Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡH
Τέσσερα ολάκερα χρόνια απολυμένος από την Εταιρία. Πώς το είχα αντέξει; Τέσσερα χρόνια στη γύρα, να οργώνω τους δρόμους της Αθήνας ζητιανεύοντας για ένα μεροκάματο. Ψευτοδούλευα βέβαια κατά διαστήματα εδώ και εκεί, πότε για ένα τρίμηνο, πότε για ένα εξάμηνο μα το τέλος ερχόταν γρήγορο και πάντα καρμπόν. Ξανά μανά απόλυση.
Είχα
απαυδήσει από την ζωή μου, τη γυναίκα μου, το παιδί μου. Ένα βήμα με χώριζε πια
από τη μοίρα του Ιούδα, όταν τύχη αγαθή η κυβέρνηση Μητσοτάκη που ταλάνιζε τον
τόπο τρεις ατέλειωτους χειμώνες,
κατέρρευσε εν μία νυχτί. Προκηρύχτηκαν εκλογές.
Οκτώβρη γενήκανε,
Δεκέμβρη είκοσι τέσσερις διώξανε τους
Δεξιούς από την Εταιρία κακήν κακώς, αρχές Γενάρη με κομματικές λίστες που κάποιοι
προνοητικοί είχαν καταρτίσει κρυφά μήνες πριν, επιστρέψαμε τροπαιοφόροι
αγωνιστές στη οδό Δραγατσανίου, έδρα του Ομίλου.
Στην Εταιρία
είχα εργαστεί συνολικά δέκα χρόνια, βαλμένος από τον πατέρα μου που σαν
ανώτερος υπάλληλος είχε ένα δικαίωμα
παραπάνω να βολέψει το παιδί του, μα ένεκα τα πολιτικά και τον πατέρα μου είχα
ρεζιλέψει στα μάτια της Διοίκησης και τον εαυτό μου είχα χαντακώσει όντας μια
ζωή κατώτερος υπάλληλος και ευτυχώς να λέμε δηλαδή, γιατί δίχως την άνωθεν
προστασία του γέρου μου άωρο θα με είχαν ξαποστείλει οι ιθύνοντες, στο διάολο
κι ακόμα πάρα πέρα.
Πάντως αυτό
που φοβόμουν δεν το γλύτωσα τελικά. Σεπτέμβρη του 90 η Εταιρία μπήκε σε
καθεστώς εκκαθάρισης εν λειτουργεία και όλοι οι Πασόκοι εμού
συμπεριλαμβανομένου, την φάγανε στο κώλο και όχι απλώς είδανε την τρύπα τους που
λέγει ο λαός, αλλά και να εισέρχεται εντός αυτής και μέγας ψώλος.
Πρώτη μέρα
στη δουλειά, περάσαμε από τα Κεντρικά να πάρουμε οδηγίες από τα κομματόσκυλα,
που αφού μας αφιόνισαν δεόντως, μας
αφήκαν λυτούς να τραβήξουμε για τα πόστα μας στα εργοστάσια.
Εγώ μαζί με
τον Σωτήρη, συνάδελφο από τα παλιά, συνδικαλιστή της ΠΑΣΚΕ και εξέχον μέλος της
Τριανδρίας όπου συνέταξε τις λίστες με τις προγραφές των Δεξιών, πήραμε το
δρόμο για το εργοστάσιο της Βαρυμπόμπης όπου και παλαιότερα εργαζόμασταν ως
τσεκαριστές.
Περίμενε όμως
να φτάσουμε στη Βαρυμπόμπη και θα δεις τι θα του κάνω του αρχιδιού, του μινάρα.
Θα τον λιανίσω τον άτιμο, τα άντερα όξω θα του τα βγάλω, να του τα δώσω να τα
φάει κοκορέτσι.
Τέσσερα
χρονάκια ρε κολλητάρι. Τέσσερα χρονάκια, γαμήθηκα στη κυριολεξία. Με χώρισε η
γυναίκα μου, διαλύθηκε το σπίτι μου, με προσέχεις; Είχαν δώσει τα κωλόπαιδα της
Φρειδερίκης γραμμή στη πιάτσα και δεν μας έπαιρνε κανείς εμάς τους
συνδικαλιστές, ούτε για τα σκουπίδια. Τέτοιες χαμούρες.
Αλλά τώρα
ήρθε η ώρα να τους πηδήξω πατόκορφα. Και ξέρεις ποιόν θα πηδήξω πρώτο πρώτο;
Στεγνά χωρίς σάλιο και θα το ευχαριστηθώ μάλιστα. Αυτόν τον αχρείο τον Νεάκο,
την ποντικομαμή.»
Είχαμε
φτάσει στο ηλεκτρικό σταθμό της Κηφισιάς και πήραμε ταξί. Ένα τέταρτο αργότερα
περνούσαμε τις πύλες του εργοστασίου.
Ο Σωτηράκης
το χαβά του…
«Κοίτα
χαμηλοκώλη, μην και με συγκρατήσεις. Εσύ θα την πληρώσεις στο τέλος, να το
ξέρεις. Μόνο θα βλέπεις και δεν θα βγάζεις άχνα. Το τι έχω να του σούρω αυτού
του σουρουκλεμέ δεν λέγεται. Γαμώ το σπίτι του μέσα…»
Τα είχα
χρειαστεί για τα καλά. Στο ασανσέρ για τον δεύτερο, προσπάθησα να του βάλω λίγο
πάγο μπας και ηρεμήσει.
«Άσε ρε
Σωτηράκη τις μαλακίες. Κάτσε στα αυγά σου. Τώρα που βρήκαμε ένα μεροκάματο και έχουμε
μια ελπίδα να φτιάξουμε πάλι τη ζωή μας από την αρχή, μην κάνεις τα πράγματα
πιο δύσκολα. Πρόσεξε ρε φιλαράκο γιατί θα φας πάλι κάνα φύσημα και δεν θα ξέρεις πούθε πατάς και πούθε
βρίσκεσαι. Μην ανακατώνεις τα πράγματα. Για ότι κακό έχει κάνει ο καθείς άσε να
το κρίνει ο θεός.»
Ο Σωτηράκης
συνέχιζε ανένδοτος, φωτιά και λαύρα, βάζοντας τα τώρα και μαζί μου.
«Ρε πούστη
μου, άντρας είσαι εσύ; Φοράς και
παντελόνια, πανάθεμα σε. Σαπίλα είσαι ρε, χέστης του κερατά. Πάς ρε να τον
βγάλεις λάδι τον σκατάνθρωπο; Να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα; Βάλε το στο κουφιοκέφαλο σου καλά. Ήρθε η ώρα
να πλερώσει ακριβά και ούτε ο θεός ο ίδιος δεν τον γλυτώνει από τα χέρια μου.»
Βγήκαμε από
το ασανσέρ και προχωρήσαμε προς το γραφείο του Διευθυντή.
Μέσα στο γυάλινο κλουβί του ο Νεάκος αλώβητος από
τον χρόνο, με το ίδιο πάντα απαίσιο μουστάκι και την κατάστικτη ελιές καράφλα, μουτζούρωνε κάτι χαρτιά αμέριμνος.
Άφησα τον
Σωτήρη να προπορεύεται και προετοιμάστηκα για τα χειρότερα. Δεν ήθελα να μπλέξω σε
τέτοιες καταστάσεις. Αρκετά είχα τραβήξει και ελόγου μου, τόσα χρόνια με τις
εντάσεις των κομματικών και τα ρέστα.
Ο Σωτήρης
θηρίο μονάχο, έδωσε μια και άνοιξε την πόρτα του γραφείου, αγριεμένος.
Ο Νεάκος
σηκώθηκε από την δερμάτινη πολυθρόνα και χαμογελώντας του πλατιά του μίλησε…«Καλώς τον φίλο μου τον Σωτηράκη. Χρόνια και ζαμάνια βρε ψυχή…»
Και τότες
έγινα μάρτυρας της μεταμόρφωσης του Σωτηράκη, που κατεβάζοντας το βλέμμα
αιδημόνως, του είπε με γλώσσα που έσταζε μέλι Υμηττού…»
«Καλώς σας
βρίσκω και πάλι κύριε Νεάκο… Σαν να μην πέρασε μια μέρα… Χαίρομαι που σας
ξαναβλέπω, μα περισσότερο χαίρομαι που θα σας ξαναέχω προϊστάμενο μου…»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου