Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

 Το εγκεφαλικό

<<Δεν είναι αυτό το σπίτι μου>>, είπε ο πατέρας σαν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, αμέσως μετά το εξιτήριο.

<<Μοιάζει με το σπίτι μου αλλά δεν είναι>>.

Η μάνα βγήκε στο δρόμο να τον υποδεχτεί.

<<Ούτε αυτή είναι η γυναίκα μου. Μοιάζει εδώ που τα λέμε λιγουλάκι με τη λεγάμενη, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι αυτή>>.

Τον οδηγήσαμε σπρώχνοντας σχεδόν στην αυλή και με τα χίλια ζόρια στο κρεβάτι του.

<<Εάν αυτό δεν είναι το σπίτι σου και αυτή δεν είναι η μαμά, τότε αυτός ποιός είναι;>> τον ρώτησα αγανακτισμένος από την ισχυρογνωμοσύνη του, βάζοντας του μπροστά στο πρόσωπο, ένα καθρέφτη χειρός.

<<Αυτός δεν είμαι εγώ. Μοιάζει με εμένα, αλλά παρασάγγας απέχει από του να είμαι εγώ>> δήλωσε με άσβεστο,γεροντικό πείσμα και συνέχισε απτόητος: 

<<Σαν πολύ τον έξυπνο μας κάνεις νεαρέ μου. Κι εδώ που τα λέμε πώς και μοιάζεις τόσο πολύ του γυιού μου; Αντίγραφο του είσαι;>>

Σε λίγες μέρες ευτυχώς συγχωρέθηκε, χωρίς να βρεί ούτε για μια στιγμή  τον παλιό του εαυτό.

Κι έρχονται στιγμές που αναρωτιέμαι ειλικρινά, αν ο θάνατος που τον πήρε, ήταν ο ίδιος, ή κάποιος που του έμοιαζε καταπληκτικά σαν ένας δίδυμος αδελφός;

Κι΄αν υποθέσουμε ότι ο πατέρας μου μία στο εκατομύριο είχε δίκιο, άραγε πόσο πιθανόν  είναι να βρίσκεται κάπου εκεί έξω ακόμα εν ζωή;>>

 Το πουκάμισο

Η γυναίκα με το πορτοκαλί μαλλί ψαχουλεύει μέσα στη  ντουλάπα και βρίσκοντας ένα ασιδέρωτο πουκάμισο, του το δίνει με μια αδιαφορία που σκοτώνει.Αυτός, το φοράει με αργές, ανοικονόμητες κινήσεις. 

Πλέει μέσα του

-Ρε γυναίκα, αυτό το πουκάμισο σάμπως και δεν είναι δικό μου...

-Ντέν ξέρω παππού! Ντικό σου ρούχα δεν είναι αυτό;

Είναι ώρα δειλινού και μια ακτίνα ξεθυμασμένου, φθινοπωρινού ήλιου φωτίζει πάνω στο σκρίνιο  τη φωτογραφία μιάς άγνωστης πια  κυρίας, που κάποτε υπήρξε η κυρία του σπιτιού.

 Ο γρίφος

<<Το κρασί  το ρουφάμε για να κάνουμε κέφι, ενίοτε  και για  να ρίχνουμε καμιά παρατεταμένη πούτσα στη κυρά, το λάδι  για να περιχύνουμε τη τοματοσαλάτα μας, το δε χώμα για  να το οργώνουμε, μπας και αξιωθούμε λιγουλάκι σιτάρι να ματσαμπουκώσουμε>>.

Αυτά διαλαλούσε ο πατέρας μου σε κάθε ευήκοον ους, σαν τον πιάναν οι μαύρες του.

<<Τι εννοείς πατέρα;>> τον ρωτούσα έφηβος εγώ με τις δικές μου αγωνίες και ανασφάλειες, για να μην πάρω ποτές μιαν απάντηση της προκοπής.

Και μόνο την ημέρα της κηδείας, λίγο πριν τον κατεβάσουν στο τάφο,  ο γρίφος ελύθη άπαξ δια παντός.

 Η κάρτα

Γυρίζουμε με ιδιωτικό ασθενοφόρο τον πατέρα στο σπίτι. Έχει τα μαύρα του τα χάλια. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, η μάνα μου δίνει μιά κάρτα που της πάσαρε ο οδηγός του οχήματος κρυφά στο χέρι και με παρακαλεί:

<<Κράτα την κάπου παράμερα, μήπως και ξαναχρειαστεί ασθενοφόρο για τον πατέρα σου>>.

Διαβάζω:

Γραφείο Τελετών

ΚΩΝ.ΜΑΡΚΟΥ

Πλ. Αγ. Ελεούσης 35-Καλλιθέα

τηλ.2107425965 κιν.694578952


Και τότε ένοιωσα  πρώτη μου φορά, πόσο εύκολο πράγμα είναι σε έναν άνθρωπο της σήμερον, ν΄ανοίξει  παράρτημα  του ΑΟΥΣΒΙΤΣ, στο μέγεθος ακόμα κι ενός ιδιωτικού ασθενοφόρου.


Κυριακή 24 Μαΐου 2026

 Δημητρώφ

Τον αδελφό μου τον φωνάζουν Δημήτρη, (Δημητρώφ για τους φίλους) και εορτάζει σεμνώς και χριστιανοπρεπώς στις 26 κάθε Οκτώβρη. 

Όχι ότι γιόρταζε από πάντα. Σαν βέρος κομμουνιστής που ήταν, διατείνονταν πως ένας  ιδεολόγος σαν ελόγου του, δεν παρασύρεται ποτέ από θρησκευτικές δηλαδή αστικές του κερατά φανφάρες. Εκτός από ετούτο το συγγνωστό χούι και τη γενναιοδωρία για να μην πω χαζομάρα να ψωνίζει  βρέξει -χιονίσει μέχρι και την πτώση του τείχους τον <<Ριζοσπάστη>>, σας διαβεβαιώ ότι αποτελούσε για τις καθιερωμένες αξίες του Δυτικού μας κόσμου ένα παντελώς ακίνδυνο στοιχείο.

Και αναφέρω τη πτώση του τείχους, όχι για κανένα ιδιαίτερο λόγο αλλά γιατί πάνω -κάτω εκείνη την εποχή, άρχισε να χάνει τα μαλλιά του και μάλιστα ραγδαία.

Ο δόλιος το πήρε κάπως βαριά.

<<Τι νόημα έχει να επέλθει ο παγκόσμιος κομμουνισμός και εγώ να στερούμαι τα μαλλιά μου;>> δήλωνε με παράπονο στους ομοϊδεάτες του, οι οποίοι σιγά -σιγά τον κάναν πέρα σα να ΄ταν το άλογο του Ντονσκόι, όχι αυτό που έκλαιγε, αλλά το άλλο το ψωριάρικο που κλαιγότανε παντού και μετ΄επιτάσεως.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ότι έχει να θυμάται το Παγκόσμιο Κομμουνιστικό κίνημα από τον αδελφό μου και την συμμετοχή του σ΄αυτό, είναι μια παράφραση του <<Μαύρα Κοράκια>>, που φιλοτέχνησε σε μια στιγμή άδολης έμπνευσης για την πτώση όχι του Βερολινέζικου τείχους, αλλά της ίδιας του της ταλαίπωρης κόμης:

<<Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά,

πέσανε πάνω στου Δημήτρη τα μαλλιά,

άγρια κράζουν, τρίχες τραβούν

τον Δημητρώφ καραφλό να τον δουν...>>

Κι εδώ που τα λέμε περισσότερη ουσία και νόημα  βρίσκω σ΄αυτή τη  ταπεινή παράφραση, παρά στους αυθεντικούς, αγκιτατόρικους στίχους...

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

 ΄Ενας κόσμος χαμένος σ΄ένα γενικό πλάνο

Γενικό πλάνο  σε  ταινία της δεκαετίας του 60,  από τον λόφο της Καστέλλας. Παρελαύνουν μες την λαμπρό ασπρόμαυρο ήλιο (μάλλον μεσημεράκι), όλα τα νότια προάστια μέχρι Υμηττό. 

Παίζω κι ελόγου μου σ΄αυτή τη ταινία, (όπως και σε όλες όσες γυρίστηκαν η θα γυρισθούν κατά τη διάρκεια του βίου μου), παιδάκι μικρό ακόμα κι άβγαλτο του Δημοτικού και οι γονείς μου και οι γνωστοί μου και οι φίλοι μου όλοι. Ότι τώρα βρίσκεται θαμμένο βαθιά στην μνήμη, τότες ακόμα ανασαίνει ζεστό, παρήγορο γεμάτο ελπίδα και χαρά του μέλλοντος. Ο θάνατος αποτελεί μια μακρινή και απίθανη να επισυμβεί ποτέ έννοια, Όλα βρίσκονται υπό έλεγχο και ακριβώς στη θέση που τους αρμόζει, οι ανοιχτές πλατείες, οι αλάνες, τα σχολεία, το φτωχικό σπιτάκι της γιαγιάκας, το ρέμα, οι γκρεμισμένοι εδώ και δεκαετίες κινηματογράφοι.

 Μπορεί φαινομενικά να μην έχουμε αποτυπωθεί στο φίλμ, αλλά στην πραγματικότητα πρωταγωνιστούμε κρυμμένοι επιμελώς από τον σκηνοθέτη, κάπου ανάμεσα στα κτίρια, άλλοι στο δρόμο, άλλοι στη φάμπρικα, κάποιοι  μέσα στα σαραβαλιασμένα Φόρντ και τα Σίμκα που κυκλοφορούν εμφανώς στην παραλιακή προς άγνωστη κατεύθυνση. 

Η μάνα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή του πλάνου,  ίσως ετοιμάζει  μεσημεριανό, ο πατέρας μέσα στο αστικό  πιθανόν και να γυρίζει εκνευρισμένος όπως πάντα στό σπίτι, εγώ δε κι ο αδελφός μου (έχω τη ασφαλή βεβαιότητα), ότι έχουμε παθιαστεί τόσο με μια ακόμα παρτίδα <<STRATEGO>>, που έχουμε ξεχάσει παντελώς το καλομαγειρεμένο πιάτο με  μακαρόνια κιμά που μας περιμένει στο τραπέζι με το πλαστικό επικάλυμμα. 

Αν δε η ταινία διέθεται λίγο  πιο ευαίσθητο ήχο, θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τις φωνές μας, τα παράπονα, τις ικεσίες, τις προσευχές, ακόμα και το γουργουρητό της ψωραλέας γάτας που τανύζεται τεμπέλικα στη ακατάστατη, διπλανή ταράτσα του κυρ-Στέλιου.

Έτσι λοιπόν σαν αράζεις αναυπαυτικά στον καναπέ, και στην τηλεόραση προβάλλουν  για πολλοστή φορά μια αρχαία ελληνική ταινία, απόλαυσε τον εαυτό σου, έστω και σαν έναν ακόμα αφανή κομπάρσο που δεν τον συνέλαβε η κάμερα ούτε δευτερόλεπτο και αναπόλησε στοχαστικά αυτά και αυτούς  που χαθήκανε για πάντα μες στο απέραντο χρόνο για να μην ξαναφανούνε ποτέ.



Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

 Μιά ιστορία ερωτική

Αποφασίζω να γράψω μια  ιστορία έρωτα και προδοσίας έτσι στο  αυθόρμητο, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιου είδους  έρευνα, και προετοιμασία.

Θα περιγράψω  διατείνομαι με θρασύτητα, ένα ερωτικό καυγαδάκι που θα επισυμβαίνει ανάμεσα  σε δυό  μεσήλικες ετερόφυλους Ιαπώνες στην πόλη Κυότο, κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου τους σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης.

Αρχίζουν με το καλημέρα τα προβλήματα.

Γεωγραφικά δεν γνωρίζω καν που βόσκει το Κυότο πάνω στο  χάρτη της Ιαπωνίας. Το που πέφτει δε η Ιαπωνία μόνο χονδρικά μπορώ να εικάσω.

Την πόλη δεν τη γνωρίζω ουδόλως, πόσο περισσότερο τον συγκεκριμένο δρόμο όπου το ζεύγος βολτάρει καυγαδίζοντας.

Η συζήτηση διεξάγεται στα Ιαπωνικά, γλώσσα που δεν κατέχω ούτε το "Χαίρετε".

Κι ύστερα πάλι γιατί αυτοί οι δύο καυγαδίζουν; Από που κι ως που είμαι τόσο σίγουρος ότι πρόκειται για ζεύγος  και δη ερωτικό; Και γιατί το καυγαδάκι τους να είναι για θέμα καρδιάς και όχι μια έντονη συζήτηση φερειπείν για τις οικονομικές  τους δυσκολίες;

Ποιός με έχει χρίσει Θεό και κινώ κατά το δοκούν νήματα που ουδόλως αντιλαμβάνομαι; Από που αντλώ το δικαίωμα να τους περιγράφω ως Ιάπωνες, μεσήλικες και ότι άλλο μου κατεβαίνει στο τσερβέλο;

Τι γράφω λοιπόν; Πως ανταποκρίνομαι στο  συγγραφικό μου καθήκον με σχετική επάρκεια;

Αναγκαστικά σταματώ. 

Δεν θέλω κάποιος ειδήμων της Ιαπωνικής κουλτούρας και τρόπου ζωής να με πάρει με τα λεμόνια χρίζοντας με παντελώς άχρηστο. Οι πληροφορίες μου άλλωστε είναι τόσο ισχνές και η φαντασία μου στομομένη μέχρι εκεί που δεν πέρνει.

Πασιφανώς δεν κάνω για συγγραφέας.

Εδώ που τα λέμε ένας λιγότερος δεν είναι δα και καμμιά τρομακτική απώλεια.

Έτσι κι αλλιώς πήξαμε στους συγγραφείς...

 Για τον όχλο  των Εβραίων

Η αμαρτία, το να μην κάνεις δηλαδή τη σωστή ηθική εκλογή την κρίσιμη στιγμή, είναι ο προθάλαμος και η αναγκαία συνθήκη της σωτηρίας σ΄αυτόν τον δυσοίωνο, καταθλιπτικό κόσμο, που η Ειμαρμένη και ο Θεός μας έταξε να υπάρχουμε ως  κύριο αίτιο  της των πάντων  Πτώσεως ένεκα Προπατορικού.

"Ιησούν η Βαραββάν" ρώτησε το πλήθος των Εβραίων ο Πιλάτος για να λάβει την άμεση και χαιρέκακη απάντηση "Βαραββάν".

Εκ πρώτης όψεως οι δυνάμεις του Σκότους επεκράτησαν, οι Ιουδαίοι αποδεικνύοντας την μεγάλη τους  κακότητα, έλαβαν την λάθος απόφαση καταδικάζοντας τον Αθώο σε σταυρικό θάνατο.

Αλλά αν εξετάσουμε καλώς αυτήν την ανίερη εκλογή θα παρατηρήσουμε ότι η απόκριση αυτή είναι ο βασικός κορμός και η αλάνθαστη πυξίδα  της σωτηρίας της Ανθρωπότητας.

Μια λάθος απάντηση, μια κρίση εκτός τόπου και χρόνου, μια εμμονή στο κακό τελικά σήμανε την αρχή του τέλους των βασάνων μας.

Ο Χριστός εσταυρώθη, ανεστήθη και δια της Αναστάσεως Του εμείς κερδίσαμε το παίγνιον της Αιωνιότητας.

Συνεχίζουμε λοιπόν να κατηγορούμε τον όχλο των Εβραίων για την παντελή τύφλωση του ή του απονέμουμε βραβείο για τη διορατικότητα του;

 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΙ


Η εκταφή

Ανώφελη θα ΄χε σταθεί του πατέρα η εκταφή, αν κάτι δεν με είχε σπρώξει ενστικτωδώς να την ανακαλέσω κατά την σεμνή ώρα της συνουσίας, αποφεύγοντας έτσι μια πρόωρη, εξευτελιστική εκσπερμάτιση.


Ο μικρός Διάβολος

Ο μικρός Διάβολος είχε πολλά ποδάρια, τόσα ώστε να φέρει σε απόγνωση τον βετεράνο υπάλληλο με προβλήματα μέσης του υποδηματοπωλείου <<ΜΟΥΓΕΡ>>.


Η πινακίδα

<<Παρακαλείσθε όπως αποφεύγετε το πέρδεσθαι κατά την διάρκεια της συνουσίας, καθότι ο παρών οίκος ανοχής δεν διαθέτει εισέτι εξαερισμόν>>


Αποστροφή

<<Μυρίζει το στόμα σου χωματίλα>>, έσκουξε η κυρά σαν ξάπλωσα στο πλάγι της το ίδιο εκείνο βράδυ μετά την κηδεία. Και γύρισε αηδιασμένη την πλάτη.


Η εξήγηση

Ώστε τα είχα τινάξει...Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς το κομψό μαύρο εξώπλατο και η φρεσκοβαμμένη κόμη της κυράς μου.


Η ευκαιρία

Περπάτησα μποτζάροντας ανάμεσα σε λιποθυμισμένους επιβάτες προς τον θάλαμο διακυβέρνησης. Τί ευκαιρία αλήθεια να παίξω κι εγώ λίγο με τα πηδάλια;


Τα μανιτάρια

Τα μανιτάρια τα είχε μαζέψει ένα πρός ένα με προσοχή περισσή ο πατέρας. Τι μού ΄ρθε λοιπόν ξεψυχώντας και τον βλαστήμησα;


ΑΣΠΙΣ

Ξετρύπωσα στις διαφημίσεις μιάς κιτρινισμένης φυλλάδας τους προφυλακτήρας <<ΑΣΠΙΣ>>.

Αυτοί πατέρας μου... Στην αστοχία τους χρωστούσα την ανάσα.


Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Όντας βατεμένη η λεγάμενη, τι τύχη αλήθεια λίγο χαζούλης νάναι ο γαμπρός, επιπλέον δε αυτή να υποφέρει κι από χρόνιες αιμορροΐδες;


ΝΟΥΜΕΡΑ

<<Δώδεκα με οκτώ και χωρίς χάπι>>, δήλωνε ένα μεσημέρι του Ιουλίου η μητέρα. Το δείλι την βρήκε στο μείον ένα του Ευαγγελισμού, σκεπασμένη σεντόνι λευκό.


ΜΙΑ ΕΠΙΜΟΝΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

Τρία χρόνια ρωτούσα τη συμβία <<γιατί μαύρα;>> δίχως να λαβαίνω απόκριση.

<<Τα πολλά λιβάνια σε χάζεψαν καΰμένε>>, καταδέχτηκε την  ημέρα της εκταφής.


Τα διαπύλια

Δεν είχα σέντσι να δώκω του Βαρκάρη. Γύρισα σπίτι. Η γυναίκα ψαχουλεύοντας ψιλά στο πορτοφόλι της μου γκρίνιαξε: <<Κάμε γρήγορα ξεμυαλισμένε μην  χάσεις το πλοιάριο. Αυτό δα μας έλειπε!>>


POST MORTEM

Άκουσα καθαρά τους νεκροπομπούς να βλαστημάνε την ώρα και τη στιγμή. Και μού το λεγε η κυρά πως είχα βάλει κιλά τελευταία...


Το ζώον

Μού ΄δωκε τα παπούτσια στο χέρι ωρυόμενη:

<<Άμε στο γερο-διάολο ζώον...>>

Δυό βδομάδες πρίν, η ίδια:

<<Σα γάτος θέλω να με γαμάς και σα λιοντάρι...>>