Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015


                          ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ

Βγήκε από το φωτογραφείο κρατώντας τη σακούλα με τα καρούλια και το ντι-βι-ντι, στο αριστερό του χέρι. Από τη στιγμή που είχε μάταια προσπαθήσει να προβάλλει στη παλιά μηχανή με την καμένη λάμπα τα  ξεχασμένα οχτάρια του  ως τα τώρα που επιτέλους κρατούσε τη μεταγραφή τους σε δίσκο ακτίνας, η αθεράπευτη νοσταλγία  που ένοιωθε να τον κατακλύζει κατά κύματα, δεν έλεγε να τον αφήσει να ησυχάσει λεπτό. Η αρρυθμία, που τον ταλάνιζε τα πέντε τελευταία χρόνια και όλο απειλούσε να τον σβήσει σα κινητήρα ασυντήρητου αυτοκινήτου, συνέχιζε αδιάκοπα να τραντάζει το στήθος του, κάποιες φορές  με τόση βιαιότητα που τον άφηνε  κατόπιν να συνδιαλέγεται με μιαν αίσθηση αγωνίας όμοια με αυτή που νοιώθουν οι μελλοθάνατοι πριν το εκτελεστικό απόσπασμα η οι ερωτευμένοι εν αναμονή του πρώτου τους ραντεβού.

Έκανε υπομονή ως το Σαββατόβραδο που τα παιδιά βγήκαν βόλτα με τους φίλους τους και η Μαριάννα τον άφησε μονάχο, για να επισκεφτεί  καθώς το είχε συνήθειο, τη γηραιά μητέρα της στο Κουκάκι. Το σπίτι  ήταν όλο ήταν στη διάθεση του.

Σε αυτά τα τρίλεπτα που τα εμφάνιζε κάποτε στέλνοντας τα  με το ταχυδρομείο σε ένα εργοστάσιο της Γερμανίας, είχαν αποτυπωθεί πάνω στο ήδη φθαρμένο σελυλόιυντ, σημεία και τέρατα. Παλιές του αγάπες σε σκηνές ερωτικής έκστασης, αρχαίες αμαρτίες με πέη ανορθωμένα και στήθη να ασπαίρουν μέσα στις χούφτες του, πρόσωπα λησμονημένα καιρό για τα οποία δεν ένοιωθε τη διάθεση να απολογηθεί και σε κανένα και πολλά άλλα τέτοιας φύσεως νεανικά ολισθήματα που το ορθότερο ήταν να μείνουν στα μετόπισθεν απλά ως διακοσμητικά μοτίβα ενός παραστρατημένου για τα καλά βίου.

Έτσι, σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελε να βρίσκεται δεύτερο πρόσωπο μπροστά κατά τη προβολή του υλικού, πόσο περισσότερο η γυναίκα του η τα παιδιά. Αρκετά οικογενειακά προβλήματα αντιμετώπιζε, δεν θα πρόσθετε κι άλλα στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα που λίγο ήθελε να μεταβληθεί σε τροπική καταιγίδα. Το βέβαιο ήταν ότι έτσι και έκανε να ξεσπάσει, θα παράσερνε το δίχως άλλο στο διάβα της, βεβαιότητες και τελετουργίες  παγιωμένες υπομονετικά με τα χρόνια. Και κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις του.

Όταν επιτέλους έμεινε μόνος, άνοιξε την τηλεόραση, έβαλε το ντι-βι-ντι στο πλέιερ και αφού κάθισε στη γωνία του κρεβατιού όσο μπορούσε πιο αναπαυτικά, πίεσε στο κοντρόλ το πλέι.

Τα ταινιάκια είχαν μπει με τυχαία χρονολογική σειρά. Άλλωστε οι ενδείξεις στις μπομπίνες ήταν τόσο ελλιπείς που θα ήταν εξ΄ορισμού μάταιη κάθε προσπάθεια εκ μέρους του να κατατάξει χρονικά το υλικό. Αλλά ακόμα και έτσι δεν τον πείραζε καθόλου.

Κάρφωσε το βλέμμα του στη γυάλινη οθόνη με αγωνία. Μπροστά στα μάτια του πήρε να ξετυλίγεται ένα παρελθόν σε σκοτωμένο έγχρωμο και βουβό, βουβό σαν συζήτηση κωφαλάλων. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν κάποτε διέθετε κάποιου είδους φωνή η εάν θεληματικά παρέμενε σιωπηλός με τις λέξεις σφηνωμένες βαθιά στη τραχεία. Το πιο πιθανό ήταν ότι ένα απαλό χεράκι νεράιδας βρίσκοντας τον να περιπλανιέται στις όχθες του ιερού ποταμού του είχε κλέψει τη φωνή για πάντα. Τα ποτάμια λένε δεν γυρίζουν πίσω κι όταν καμιά φορά γυρίζουν, το τίμημα οφείλει να είναι ακριβό. Φυσικό επακόλουθο λοιπόν το να σου έχει απαγορευτεί δια ροπάλου μάλιστα, να ακούς τα ρέοντα ύδατα.

Καλοκαίρι σε νησί του Αιγαίου, μάλλον Σαντορίνη. Γυμνός κάτω από τον μεσημεριανό  ήλιο με τη Μαρίνα να κρύβει το πρόσωπο της στο φακό όλο ψεύτικες ντροπές. Ένα ζευγάρι γυμνά στήθη. Ο Λουκάς με την Κατερίνα ένα βροχερό πρωινό, αγκαλιασμένοι πάνω στην Ακρόπολη, ενώ η ομπρέλα που τους προφυλάσσει, έχει γυρίσει από τον δυνατό άνεμο. Ο συγχωρεμένος ο πατέρας να σουβλίζει κοκορέτσι στην αυλή του πατρικού σπιτιού μια Κυριακή του Πάσχα. Η μάνα να τσουγκρίζει κόκκινα αυγά με το μικρότερο αδελφό του. Ερωτική σκηνή με την Νανά μέσα στη γκαρσονιέρα που διατηρούσε κάποτε στη Νέα Σμύρνη. Καθαρή Δευτέρα στο χιονισμένο Υμηττό πριν το Σαρακοστιανό γεύμα όλη η βρομοπαρέα της εποχής, ο Θανάσης, η Λένα, ο Γιάννης, ο Βασίλης, να παίζουνε χιονιές  με τη λάμψη στα μάτια τους  να συγκλονίζει συθέμελα το θολωμένο φακό της αρχαίας Πανασόνικ. Ο παππούς και η γιαγιά από χρόνια νεκροί, να κοιτάζουν σοβαροί ένα μέλλον που προκαταβολικά γνώριζαν πως δεν θα τους περιέχει παρά μόνο  ως ανάμνηση και αυτή στα όρια της εξάχνωσης.

Η απόγευση των περασμένων και τα βασίλεια της σκιάς που είχαν πάρει άξαφνα τα πάνω τους απειλώντας τον ως άλλο Ορφέα να τον αφήσουν με ένα φουστάνι αδειανό στο χέρι να περιδιαβαίνει άπελπις τα γκρέμια, εδραιώθηκαν στη γλώσσα καθώς και στους αμφιβληστροειδείς του, εκλύοντας ουσίες απίστευτης πικρότητας. Ξεροκατάπιε όχι χωρίς κόπο τη νοσταλγία που ανέβαινε αέρινη από τα σπλάχνα του. Μην αντέχοντας άλλο αυτή τη επαφή με το νεκραναστημένο του παρελθόν, σκέφτηκε να πατήσει το έτζεκτ, να απαλλαγεί μια δια παντός από αυτόν τον βρικολακιασμένο βραχνά που του είχε θρονιαστεί στο σβέρκο.

Και τότε είδε τους τάφους να ανοίγονται μπρος του σαν μια υπενθύμιση του τι έπρεπε να αναμένει  στο εγγύς μέλλον. Η ζαριά παρά την κάποια αβεβαιότητα της έκβασης της  είχε ξεφύγει από το χέρι του μόνο που αυτός καλά γνώριζε από διαίσθηση περισσότερο ότι θα έρχονταν έτσι και αλλιώς στραβή, όσες προσπάθειες κι αν κατέβαλε να ανατρέψει τα δυσμενή προγνωστικά προς όφελος του. Η φρούδα ελπίδα πώς θα είχε τη τιμή πρώτος αυτός από τους ανθρώπους να φέρει το χαρούμενο άγγελμα ότι ο Θάνατος κατεπατήθη αμετακλήτως και τα λοιπά φληναφήματα, μάλλον θα αποδεικνύονταν αργά η γρήγορα ένα ακόμα ζωτικό ψεύδος.

Ήταν μια απόπειρα του να γυρίσει ένα καλλιτεχνικό ντοκιμαντέρ στο Πρώτο Νεκροταφείο των Αθηνών με πειραγμένες γωνίες και γρήγορο μοντάζ αλά Αϊζενστάιν. Το <<Θωρηκτό Ποτέμκιν>> άλλωστε δεν αποτελούσε  τυχαία, ένα από τα πρώτα του ευαγγέλια.

Εστιάζοντας το φακό σε  λεπτομέρειες όπως αγάλματα ηρώων της Επανάστασης, τάφους ηθοποιών, φωτογραφίες πολιτικών,  μαυρισμένα γοβάκια δίπλα σε σανίδες από σαπισμένα φέρετρα και άλλα τέτοια γκραν γκινιόλ, είχε προσπαθήσει να δώσει ένα κάποιο τόνο δραματικής κλιμακούμενης έντασης, που τώρα τον έκανε να χαμογελάει με πικρία για την τόση του  νεανική έπαρση.

Προς το τέλος του τρίλεπτου και λίγο πριν το πλάνο που έδειχνε τον ήλιο να βυθίζεται πίσω από πορφυρά νέφη προς τη μεριά του Αιγάλεω, υπήρχε μια σκηνή απαθανατισμένη με ζουμ από τα ορεινά του κοιμητηρίου, όπου πρωταγωνιστούσε μια μαυροφόρα καθισμένη σε καρέκλα, με τον πόνο -ρομφαία πύρινη- να την έχει διαπεράσει εγκάρσια. Την πλαισίωναν κυρίες, που έδειχναν έτοιμες να την συνδράμουν με ένα τρόπο βαθιά αταβιστικό λες και όλες τους αντάμα  θρηνούσαν το ίδιο πρόσωπο.

Την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η κυρά-Αθηνά, η μητέρα του Αλέκου Παναγούλη που μισολιγοθυμισμένη μοιρολογούσε κάτω από τη σκιά των δένδρων, το αδικοχαμένο βλαστάρι της. Η σκηνή  πρέπει να ήταν τραβηγμένη λίγους μήνες μετά το θάνατο του Αλέκου, κατά πάσα πιθανότητα το φθινόπωρο του 1976.

Τη Πρωτομαγιά που σκοτώθηκε ο Παναγούλης τέλειωνε το Γυμνάσιο του Αγίου Δημητρίου.

Φοιτούσε στο λεγόμενο <<Στρογγυλό>>, του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου του κατοπινού αυτοχτόνου,  που θα έμενε στη ιστορία της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής ως ο άνθρωπος που προσγείωσε το Έντερπράιζ στο πλανήτη Γη. Ακόμα τότε βέβαια δεν ήταν σε θέση να εννοήσει τη αξία  και το μέγεθος του σχεδιαστικού του τολμήματος  αλλά έτσι και αλλιώς με τη Χούντα πια για τα καλά χωμένη στο Κορυδαλλό, όλοι οι δρόμοι, ακόμα και οι πιο σκολιοί δείχνανε στα νεανικά του μάτια  λεωφόροι πλατιές. Τίποτα δεν έστεκε ικανό να τον εμποδίσει από το να ονειρεύεται καινούργιους, αλλόκοτους κόσμους όπου μέσα τους θα μεγαλουργούσε κι ας ήταν ήδη εγκλωβισμένος στη μέγγενη της πιο γκρίζας Μεταπολιτευτικής καθημερινότητας.

Έμαθε τα νέα του χαμού του Αλέκου από τη Μαρίνα στο τηλέφωνο. Τον πήρε σχεδόν ξημερώματα προκαλώντας τη μήνι του πατέρα του που η διατάραξη του πρωινού του ύπνου είχε εκληφθεί μάλλον υπερβολικά, τουλάχιστον ως ιεροσυλία.

Λαλούσαν ακόμη τα κοκόρια σαν κίνησε με τα πόδια για το σημείο του δράματος. Περνώντας μπρος από το κλειστό Εντερπράιζ γρήγορα βγήκε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης στο ύψος περίπου της Παναγίτσας. Βαδίζοντας στο δεξί πεζοδρόμιο της λεωφόρου προς Γλυφάδα, είδε τον κόσμο μαζεμένο  μπροστά σε ένα υπόγειο μαγαζί. Μια ασφάλτινη κατεβασιά οδηγούσε στη κλειστή γκαραζόπορτα της εισόδου.

Η άλικη  επιγραφή  διαλαλούσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι οι φρικτά παραμορφωμένες λαμαρίνες που απλώνονταν από κάτω της είχαν βρει  ιδανικό καταφύγιο :

Φανοποιεία-Βαφές Α.ΡΑΜΠΕΤΑΣ

Δεν επιτρεπόταν αμφιβολία. Το τσαλακωμένο πράσινο Φίατ Μιραφιόρι του Παναγούλη ήταν εκεί, καρφωμένο  στην είσοδο. Όλοι μιλούσαν για το Πεζώ που είχαν δει να προσκρούει πλαγίως πάνω στο αυτοκίνητο του Αλέκου, αναγκάζοντας το να πάει να πέσει με ταχύτητα στο μοιραίο υπόγειο. Προς το παρόν αναζητείτο από την Αστυνομία.

Πράγματι λίγο αργότερα έγινε γνωστό ότι το εν λόγω Πεζώ το οδηγούσε ένας κάποιος Στέφας, που  πολλοί τον ήθελαν να είναι πράκτορας της ασφάλειας σε διατεταγμένη υπηρεσία. Μια φήμη ήθελε ο Παναγούλης να έχει δεχτεί εν κινήσει, αναισθητική σαΐτα. Ο αστικός μύθος της εποχής επέμενε με φορτικότητα, ότι  σταγονίδια που εμφιλοχωρούσαν ακόμα στις τάξεις του στρατεύματος τον προτιμούσαν νεκρό για να μην βγάλει στη φόρα όπως επαπειλούσε, τα Αρχεία της ΕΑΤ-ΕΣΑ και μάλιστα μέσα στην ίδια τη Βουλή. Αηδίες της εποχής και φληναφήματα ασχέτων. Η αλήθεια ήτανε κομμάτι πιο πεζή.  Μάλλον επρόκειτο για κόντρα. Ένα δυο φανάρια πιο πριν  κάπου στο ύψος της πλατείας Καλογήρων, κάποιος από τους δυο οδηγούς, πιθανότατα ο Αλέκος σαν πιο αράθυμος και μερακλής  ξεκίνησε ένα λυσσώδη αγώνα ταχύτητας, μια Ρωμαϊκή αρματοδρομία, με αυτό το τραγικό αποτέλεσμα.  

Η αλήθεια φυσικά τότε δεν έπαιξε κανένα ρόλο, ήταν κάτι τι το δευτερεύον. Η ουσία παρέμενε, ότι ένα ηρωικό παλικάρι παραλίγο τυραννοκτόνος, όμορφος σαν αρχάγγελος και δυνατός σα Διγενής, πολέμιος κάθε αδικίας στο κόσμο, ποιητής αισθαντικός που τα τραγούδια του φώλιαζαν κάτω από μαξιλάρια ανήσυχων  εφήβων, είχε τελευτήσει προώρως και μάλιστα καθώς του έπρεπε. Αγέραστος, άσπιλος, ερωτικός.

Μέχρι το μεσημέρι ο κόσμος είχε γίνει ποτάμι και κατέκλυζε τη λεωφόρο εμποδίζοντας την κυκλοφορία των οχημάτων. ΄Ωρες-ώρες έκλεινε το ρεύμα προς τη παραλία, με αποτέλεσμα  να καταφτάσουν τροχονόμοι για να διευθετήσουν το μέγα πλήθος που σπαρταρούσε καμακωμένο από το καμάκι του Ήλιου-Αλέκου, μέσα στη στιλπνή πρωτομαγιάτικη ημέρα.

Τις συντεταγμένες εκείνες του δράματος τις γνώριζε  πολύ καλά. Εκεί ακριβώς απέναντι από το τόπο του δυστυχήματος ένα χρόνο πριν το χαμό του Αλέκου, στο σημείο περίπου που θα κατασκεύαζαν αργότερα  μια από τις εξόδους του μετρό και ένα σούπερ μάρκετ για νεόπτωχους, είχε λάβει χώρα κάτι το συνταρακτικό. Καλοκαίρι του 75, λίγο πριν σβήσει από εγκεφαλικό η γιαγιά-Σοφία, ο ελαιοχρωματιστής Αλέξανδρος Τσαβάλας, έχανε τη ζωή του πέφτοντας από το μηχανάκι που οδηγούσε επί του καταστρώματος της οδού Βουλιαγμένης. Στο σημείο της πτώσης, πάνω στη καυτή άσφαλτο είχε σχηματιστεί μια μαύρη κηλίδα με το αποτύπωμα του κουβαριασμένου του σώματος που μέρες μετά και παρά τις επίπονες προσπάθειες συνεργείων καθαρισμού, δεν έλεγε να φύγει. Χιλιάδες κόσμου για  εβδομάδες ολόκληρες, μαζεύονταν στα γύρω πεζοδρόμια και με μεταφυσικό τρόμο διηγούνταν ιστορίες για σημεία και τέρατα που σήκωναν τη τρίχα του ανθρώπου. Τα ρεπορτάζ των εφημερίδων και τα τηλεοπτικά συνεργεία, είχαν προσδώσει μια τέτοιας ενάργειας σημασία στο περιστατικό που η εφηβική του ψυχή ανταριασμένη από το ανεξήγητο αποζητούσε για καιρό μετά το γεγονός, παρηγοριά σε βιβλία μεταφυσικής και στη ποίηση του  Γουίλιαμ Μπλέηκ.

Δυο μέρες αργότερα έγινε η κηδεία του Παναγούλη. Επιστρέφοντας με τη Μαρίνα από το Α΄ Νεκροταφείο στο Μπραχάμι ποδαράτα, στάθηκαν μπροστά από τον κινηματογράφο <<Αστέρα>> επί της Αγίου Δημητρίου για να της δείξει απέναντι το ζαχαροπλαστείο <<Αθηναϊκό>>.

Εκεί μέσα κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα  του Νοεμβρίου του 74, ο Αλέκος είχε εκφωνήσει λόγο ως υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΗΝ. Της μίλησε για το μοίραρχο που είχε καταφτάσει ενδεδυμένος τη μεγάλη στολή και που με σκαιό τρόπο απαιτούσε να ξηλώσουν τα μεγάφωνα γιατί δήθεν το απαγόρευε ο νόμος, για το βίαιο ξέσπασμα του Παναγούλη που πιάνοντας τον από τα πέτα και βρίζοντας  Χριστούς και Παναγίες τον είχε πετάξει κλοτσηδόν από το ζαχαροπλαστείο, για τη βροντερή όλο πάθος φωνή του που πολλαπλασιασμένη από τα μεγάφωνα  σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της  και τέλος  της περιέγραψε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις ψοφοδεείς αντιδράσεις του φιλήσυχου κοσμάκη που προσπερνώντας αδιάφορα εμπρός από τη σκηνή, έκανε εν αγνοία του μιαν ακόμα δήλωση μετανοίας, δέσμιος ακόμα έστω και ψυχολογικά της Επταετίας.

Η οθόνη είχε ασπρίσει. Αποκαμωμένος έβγαλε το δισκάκι από το μηχάνημα και το τοποθέτησε στη πλαστική του θήκη. Με ένα μαρκαδοράκι κόκκινο, έγραψε πάνω στη επιφάνεια τη λέξη <<ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ>> και το έκρυψε ανάμεσα στους δυο τόμους του <<βιβλίου της ανησυχίας>>  του Φερνάντο Πεσσόα.

Εκείνο το ίδιο βράδυ λίγο πριν τον πάρει ένας ανήσυχος ύπνος ξανάρθε στη μνήμη του η μεγαλειώδης σκηνή της κηδείας. Πήχτρα ο κόσμος να στέκει βουβός μπρος στις πύλες του νεκροταφείου. Το φέρετρο με τη σωρό να ανοίγει δρόμο με δυσκολία, σχίζοντας σα παγοθραυστικό τις ανθρώπινες συσσωματώσεις. Η Οριάννα με τις βέρες έτοιμη για τους νεκρούς αρραβώνες, ο Ρίτσος, ο Θεοδωράκης, οι φιδοδαγκωμένοι σύντροφοι. Τα τραγούδια που ξεχύνονταν από χείλη διψασμένα δικαιοσύνη στο ξερό αγέρα του απογέματος. Οι γροθιές υψωμένες να αποχαιρετούν το ηρωικό ξόδι. Ο ξεδιπλωμένος θρήνος ψυχών που έχοντας κατορθώσει να προσεγγίσουν την τέλεια απόγνωση κάλυπταν τα ένδον ερείπια με ένα λεπτό στρώμα ακηδίας.

Μια δεύτερη Μεγάλη Παρασκευή είχε συντελεστεί, αφήνοντας τη πρώτη, σκιά της και αχνή υπενθύμιση μιας νέας αυτή τη φορά σταύρωσης, σταύρωσης δίχως ανάσταση παρά μόνο συμβολικής, που πολύ αργότερα θα γινόταν γιορτή και μνήμη και θα ζούσε μυστικά στις ψυχές όσων έτυχαν να δηλώσουν παρόντες, έχοντας αναπνεύσει έστω και προσωρινά, τα ηδονικά σκότη εκείνου του πένθιμου Μαγιάτικου απογέματος.

Σαν γύρισε η Μαριάννα γύρω στα μεσάνυχτα από τη μητέρα της, τον βρήκε  ξαπλωμένο με τα ρούχα στο κρεβάτι να κοιμάται. Ακροβατώντας στις άκρες των δαχτύλων της, τον σκέπασε με μια μάλλινη κουβέρτα. Έκλεισε τη πόρτα του δωματίου προσεχτικά και πήγε στη κουζίνα να πλύνει τα πιάτα που είχε αφήσει από το μεσημέρι.

Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό της ότι αν και με μάτια ερμητικά κλειστά, ο άνδρας της πρώτη φορά μετά από χρόνια, ξανάβλεπε το παρελθόν να ορθώνεται γιγάντιο σα μανιτάρι ατομικό, γυρεύοντας τα ρέστα  του  από μια κίβδηλη ζωή και έτοιμο  να παρασύρει τα πάντα στο βίαιο του ξέσπασμα, ακόμα και εκείνη την ίδια.

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου