Γαμπρός απ΄το Λονδίνο
Στην παλιά ελληνική ταινία "Γαμπρός απ΄το Λονδίνο", υπάρχει μια σκηνή όπου το αφεντικό του Κώστα στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, ανακαλύπτει ότι είναι ο κάτοχος της ξανθιάς περούκας και τον εκδιώχνει κακήν κακώς.
Βγαίνοντας έξω στο δρόμο και στο άπλετο ηλιακό φως, ο άτυχος νεανίας κοντοστέκεται με την περούκα στο χέρι, και τότε βλέπουμε να διασχίζει τον δρόμο ένας ηλικιωμένος ανάπηρος με πατερίτσες.
Αυτός ο μονόπους γέροντας, όσα χρόνια κι αν διαβούν και τουλάχιστον μέχρι την οριστική απώλεια του φίλμ (πράγμα δύσκολο με τις σημερινές τεχνολογικές εξελίξεις), πάντα θα περνάει και θα ξαναπερνάει μπροστά από την κάμερα, στο διηνεκές και μέχρι Δευτέρα Παρουσία που λένε. Είναι μιά μορφή αθανασίας και αυτή, ταπεινής μεν, αθανασίας δε.
Μακάρι να είχαμε όλοι αυτή την εκλεκτή τύχη, να παραμείνει η ανίερη μορφή μας στο μέλλον, προς τέρψιν η αποτροπιασμό των γενεών που έρχονται. Να υπάρχουμε έστω και σε αυτά τα λίγα ταπεινά καρέ σελυλόιντ μιας ταινίας της δεκαετίας του 60.
Αλλά δεν είναι μόνο τα έμψυχα...
Σε άλλη σκηνή στην ίδια ταινία, ο ήρωας μας εξέρχεται από το σπίτι της αγαπημένης του, όπου έχει πάει να υποδυθεί τον Άγγλο επιχειρηματία.
Είναι ντάλα μεσημέρι. Και τότε παρατηρούμε ολοκάθαρα τη σκιά του μπούμ να κινείται στο οδόστρωμα. Εκεί θα βρίσκεται και αυτή για πάντα, ίσα- ισα για να μας δηλοποιεί το ψέμα της ταινίας και την ανθρώπινη κατασκευή του φιλμικού χρόνου.
"Μην παίρνεις τίποτα στα σοβαρά" κραυγάζει αυτή η σκιά, "όλα είναι φτιαχτά, κατασκευασμένα. Μια ιστορία με δράκους είναι προορισμένη για μικρά παιδιά, ένα πρόσχημα να γεμίζει η ζωή λίγο γέλιο, μια ανάσα πριν το τέλος που αριβάρει ταχέως πολύ να σε συναντήσει στη γωνία, έτοιμο να σε διαλύσει στα εξ ων συνετέθης".
Σαρίδια αγαπητοί μου, τα έργα των ανθρώπων και προορισμένα να καταρρεύσουν αφού πρώτα μας μπουχτίσουν με την οφθαλμοφανή πλαστότητα τους.