Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015


             ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΚΑΛΛΙΘΕΑ
 
  «Ξέρεις ποιο είναι το σημαντικότερο στη ζωή πράγμα, αξιαγάπητη μου συμβία; Τι βαβίζεις εκεί πέρα; Τι στο διάβολο τσαμπουνάς; Δεν ξέρεις; Θα στο πω εγώ που ξέρω καλά. Έπρεπε βλέπεις να ζήσω σχεδόν έναν αιώνα σε τούτο τον κάλπικο ντουνιά για να το εννοήσω.
Να μπορείς με ίδιες δυνάμεις να παγαίνεις στον απόπατο για το αναγκαίο. Αυτό μόνο. Όλα τα άλλα  πολυτέλειες και υπερβολές. Η ευτυχία συνίσταται ακριβώς στο απλό γεγονός του να μην είσαι αναγκασμένος να τα φτιάνεις απάνω σου».

 Ο ηλικιωμένος Ποιητής που είχε να σταυρώσει στίχο  εικοσαετία και βάλε, μιλούσε στη σύζυγο του μια γυναικούλα αρκετά ταλαιπωρημένη, περί ανέμων και υδάτων.
Το συνήθιζε τελευταία μετά το εγκεφαλικό. Άρχιζε να μονολογεί περί τo μεσονύχτι για να φρενάρει για συμβολικούς λόγους περισσότερο παρά από κόπωση, λίγο πριν ξημερώσει και πάλι ο Θεός τη μέρα του. Την είχαν προειδοποιήσει  σχετικώς από το νοσοκομείο:
«Κυρούλα μου, ευτυχώς κουσούρια μεγάλα, εκτός από ένα ελαφρύ ψεύδισμα, δεν δείχνει να του άφησε ο θρόμβος, μα μια αλλοίωση της προσωπικότητας του, θα την υποστείς όπως και να έχει το πράγμα. Ίσως καταστεί λιγουλάκι βίαιος, πολυλογάς ίσως, πιθανόν πάλι να παρατηρήσεις μια ερωτική ασυδοσία εκ μέρους του, αλλά τι να γίνει; Απότοκα της ασθένειας του όλα τούτα και την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη, πρέπει να τα ανέχεσαι, πάντα στο μέτρο του δυνατού, χωρίς να του παγαίνεις και πολύ κόντρα».

 Τώρα ξαπλωμένη πλάι του, στο στενό συζυγικό κρεβάτι, καταριόταν από μέσα της τον ωτορινολαρυγγολόγο του ΙΚΑ, που ΄χε εντέλει καταφέρει να τις ξεβουλώσει τα τύμπανα, εφαρμόζοντας συνεχείς και επίπονες πλύσεις.
Συνέχιζε το παραλήρημα  απτόητος ο Ποιητής.
« Στα ανωτέρω, καλή μου συμβία, θα προσέθετα και την εκπλήρωση των συζυγικών καθηκόντων μου, αν κι εφόσον δεν με αντιμετώπιζες ως μίασμα. Το ότι είμαι πια μιας κάποιας ηλικίας, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι έπαψα να υφίσταμαι ως άνδρας και η σάρξ μου να επιζητεί διαρκώς τα νόμιμα. Πάλι παριστάνεις τον ψόφιο κοριό;
Βέβαια, αγαπητή μου, ότι δεν μας συμφέρει το παίρνει ο αγέρας. Αλλά ας είναι κι έτσι. Πείρα έχω της ζωής στερεά και των δυσκολιών που ενίοτε προκύπτουν. Προετοιμασμένος είμαι και δια το μοιραίον ακόμη. Τι να κάνουμε άλλωστε; Οι άνθρωποι βλέπεις γεννιόνται και πεθαίνουν χωριστά. Θα ήταν μάλλον αναισχυντία εκ μέρους μου να ζητήσω κάποιου είδους συμπόρευση… Η θα έπρεπε; Σε ρωτώ; Γιατί δεν καταδέχεσαι να μου απαντήσεις;»
 Ψυχανεμισμένη η γριά για τη τροπή που έπαιρνε το πράγμα, σηκώθηκε άρον- άρον από το στρώμα, έριξε πάνω της ένα σκουτί και πήγε να ετοιμάσει το τσάι στη παγωμένη κουζίνα.
Αυτός συνέχισε να μιλάει αυτή τη φορά έχοντας ως ακροατή, τους βλογιοκομμένους τοίχους.
«Μισοριξιά, κάνεις τώρα πώς δεν καταλαβαίνεις. Με αποφεύγεις λες κι έχω  τη λέπρα του Ιώβ απάνω μου. Ένα παλιόφαγο όλο κι όλο φτιάχνεις και μετά εξαφανίζεσαι τάχαμου για την εκκλησία. Μου έγινες άξαφνα και θρήσκα μπαγαπόντισα. Ανάθεμα σε. Αλλά εγώ γνωρίζω καλά την αιτία. Φεύγεις μόνο και μόνο επειδή βαρέθηκες έναν γέρο που αν και έζησες μαζί του επί εξήντα συναπτά έτη, εύχεσαι τώρα το θάνατο του για να γλυτώσεις μια για πάντα από δαύτον και τη μουρμούρα του. Αν ήταν μπορετό κι από το κρεβάτι θα είχες αποχωρήσει, να κοιμάσαι μοναχή σου.
Ορκίστηκες κάποτε αιώνια πίστη, στα καλά και στα κακά, στην υγεία και την αρρώστια, στη ζωή και το θάνατο. Και τώρα,με την πρώτη αναποδιά, όλα τα απεμπολείς, όλα τα αρνιέσαι, τη γούλα σου κοιτώντας και τον εαυτούλη σου.
Αν είναι γραφτό μου να πεθάνω λυκόπιασμα, ένας τέτοιος θάνατος δεν μου αξίζει ποσώς. Να σβήσω ναι, αλλά όταν το θέλησω ελόγου μου, με αξιοπρέπεια κι όχι πάνω σε ένα κατουρημένο στρώμα. Σαν άνδρας να αφήσω τη σκηνή του κόσμου και όχι σαν κανά κλαψάρικο, φασκιωμένο τη πάνα του.
Κι από πάνω η κακία σου. Αυτή η απέραντη κακία που τρέφετε όλες οι γυναίκες της Οικουμένης για τους άντρες σας. Άμποτες να κατανοήσω, ποια καταραμένη ενόραση σας σπρώχνει, λίγες ώρες πριν από τη τελευτή μας να βάφετε το μαλλί κορακάτο για να σταθείτε φρέσκες και ευπαρουσίαστες στη κηδεία; Και τι λόγια ξεστομίζετε μπροστά στο χαίνοντα τάφο, σαν μας βυθίζουν οι νεκροθάφτες στα χώματα, με αυτό το απερίγραπτο -αφήστε με να πάω μαζί του-.
Εμπρός εσχατόγρια, γκρεμοτσακίσου και ελόγου σου στο όρυγμα σαν το λέει η περδικούλα σου και μην απλά το διαλαλείς, να σε ακούει ο κοσμάκης να λέγει πόσο τον αγαπούσε η δόλια τον μακαρίτη. Κάμε πράξη το λοιπόν τα λόγια σου και φανού συνεπής για μια και μόνη φορά στη ζωή σου».

 Εκείνη έφυγε σαν τη κάθε μέρα για την εκκλησία. Θα έκανε ώρες να επιστρέψει. Το σπίτι ολάκερο έμενε στη διάθεση του.

Σηκώθηκε ο Ποιητής από το κρεβάτι και πρώτη του δουλειά να πάρει την εφημερίδα. Ξεφυλλίζοντας την με επιμέλεια, ανακάλυψε γοργά στις πίσω σελίδες αυτό που γύρευε. Αστραποβόλησε το μάτι του.
Έσυρε τα βήματα του στο λουτρό ανοίγοντας δρόμο με τη βακτηρία σαν σε ζούγκλα πυκνή.
Λούστηκε, ξυρίστηκε, χτενίστηκε. Αργά, τελετουργικά, σαν Αρχαίος Σπαρτιάτης λίγο πριν από τη κρίσιμη  μάχη.
Άνοιξε κατόπιν τη ντουλάπα και διάλεξε το μαύρο κουστούμι από εγγλέζικο κασμήρι που ‘χε ραμμένο χρόνια πριν στον Αγησίλαο, τον αγαπημένο του ράφτη.
Ντύθηκε στη πένα. Καθαρό πουκάμισο με χρυσά μανικετόκουμπα, γραβάτα αγορασμένη από τον «Παγώνη», πατούμενο τσίλικο του κουτιού να φυσάει. Τέλος με αργές, ήρεμες κινήσεις, πήρε το πορτοφόλι του από το συρτάρι, το τοποθέτησε προσεχτικά στη εσωτερική τσέπη του σακακιού και ρίχνοντας μια στερνή όλο περιφρόνηση ματιά στο ακατάστατο σπίτι, άνοιξε την εξώπορτα.

 Μια ώρα αργότερα, χωμένος σε μια όζουσα ψάρι τηγανητό πολυκατοικία, κάπου στη Καλλιθέα, χτυπούσε το κουδούνι ενός διαμερίσματος του τρίτου, που η ακαλαίσθητη επιγραφή πάνω στη πόρτα του, πληροφορούσε τους ενδιαφερόμενους  ότι εντός και μάλιστα υπό νέα διεύθυνση, λειτουργούσε «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΛΛΟΝΗΣ».

 Την άλλη μέρα κατά το μεσημεράκι, ο  ιατροδικαστής βάρδιας έχοντας ξεμπερδέψει με την τελευταία νεκροψία-νεκροτομή συνέτασσε στο γραφείο του τα πορίσματα, ρίχνοντας που και που γρήγορες ματιές στις σημειώσεις.
Προς την έξοδο του νεκροτομείου, ένας υπάλληλος  γραφείου κηδειών καθισμένος στο κότσι σινιάριζε  μέσα στο ακουμπισμένο καταγής φέρετρο, το πτώμα ενός ηλικιωμένου άνδρα, τοποθετώντας του ολόγυρα μπαγιάτικο λουλουδικό.
Εκείνη τη στιγμή έτυχε να διαβαίνει η Σοφία η καθαρίστρια, μια καλοβαλμένη μα άτυχη πολύ πενηντάρα που πήγαινε να ξεπλύνει σαν κάθε μέρα τα μάρμαρα από τα αίματα.
Με τον κανθό του ματιού της τήραξε το πεθαμένο.
« Αλάργα Σοφούλα από τούτονε το γέροντα σαν θέλεις τη παρθενιά σου ακέραιη για το γαμπρό», της σφύριξε τσαχπίνικα ο θεομπαίχτης, για να εισπράξει ένα της θλιμμένο χαμόγελο, έμπυο από χρόνια εγκαρτέρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου