμού. Επεκράτησαν σκέψεις ωριμότερες. Δίχως το ημερολόγιο αυτό η δόλια
δεν θα είχε καμιά ελπίδα να την σκαπουλάρει πράγμα που δεν το θέλω ούτε και
ποτές μου επιζήτησα. Απλά αυτή έχει ξεχωρίσει μέσα από χιλιάδες άλλες να
υποστεί την βάσανο που ομολογώ ευθαρσώς καθόλου δεν της άξιζε. Θα είναι το
όργανο, το ακούσιο μέσο για να προχωρήσει η ζωή μπροστά έστω και αν αυτό το
μπροστά σημάνει πάραυτα και τη δική μου τελευτή. Κλείνω με τη προτροπή προς το
μελλοντικό αναγνώστη που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ένστολος, να σκύψει όσο
δυνατόν με κατανόηση πάνω από τις
σελίδες αυτές για να αποκρυπτογραφήσει ότι είναι να αποκρυπτογραφηθεί. Για
περισσότερο δεν ήμουν ικανός, δεν είχα τα κότσια. Ούτε απέναντι στον εαυτό μου,
ούτε προς χάριν της υστεροφημίας μου. Την
δύσκολη αυτή ώρα που τα περιθώρια δείχνουν να στενεύουν, αλήθειες δεν
εκστομίζονται εύκολα, προσευχές δεν αναπέμπονται, ο καπνός της θυσίας
καμπουριάζει.
Ποτάμι είμαι και στο διάβα μου ασπρίζω πηγαίνοντας να χυθώ σε
μια απέραντη θάλασσα αποδοχής και γλυκασμού, να σβήσω για πάντα αφήνοντας πίσω
μου ύδατα να βράζουν, σωσίβια να
αναδύονται στην επιφάνεια με γραμμένο στη περιφέρεια τους το όνομα μου,
σηματοδοτώντας έτσι στα παραπλέοντα με σαφήνεια τη θέση του φρικτού ναυαγίου.
Λόγος πέμπτος
Αλήθεια ποιος είμαι εγώ που ιστορώ παλεύοντας με νύχια και
δόντια να σαρκώσω έναν ήρωα που κατά βάθος με μισεί με όλη τη δύναμη της
χάρτινης ψυχής του;
Τι γυρεύω γυμνός στα δάση της έμπνευσης, μουσκεμένος από την
υγρασία των λέξεων και την απίστευτη λογοδιάρροια του εγγαστρίμυθου;
Σαν τι τάχα μάγια με κρατούν στα δίχτυα τους σπρώχνοντας με στα
δόντια της αράχνης που ροκανίζει αχόρταγα επιρρήματα, προθέσεις συνδέσμους, ότι
τέλος πάντων μέρη του λόγου βρίσκει εύκαιρα και τα καταπίνει μονομιάς,
αδυνατώντας όμως παρόλα αυτά να δώσει δύναμη και ζέση στο αχαμνό της σώμα, το
λιμασμένο της μάτι ;
Η απάντηση όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι
σαφής και κατηγορηματική.
Εγώ είμαι ο κανένας. Το όνομα που μου έδωσαν δανεικό. Τυχαία μου
χαρίστηκε. Τούτη η σάρκα η ταπεινή, κρύβει σκοτάδια και μηδέν και τάφους. Και παραμορφώνεται
δυστυχώς ολοένα προς το χειρότερο. Τα πόδια δεν βαστούν καθόλου. Πέφτουν τα
δόντια, τα μαλλιά. Φρικωδία. Το τέλος σιμά. Και στο μυαλό καταχωνιασμένη πάντα
η αρχαία κατάρα του Αδάμ.
Στο ψητό του φούρνου μεσημέρι γιορτής, οσμίζομαι το ολόλαμπρο σφαγείο,
στο κοκορέτσι που γυρίζει μιαν Κυριακή Λαμπρή τα χυμένα, άλικα έντερα ενός
σφαδάζοντος αρνίου. Σε κάθε άνθρωπο συναντώ το πίθηκο και ξεχωρίζω καθαρά το περίγραμμα της κάσας του γύρω από τους
ώμους και τη κάρα σκεπασμένη το ναυτικό κασκέτο. Το γλυκύτερο αιδοίο κρύβει την
μελλοντική του ακράτεια, τα θαλερά στήθη την σίγουρη πτώση τους. Η νύφη είναι
το δόλωμα, το πτώμα είναι το γέρας.
Δεν θέλω να ζω καθώς αρμόζει σε κάποιον της ηλικίας μου και της
κοινωνικής μου θέσης. Την αλήθεια μόνο γυρεύω και η αλήθεια είναι ότι όλοι μας
είμαστε εν δυνάμει τέρατα. Το καλό παιδί, παραμύθι είναι γλυκόπιοτο και το
αφήνω αμανάτι σε άλλους πιο επιδέξιους.
Ελόγου μου θέλω να είμαι σαν ένας εραστής που έχοντας φάει τη
σκορδαλιά με το κουτάλι, τραβάει ακάθεκτος για το πρώτο του ραντεβού με τη
καυτή του ανάσα να πυρπολεί τον ανοιξιάτικο αγέρα, σαν ένας οργισμένος καμικάζι
με την απόδειξη του γραφείου τελετών
στην εσωτερική τζέπη του μπουφάν του που οδηγεί τη χιλιάρα προς τη μάντρα με τα
παλιοσίδερα σίγουρος πως η αιωνιότης ταμένη από μια μάνα χήρα και βαριά θρησκευάμενη ήταν
λόγος πανηγυριώτικος μιας λωλής γριάς στα πρόθυρα του Αλτσχάιμερ.
Αν ήταν μπορετό κάποτε να ξαναγεννηθώ, το δρόμο θα πάσχιζα να βρω,
αυτόν που οδηγεί πίσω στη μήτρα τη σκοτεινή και ρούπι δεν θα ξεμυτούσα.
Ο δίσκος, ο βαρύς ο ασήκωτος που τη συμφωνία της ζήσης μου
βαρεί, σίγουρο είναι πώς θα κολλήσει. Για αυτό δα είμαι βεβαιωμένος με το
παραπάνω. Παρόλα αυτά συνεχίζω μετρώντας τα δευτερόλεπτα που με χωρίζουν από το
αναπόφευκτο κόλλημα με ένα αίσθημα περηφάνιας τραγικής.
Τα όμορφα λόγια είναι για τους κουτούς και τους ανίδεους. Στα
νυχτέρια το βυθό περπατώ και τη λάσπη του. Εκεί μου πρέπει να βυθιστώ, εκεί οι
ελπίδες μου. Λένε κάποιοι πώς η ζωή είναι γλυκιά κι πρέπει να την ζεις δίχως
πολλές σκέψεις και σκοτούρες που αμαυρώνουν την ωραία εικόνα. Ναι και εγώ θα
συμφωνήσω. Η ζωή είναι γλυκιά, πολύ γλυκιά.
Μόνο που εγώ πάσχω από ζάχαρο…
΄Ακουσε να δεις κύριε δημοσιογράφε μου. Έτσι να τα γράψεις όπως
σου τα λέω ακριβώς. Μόνο ονόματα και τέτοια άσε απ΄έξω. Δεν ξέρω πώς τα
φτιάνετε εσείς στις εφημερίδες αλλά δεν θέλω να γίνω σούργελο στη κοινωνία,
αρκετά έχω τραβήξει ως τα τώρα. Ο δικηγόρος μου είπε πώς είσαι καλό παιδί, πολύ
εντάξει τύπος και μπορείς να βοηθήσεις τη κατάσταση.
Έτσι το αποφάσισα. Κι άλλοι μου είπανε να μιλήσω στις εφημερίδες,
να διηγηθώ την ιστορία μου. Μέχρι λεφτά που μου τάξανε μερικοί. Αλλά εγώ τι να
τα κάνω τα λεφτά; Την αλήθεια θέλω να πω,
γιατί μόνο η αλήθεια μπορεί να με βοηθήσει στη δύσκολη θέση που βρίσκομαι.
Εγώ η κακομοίρα σε τίποτα δεν φταίω. Σα χαζή
πήγα κι έπεσα στα χέρια του. Για όλα αυτός. Ο Σοφοκλής. Ούτε και που τον ήξερα
πρωτύτερα. Ήρθε γυρεύοντας και με έφερε στα νερά του λάου λάου δίχως να το πάρω
χαμπάρι. Η αλήθεια είναι πώς τίποτα δεν
μου ταξε. Καλός φαινόταν. Τίμιος, χουβαρντάς. Ήταν και ο άνθρωπος μου στη
φυλακή επί μαστρωπεία. Γελάστηκα. Νόμιζα ότι είχα να κάνω με έναν συνηθισμένο
άντρα. Τα λόγια του με αναστάτωναν. Φορές με έκαναν να κλαίω. Είχε μια
ευαισθησία σα μικρού παιδιού. ΄Εδειχνε να με έχει βρει αποκούμπι του. Με
μαεστρία μου γύρισε τα μυαλά και στο τέλος με έπεισε να τον βοηθήσω στο
πρόβλημα του. Αν δεν μπορούσα και εγώ τότε ποια; Τα πράγματα ήταν απλά. Ζητούσε
πράγματα που σε μια σχέση συνηθισμένη δεν θα μπορούσε να τα έχει. Στην αρχή θάρρευσα ότι το πρόβλημα του ήταν απλό και ότι όλα θα
κυλίσουν ήρεμα. Που να ξερα η δόλια ότι αυτός άλλα είχε βάλει στο μυαλό του και
πώς ετοίμαζε να αυτοχειριαστεί με χέρια δανεικά;
Δεν μπορούσα να το γνωρίζω αυτό από πριν. Αλλιώς θα του χα γυρίσει
τα μυαλά με τον τρόπο μου, θα του είχα αλλάξει τη γνώμη.
Αλλά καλλίτερα να σου τα πω
όλα από την αρχή με μια τάξη και σειρά γιατί φοβούμαι ότι σε μπέρδεψα πολύ με
τη φλυαρία μου.
Ονομάζομαι Αγγελική Παπατσίρου και η μοίρα το φερε να καταντήσω πουτάνα. Όχι δεν θα σε
παραμυθιάσω με τα γνωστά, ότι κάποιος δηλαδή μπερμπάντικα με ξεπαρθένεψε στα
δώδεκα και με έβγαλε στο κουρμπέτι, ή ότι με πασπάτευε ο πατέρας μου κρυφά από
τη μάνα και πώς αναγκάστηκα να φύγω από
το σπίτι. Όχι εγώ τέτοια. Κανένας δεν μου φταίει παρά μόνο η τεμπελιά μου. Απλά
δεν ήθελα να είμαι εργάτρια της Πειραικής, όλη ημέρα στο ντούκου ντούκου των
αργαλιών και την κουφόβραση του εργοστασίου. Έτσι κι αλλιώς ο προϊστάμενος το
χεράκι του το έβαζε στα πισινά μου και μάλιστα δωρεάν. Από το να με έχουν και
να με πηδάνε στο τζάμπα για τρείς και εξήντα και να παιδεύομαι και από πάνω, προτίμησα
τη λύση την εύκολη. Να τους τα παίρνω μάγκικα και ωραία και μάλιστα ξαπλωτή.
Μπάνικια ήμουνα. Σωστό κουκλάκι. Σηκώνονταν οι άνδρες από τα καφενεία και με
έπαιρναν στο κατόπι. Όλο να σου πω και να σου πω. Βρέθηκε ο άνθρωπος ο
κατάλληλος και πριν καν το πάρω πρέφα με έβγαλε στο κουρμπέτι που λένε.
Από το δρόμο, κατέληξα γρήγορα να δουλεύω σε σπίτι. Εκεί με
βρήκε και ο συγχωρεμένος. Σε ένα αρχοντικό παλιό, ερείπιο, βουτηγμένο στην
υγρασία, στην οδό Ζήνωνος. Ήρθε ένα απόγευμα πέρυσι άν θυμάμαι σωστά και χώθηκε
στη κάμαρη σα πελάτης. Δεν ήθελε τίποτα. Ούτε που γδύθηκε. Μου λεγε κάτι
κουραφέξαλα ότι κάπου με είχε μπανίσει και με ερωτεύτηκε και κάτι τέτοια σάπια.
Δεν περνούν όμως κάτι τέτοια κυρ-δημοσιογράφε μου σε μένα. Πουτάνα βλέπεις,
κωλοπετσωμένη, με μάτι άγριο και καρδιά πέτρα. Του είπα να γκρεμοτσακιστεί, να
πάρει δρόμο, να φύγει. Έτοιμη ήμουνα να φωνάξω τη τσατσά. Τρόμαξα και λιγουλάκι.
Αν έβγαζε κανα στιλέτο και με έκοβε φέτες τι τάχα να χαν να γράφουν οι
εφημερίδες και που το δίκιο μου να εύρσκα ότι μια σαν και του λόγου μου μήτε το
δίκιο της βρίσκει μήτε έχουν τα λόγια της πέραση στη κοινωνία;
Κατέβασε το κεφάλι αυτός, άνοιξε τη πόρτα και χάθηκε.
Τη νύχτα ώρα δύο, έφυγα μόνη. Ο άνθρωπος μου στη στενή, ποιος να
με συνοδέψει; Μια γυναίκα στη διάθεση του καθενός αληταρά. Είχα και κάτι
λεφτουδάκια στο τσαντικό, περπατούσα και έτρεμα. Ψιλόβρεχε κιόλας θυμάμαι.
Στη γωνιά πετάχτηκε μέσα από τα σκοτάδια ο λεγάμενος ο
απογεματινός.
<< Τι γυρεύεις από μένα βρε πουλάκι μου;>> του είπα
και γύρισα από την άλλη μεριά, να του ξεφύγω.
<< Στάσου>> σιγομουρμούρισε. << Στη τιμή μου
κακό σκοπό δεν έχω. Συντροφιά θέλω. Να μιλήσω σε έναν άνθρωπο. Μην φοβάσαι.
Απλά να περπατήσουμε λιγάκι μαζί και σα δε θες, μου λες και φεύγω>>.
Έδειχνε καλό παιδί. Είχε μούτρο τίμιο, μπεσαλίδικο. Παίζει το
μάτι μου εμένα και δεν γελιέμαι εύκολα στους ανθρώπους. Παιδιά σαν και λόγου
του περπατούσαν μια φορά και ένα καιρό στις γειτονιές και τα ερωτευόντουσαν τα
κορίτσια στο άψε σβήσε.
Είπα να μην είμαι μαζί του τόσο σκληρή. Του κερατά. Δεν θα με
τρωγε μαθές. Τον τρόπο μου τον είχα. Μια τσιρίδα να έβαζα, τον είχαν
μπαγλαρωμένο τον τσόγλανο πριν πει κύμινο. Τόσην ώρα έστεκε μεσ΄τη βροχή με την
ομπρέλα κλειστή. Την άνοιξε και με τράβηξε δίπλα του. Αρχίσαμε να βαδίζουμε στη
Πειραιώς προς την Ομόνοια. Μου είπε πώς τον λέγανε Σοφοκλή και πώς ήταν μουσικός.
<< Πες μου την αλήθεια. Με ξέρεις από κάπου ή μου πουλάς
φούμαρα;>> τον ρώτησα.
<< Όχι>> απάντησε μουδιασμένα. << Πρώτη μου
φορά σε είδα μέσα εκεί. Κάτι με τράβηξε κοντά σου. Έχεις πάνω σου κάτι που με
αναστατώνει. Πίστεψε με, να κάνουμε λίγη παρέα θέλω μόνο, να συζητούμε που και
που. Τίποτε άλλο.>>
Φτάσαμε στην Ομόνοια. Σταμάτησε ένα ταξί. Με έχωσε στο πίσω
κάθισμα και έφερε βόλτα το αμάξι ως τη πόρτα του οδηγού. Έσκυψε προς τη μεριά
του και αφού του έδωσε χρήματα του είπε να με πάει σπίτι μου, όπου του λεγα.
Στάθηκε εκεί στη μέση του δρόμου μέσα στην αραιή κίνηση και μου χαμογελούσε
κουνώντας το χέρι του πάνω κάτω ενώ η απόσταση μεταξύ μας ολοένα και μεγάλωνε.
Είχα μείνει άναυδη με το στόμα μια πιθαμή ανοιχτό. Που ακούστηκε τέτοιο πράμα;
Τόσην ώρα φανταζόμουν ότι θα με τραβούσε σε κανα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας ή σε
κανα σπίτι δικό του να κάνει ότι είχε να κάνει τέλος πάντων. Μια τέτοια
συμπεριφορά με είχε σοκάρει, δεν ήταν της συνήθειας μου.
Όλη νύχτα τον σκεφτόμουν. Με είχε ομολογώ συνεπάρει με τη στάση
του. Έτσι τρία βράδια μετά εκεί που πίστευα ότι είχε για πάντα χαθεί όταν
εμφανίστηκε ξανά ντυμένος στη τρίχα πώς να το πω. Χάρηκα.
Το εμφανίστηκε σχήμα λόγου είναι. Στη γωνιά τη συνηθισμένη ήταν
στημένος και περίμενε. Εκείνο το βράδυ έφυγα άρον άρον από το μπορδέλο.
Καταλαβαίνεις κυρ-δημοσιογράφε μου. Είχαν ξαφνικά κατέβει οι Ρώσοι και το
κλείσαμε το μαγαζάκι δίχως καλά καλά να κάνουμε σεφτέ.
Ποιος ξέρει από τι ώρα με
περίμενε και πόση ήταν διατεθειμένος να περιμένει μέσα στο αγιάζι αυτό το
παιδί;. Αυτό το πράγμα με συγκίνησε. Δεν είναι δα και λίγο πράγμα ένας τέτοιος
καλοβαλμένος κύριος να στέκεται σα μαθητής Γυμνασίου και να σε περιμένει στο
κρύο. Ποιάν; Εσένα. Την Αγγέλω τη πουτάνα που μόνο ξύλο ήξερε να τρώγει από τους νταβατζήδες και τα καλόπαιδα της
πιάτσας. Με φίλησε στο μάγουλο και πήραμε το γνώριμο δρόμο.
<< Κάτι μου λεγε πώς θα σχολάσεις γρήγορα απόψε>>,
γλυκομίλησε και μην περιμένοντας απάντηση με ρώτησε:
<< Πάμε σε κανα ταβερνάκι να πιούμε ρετσίνα>>.
Γέλασα με εκείνο το ρετσίνα που είπε. Μου θύμισε τον πατέρα μου
που μικρή με έστελνε στο καρβουνιάρικο της γωνίας να του αγοράσω κρασί και μου
φώναζε από το μικρό μπαλκόνι.
<< Να πείς στο καρβουνιάρη, τη ρετσίνα σιγά σιγά, μη τη
θολώσει.>>
Τι τα θές κυρ- δημοσιογράφε μου. Με τα τέτοια και με τα άλλα τον
ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα που λέμε. Μπορεί να μας λένε πουτάνες μα κατά βάθος
είμαστε και πολύ αγαθιάρες. Ένας λόγος καλός, ένα χαμόγελο μας κάνουν για άλλη
μια φορά θύματα του πρώτου τυχόντα.
Με ένα ταξί πήγαμε στη Δάφνη. Στη ταβέρνα του Σπίθα. Ήξερε το
παιδί του μαγαζάτορα με το μικρό του.
<< Πιάσε Βαγγελάκη δύο ποτήρια και πες του πατέρα σου να έρθει
να πάρει την παραγγελία.>>
Τον ξέραν εκεί καλά. Ότι αμφιβολίες κι αν είχα κρυμμένες στη
πίσω μεριά του κεφαλιού μου πήγαν πέρα με μιας. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος ήταν
και δαύτος σαν όλοι μας που πήγαινε στα ταβερνάκια του, κυκλοφορούσε στη πόλη,
άνοιγε την ομπρέλα του στη βροχή. Κανονικά πράγματα. Δεν είχα το λοιπόν να
φοβηθώ τίποτα. Έτσι αφέθηκα στα χέρια του
κι ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό μου τι κατάληξη θα είχαν
όλα αυτά τα καθημερινά και συνηθισμένα πράγματα.
Μου μίλησε για τη ζωή του. Για τον πατέρα του που χάθηκε στο
πόλεμο. Για τη μάνα του που ξαναπαντρεύτηκε. Την καριέρα του, τους έρωτες του,
όλα.
Έδειχνε και αυτός ταλαιπωρημένος σαν και μένα. Κάτι τον
βασάνιζε, κάτι που εκείνη την ώρα δεν μπορούσα να εννοήσω καλά. Στο πρόσωπο του
απλωνόταν μια πέτσα σαν μάσκα αποκριάτικη πόνου, έτσι μόνο μπορώ να τη
περιγράψω και ήμουν πια εκατό τοις εκατό βέβαιη ότι αυτός ο άνθρωπος χρειαζόταν
βοήθεια, ένα τρυφερό γυναικείο χέρι, μια σύζυγο, μια παρουσία τρυφερή που θα
μπορούσε λίγο να του γλυκάνει την απόγνωση, τη στεναχώρια. Το τελευταίο που έδειχνε να έχει ανάγκη ήταν μια πουτάνα
σαν και του λόγου μου. Του το είπα.
Μου έπιασε το χέρι και μου το έσφιγγε με τέτοιο πάθος που για
μια στιγμή φοβήθηκα μην μου το σπάσει.
<< Κάποτε θα σου πω. Θα σου φανερώσω.>>
Περίεργα λόγια. Και τα έλεγε με τέτοιο τρόπο που θέλοντας και μη
ανταριαζόσουν.
Ήρθαν τα φαγητά. Ξεχαστήκαμε. Τραγουδήσαμε μαζί ρίχνοντας αράδα
κέρματα στο τζουκ μποξ του μαγαζιού. Λαϊκά. Είχαμε πιεί και τον
αγλέορα. Γύρω στα μεσάνυχτα γύρεψε το λογαριασμό. Το μαγαζί άδειο από ώρα πολύ.
Σαν μπάστακας ο Σπίθας μας προγκούσε με το βλέμμα για να φύγουμε, να του
αδειάσουμε τη γωνιά. Ανακουφισμένος μας χαιρέτησε στη πόρτα.
Βαδίσαμε αργά προς την λεωφόρο Αιγαίου. Δεν ρώτησα, που πάμε.
Μιλούσαμε για διάφορα. Πριν το καταλάβω βρέθηκα μπροστά σε μια πολυκατοικία
κοντά στο Άλσος της Νέας Σμύρνης.
<< Εδώ μένω>> μου είπε <<στο τρίτο. Ανέβα μαζί
μου αν θες>>. Και φυσικά ήθελα.
Το σπίτι του ήταν όμορφο. Σπίτι ανθρώπου ταμένου στη μουσική.
Χαρτιά με νότες παντού, όργανα, δοξάρια, βιβλία. Έλλειπε πάντως το γυναικείο
χέρι. Σκόνη που να ζωγραφίζεις με το δάχτυλο.
Πρώτα έβγαλε το φουλάρι που είχε τυλιγμένο γύρω από το λαιμό του.
Κατόπι γδύθηκε φορώντας πιζάμες. Μου έδωσε και μένα ένα ζευγάρι δικές του
χαχόλικες και μου είπε να ξαπλώσω σιμά του στο κρεβάτι. Κοιμηθήκαμε
αγκαλιασμένοι μαζί. Ο ομορφότερος, ο πιο γλυκός ύπνος που έχω κάνει στη ζωή
μου. Και ανονείρευτο σαν θάνατο.
Το πρωί ήπιαμε καφέ. Το καθαρό φώς που έμπαινε από τα παράθυρα
μου υποσχόταν κάτι. Δεν ξέρω τι. Μα κάτι. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβαλα να
ελπίζω σε μια καλλίτερη τύχη.
Οι επόμενες μέρες πέρασαν μέσα στη τρελή χαρά. Βγαίναμε,
πηγαίναμε κινηματογράφο, διασκεδάζαμε. Ένα βράδυ μου έδωσε πρόσκληση για την
όπερα.
Δεν άντεξα. Φόρεσα τα καλά μου και πήγα. Που να με έβλεπαν από
κάπου, τίποτα δικοί μου. Τον βρήκα στα
παρασκήνια. Μέσα στο μαύρο του φράκο έδειχνε σα θεός. Στο διάλλειμα στάθηκα
μπροστά στο χώρισμα και σκύβοντας τον είδα να κουρδίζει το όργανο με μεγάλη
αφοσίωση. Με πρόσεξε και ήρθε προς τα μένα. Και εκεί στο παραπέτο εμπρός από
χιλιάδες μάτια με φίλησε στο στόμα πεταχτά. Φυσικά κανένας δεν γύρισε να μας
κοιτάξει, ούτε καν μας πρόσεχαν αλλά εμένα μου φάνηκε ότι όλος ο κόσμος είχε
γυρίσει προς το μέρος μας κι μας σταύρωνε με τα μάτια.
Το ίδιο εκείνο βράδυ κάναμε έρωτα στο σπίτι του για πρώτη φορά.
Ήταν γλυκός, τρυφερός. Αφέθηκα στην αγκαλιά του και για μια στιγμή μόνο ένοιωσα
κορίτσι ξανά. Για μια στιγμή. Έφτανε αυτή η ανάμνηση να ζήσω όλη την υπόλοιπη ζωή μου.
Δικαιωμένη. Μόνο με αυτή τη λέξη μπορώ να περιγράψω τη κατάσταση
που βρέθηκα να ζω το βράδυ εκείνο μετά την παράσταση. Πάνω στο έρωτα μου ζήτησε
να πιέζω με τα χέρια μου το λαιμό του. Δεν το θεώρησα παράξενο. Ήξερα από την
εμπειρία μου ότι αρκετοί άντρες αρέσκονται σε τέτοια παιχνίδια. Τους κάνει πιο
ντούρους. Πιο δυνατούς στον έρωτα. Υπάκουσα. Ούτε που το συζήτησα μαζί του.
Τόσο ανάξιο λόγου μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή.
Ξέρεις κυρ- δημοσιογράφε,
πολλά πράγματα που κάνουν τα ζευγάρια μεταξύ τους καλό είναι να μένουν στο
σκοτάδι εκεί που ανήκουν. Πέρασαν έτσι πολλά βράδια. Το σπίτι μου με είχε
χάσει, το ίδιο και το μπουρδέλο. Μου ήρθαν τρελές επιθυμίες. Λες κι ήμουν
κοριτσόπουλο βλαμμένο συμπεριφερόμουν. Ήθελα να ξεκόψω, να αλλάξω ζωή, να κάνω
ότι ήταν δυνατόν να τον καταφέρω
φέρνοντας τον στα νερά μου. Όχι, όχι δεν επιζητούσα γάμους και
δεσμεύσεις. Απλά να νοιώσω λίγο ελεύθερη από το βραχνά που με είχε καταδικάσει
η τεμπελιά μου γύρευα, να ανασάνω λιγάκι σαν άνθρωπος καθαρός.
Και τότε ήρθε η καταστροφή. Εκεί που δεν τον περίμενα
παρουσιάστηκε εμπρός μου φάντης μπαστούνης, ο Μάνθος, το νταραβέρι να πούμε που
είχε καταφέρει λαδώνοντας αριστερά και δεξιά, να τον αφήσουν προσωρινά λεύτερο.
Του είχαν ξηγηθεί τα πάντα για μένα. Ότι είχα τη δουλειά παρατημένη και ότι
κάποιον άλλον είχα κάνει φίλο. Με χτύπησε άσχημα. Για ημέρες δεν μπορούσα από
το πρήξιμο, να βγω από το σπίτι. Τόσο χάλια με είχε κάνει. Απείλησε πώς θα με
χαρακώσει. Πώς θα βάλει να με πετσοκόψουν. Θέλοντας και μη ξαναγύρισα στα παλιά
μου λημέρια. Ειδοποίησα το Σοφοκλή μην και έρθει να ζητήσει τίποτα εξηγήσεις.
Δεν ήταν για αυτόν τέτοια πράγματα. Τον ξεπερνούσαν. Δεν το είχε σε τίποτα ο
Μάνθος να τον βγάλει από τη μέση, να τον βρούνε στα χαντάκια. Μέρες μαύρες
πέρασα με αυτή την αγωνία.
Ώσπου ένα βράδυ φάνηκε ο Σοφοκλής στο μπουρδέλο. Είχε τα κακά
του χάλια. Αξύριστος, αδυνατισμένος, έτοιμος να καταρρεύσει. Ευτυχώς που ο
μπράβος δεν τον γνώριζε και τον έβαλα στο δωμάτιο σαν πελάτη.
Του είπα να έχει το νου του και πώς σαν βρω ευκαιρία θα πάω να
τον συναντήσω. Κάναμε έρωτα. Βιαστικά, απελπισμένα.
Έβγαλε από τη τσέπη του
σακακιού του ένα σύρμα παράξενο και ζήτησε να τον σφίγγω με αυτό στο λαιμό. Δεν
έφερα αντίρρηση. Πάνω στον έρωτα μου έλεγε διάφορα <<κάνε μου τούτο, κάνε
μου το άλλο>>.
Δεν κατάλαβα πώς έγινε. Ξαφνικά έγειρε το κεφάλι στο πλάι του
μαξιλαριού κι άρχισε να μπλαβίζει. Η ανάσα του κομμένη. Τρόμαξα. Άρχισα να
ουρλιάζω. Μπήκε μέσα η τσατσά και μαζί προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε. ‘Αδικος
κόπος. Μέχρι να φωνάξουν το νοσοκομειακό ο Σοφοκλής είχε τελειώσει. Τον πήραν.
Έτρεξε ο Μάνθος ειδοποιημένος από το καφενείο το διπλανό που έπαιζε πρέφα και
με συμβούλεψε να μην φανερώσω τίποτα. Τρελαινόμουν. Το σύρμα το έδωσα στη
τσατσά να το ξαφανίσει στον απόπατο. Ήρθαν
οι μπάτσοι και μας πήραν όλους στο τμήμα. Έδωσα ψεύτικη κατάθεση ότι δήθεν ο
άνθρωπος έπαθε τη καρδιά του πάνω στο πήδημα. Με άφησαν προσωρινά να φύγω.
Την άλλη μέρα ήρθαν ξανά. Με συνέλαβαν για ανθρωποκτονία. Είχαν
το πόρισμα μου είπαν από τον ιατροδικαστή ότι ο άνθρωπος πήγε σκαστός από τα
χέρια μου. Έδωσα δεύτερη κατάθεση. Αυτή τη φορά είπα την αλήθεια. Το και το.
Έτσι ψάξαν και βρήκαν κάτι χαρτιά στο σπίτι του ημερολόγια και τέτοια που
φανέρωνε τα πάντα. Αλλάξανε και τη κατηγορία. Την κάνανε ανθρωποκτονία από
αμέλεια. Περιμένω πια τη δίκη να λάμψει ή αλήθεια.
Πόσο βρώμα στάθηκα. Μπροστά στη τρομάρα και τη σωτηρία του
τομαριού μου ξέχασα και τους έρωτες και το Σοφοκλή και τις φωτεινές μέρες που
τάχα θα έρχονταν για μένα. Κατά βάθος δεν ένοιωσα για αυτόν τίποτα πραγματικό.
Έτσι δείχνει το πράγμα. Πέτρα η καρδιά μου, πάγος. Μόνο να γλυτώσω σκέπτομαι
και τίποτα άλλο.
Θα γράψεις στη εφημερίδα
σου κάτι καλό για μένα, έτσι δεν είναι; Δεν θα με αφήσεις στο έλεος του Θεού;
Δείχνεις καλό παλικάρι…
Επίλογος
Ένα ασφαλές κριτήριο για να ξεχωρίζεις τον μέτριο συγγραφέα από
μίλια μακριά, είναι η τάση που αυτός επιδεικνύει ενίοτε για ατέρμονη και στείρα
αμπελοσοφία. Κρύβει έτσι την ανικανότητα του να πλάσει χαρακτήρες της προκοπής και πλοκή αντάξια,
μέσα σε ακατάσχετες αερολογίες που κάποτε περνιούνται από τον κατά βάση
καλοπροαίρετο αναγνώστη για διαμάντια λογοτεχνικά ενώ τις πιο πολλές φορές
πρόκειται για άχυρα που μήτε ψωριάρικο άλογο δεν θα καταδεχόταν να γευθεί ακόμα
και σε περίοδο ισχυρού λιμού.
Και η αλήθεια είναι πως ακόμα και με αυτόν τον ανίερο τρόπο,
επιτυγχάνει τις περισσότερες φορές το σκοπό του. Το ξέρω καταντάει τόσο ελεεινά
προβλέψιμο, τόσο ρουτινιάρικο που κανονικά δεν θα έπρεπε μήτε πτωχό τω
πνεύματι, να εξαπατά, μα πες γιατί ότι κομίζει είναι τόσο ευτελές που καταλήγει
να λογιάζεται ως κάτι πολύτιμο, πες γιατί οι μεροκαματιάρηδες τέρπονται σαν
τους παρουσιάζουν το προφανές τυλιγμένο στις ομίχλες της Αλβιόνος, -όμοια
με πρόσωπο πρόωρα γερασμένο που ο
εραστής του αδυνατεί να το αντιληφθεί σε όλη τη ρυτιδιασμένη του πραγματικότητα
ένα μουντό απόγευμα Γενάρη,- ο τολμητίας συγγραφέας καταφέρνει να πουλά τα
φύκια του στην αγορά και στο δήμο, ως κορδέλες μεταξωτές και μάλιστα δίχως
σημαντικές εκπτώσεις.
Τέτοιας λογής συγγραφίσκος είμαι και λόγου μου. Τι να γίνει
άλλωστε; Ο καθείς και τα όπλα του, λένε. Ανόητος, ξανόητος, προχειρολόγος, σκιτζής,
άνθρωπος των τριόδων, επιζητώ διακαώς να περνιέμαι για κάποιο τάχα βαθυστόχαστο
πνεύμα που έχασε το δρόμο του μια δια παντός μέσα στις κοινωνίες των τίμιων
ανθρώπων και πορεύεται μονήρες κι αφτέρουγο, με κείνο το μισό χαμόγελο στα
χείλη που χαρακτηρίζει τους ονειροπόλους και τους αιθεροβάμονες, αντλώντας τις
χαρτώες του ηδονές μέσα από τα τρύπια
λαγήνια των εμπνεύσεων του.
Ο ήρωας της νουβέλας μου κείται επιτέλους θεόγυμνος πάνω στα
μάρμαρα του νεκροτομείου προσμένοντας τα νυστέρια του εκκεντρικού ιατροδικαστή
να φανερώσουν αυτό που για χρόνια θαρρούσε για εσωτερικό του κόσμο. Η καρδιά
του, εκεί που σπαρταρούσε κάποτε το σύμπαν, τώρα στέκει απλά ένας μυς μπλαβιασμένος
βαλμένος χύδην μέσα σε ζυγαριά ακριβείας. Το ανοιγμένο του κρανίο με το καπάκι
πριονισμένο από έναν νεκροτόμο εραστή των Ταλιθά αυτού του κόσμου, φανερώνει την
πολυπλοκότητα της δομής του, σκορπώντας
τη μπόχα του προς το μηχάνημα εξαερισμού που δουλεύοντας στο φουλ οδηγείται με
μαθηματική ακρίβεια προς ένα επερχόμενο μπλακ άουτ.
Στην άλλη άκρη της Αθήνας μέσα σε ένα ανακριτικό γραφείο, μια
πόρνη τραβάει των παθών της τον τάραχο. Να αποδείξει πρέπει στον καχύποπτο ασφαλίτη
πώς ότι συνέβη ήταν απότοκο της τύχης και σαρίδι της στραβής της μοίρας. Θα τα
καταφέρει άραγε; Θα μπορέσει να πείσει μόνο με τα λόγια της τα κάλπικα, τον από
τη μαύρη του τη φύση καχύποπτο μπάτσο;
Πότε επιτέλους αυτός ο μαλάκας ο προχειρογράφος, θα την αφήσει
ήσυχη να συνεχίσει τον βίο της όμορφα σαν και πρώτα. Που την έμπλεξε ο καριόλης
ο άνδρας. Συγγραφέας να σου πετύχει; Να τη βάζει με το ζόρι να κάνει πράγματα
που κάτω από κανονικές συνθήκες θα είχε αποστασιοποιηθεί πλήρως, μουντζώνοντας
τον με χέρια και με πόδια.
Ας είναι. Δυνατότητες
διαφυγής προς το παρόν δεν έχει. Ας δει τουλάχιστον πώς θα καταφέρει να
ξεγλιστρήσει πιο ανώδυνα, για να επιστρέψει στη παλιά της πουτανίστικη ζωή με
όλες τις εξάψεις και τις δυστυχίες της.
Αλλά τώρα έχει έρθει επιτέλους η ώρα της κρίσεως. Η ώρα του
ταμείου. Προκρούστειος κλίνη κανονικά και με το νόμο. Η επώδυνη στιγμή που ο λαιμός
άκαμπτος τεντώνεται κάτω από τη
γκιλοτίνα προσμένοντας τη λυτρωτική λεπίδα να κατέβει αθόρυβα και να σκίσει τη
σάρκα πέρα ως πέρα.
Ο γύρος του θανάτου μέσα στη ξύλινη βαρέλα έχει προ πολλού
συντελεστεί. Ο αναβάτης κείται ματωμένος και ακούνητος στη βάση της, δυσωπώντας
μάταια για μιαν ανάσταση που δεν θα
έρθει ποτές και ατενίζει με μάτι άδειο από ζωή, τον τελευταίο θεατή να
εγκαταλείπει το παγωμένο θεωρείο με τα άντερα κόμπο από την εξέλιξη του
δράματος.
Εξέλιπεν κάθε ελπίς. Τετέλεσθαι. ΄Ηρθε πια η ώρα της συγκομιδής,
ο καιρός των απογραφών. Η σιτοδεία, η ανέχεια, η έλλειψη πόρων, την πόρτα κουρταλούν
επίμονα και τους νιους γονείς τρομάζουν με το απαίσιο παρουσιαστικό τους. Ποιος
πάει για ζωή, ποιος για θάνατο; Μήτε ο Θεός ο ίδιος δεν γνωρίζει καλά καλά. Με
ότι έχει ο καθείς εύκαιρο, ας πορεύεται.
Εγώ από μεριά μου, τούτες μόνο τις μουτζουρωμένες σελίδες κατέχω, με αυτές ζητιανεύω τη λίγη αθανασία
που μου αναλογεί, με αυτές θα αναζητήσω τη σωτηρία καθισμένος στην Αγέλαστο
πέτρα σαν σε καρέκλα ηλεκτρική.
Μα δεν αρκούν μου
φαίνεται τα ταπεινά δώρα που κομίζω, μήτε να πληρώσω διαπύλια. Τη λίμνη προβλέπω δύσκολα πολύ θα
την διαπλεύσω. Ο βαρκάρης πλησιάζει μαυροντυμένος, την όχθη με τους ασφοδέλους
όπου στέκω…
Σκούρα και χειμέρια διαγράφονται τα πράγματα.
Σταματώ να γράφω…
ΤΕΛΟΣ