Ο Πολύκαρπος
στη σκουπιδιάρα

Τον είχα πει Πολύκαρπο.
Έτσι στρουμπουλός που ήταν, έμοιαζε φτυστός με ένα συμμαθητή μου, που έχοντας καταντήσει από τα μικράτα του μοναχός στο Άγιο Όρος, είχε λάβει αυτό το δαψιλές όνομα ως ρεγάλο από τον πνευματικό του πατέρα, να έχει να πορεύεται τον βίο τον ανέμελο.
Ο Πολύκαρπος το λοιπόν, ένας γκρίζος κεραμιδίσιος, μπήκε στο σπίτι μας μόλις δύο εβδομάδων και τον μεγάλωσε η γυναίκα μου με το μπιμπερό, ίδια μωρό.
Φάνηκε από τη πρώτη κιόλας στιγμή ότι θα εξελιχθεί γρήγορα σε γάτο σένιο και ότι θα κυριαρχήσει στη γειτονιά δίχως πολύ προσπάθεια με τον αέρα και μόνο που διέθετε.
Και δεν έπεσα έξω σε αυτή μου την πρόβλεψη.
Τρία χρόνια αργότερα ο Πολύκαρπος, είχε εξελιχθεί σε μούτρο μεγάλης ολκής, φόβος και τρόμος των άλλων γάτων που σαν τον έβλεπαν εξαφανίζονταν στο μινούτο αντιλαμβανόμενοι καλώς ότι μια μονομαχία μαζί του θα ήταν τουλάχιστον χάσιμο χρόνου, αν όχι κάποιου ζωτικού σημείου του σώματος τους.
Ο μικρός μου γιός ο Απόστολος τρελός και παλαβός μαζί του. Ψύχωση κανονική. Αν και επτά χρονών παιδί, πήρε πάνω του όλη τη φροντίδα. Αυτός πήγαινε στη μαρκέτα να του αγοράσει γατοτροφή, αυτός τον τάιζε σχεδόν στο στόμα τρείς φορές τη μέρα, αυτός νοιαζόταν και για τη παραμικρή λεπτομέρεια που αφορούσε την υγιεινή του.
Γρήγορα πέρασε από το <<ο γάτος μου>> στο <<ο γιός μου, ο Πολύκαρπος.>>
Και ώ του θαύματος, ο παλιόγατος ανταποκρινόταν και με το παραπάνω σε αυτά τα παράταιρα συναισθήματα, υπακούοντας ως σκύλος πιστά στις εκάστοτε εντολές του.
Δεν πα να του φώναζα εγώ να έρθει, τίποτα αυτός.
Αγέρωχος με κοιτούσε από το δρόμο και η φιγούρα μου στο μπαλκόνι ήταν σαν να μην υπήρχε για τη γαμημένη του τη γατόραση.
Μόλις όμως έκανε να τον καλέσει ο Απόστολος λες και τον χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Με μιας τσακιζόταν κοντά του, μπερδευόταν μες τα πόδια του, στύλωνε τα μάτια του στα δικά του και τι τσιριμόνιες του κανε άλλο να σας το λέω κι άλλο να το βλέπετε.
Κι άιντε ο κανακάρης μου με το <<γιέ μου>> και <<γιέ μου>> συνέχεια, να μου κάνει τα νεύρα τσατάλια.
Δεν έλεγα τίποτα μα η κατάσταση είχε αρχίσει να με εκνευρίζει αφάνταστα. Ζήλευα και μάλιστα πολύ. Μια σταλιά αγόρι και να έχει βρει κουμπιά που μεταμόρφωναν το ζωντανό σε ανθρώπινη ύπαρξη και εγώ με τόσες αναγνώσεις παιδαγωγικών βιβλίων να μην μπορώ να κάνω ζάφτι όχι το γάτο μα ούτε το ίδιο μου το παιδί, που στο κάτω κάτω ήταν δημιούργημα μου και σάρξ εκ της σαρκός μου.
Δίχως να το επιζητώ, είχα αρχίσει να γίνομαι βάναυσος με το ζώο. Όπου το εύρισκα μπόσικο, το κοπανούσα.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο γάτος να μην με εμπιστεύεται πια στο παραμικρό. Κάτι προσπάθειες να τον δηλητηριάσω, αποδείχτηκαν μάταιες. Από το χέρι μου δεν έπαιρνε τίποτα όσο και η πείνα να τον έκοβε.
Στο φώς των φάρων τα μάτια του γάτου έδειξαν καθρέπτες, αντανακλώντας καταπάνω μου δέσμες πράσινες σα λέιζερ που με πλήγωναν θανάσιμα. Στεκόταν εμπρός από τα λάστιχα και με σταύρωνε απαθώς σαν να μουρμούριζε: <<Καλώς τον μαλάκα, τον μπεκρή.>>
Πήρα ανάποδες. Ούτε κατάλαβα πως έγινε το κακό. Γύρισα στο αμάξι, μαρσάρισα και οδηγώντας με χέρι σταθερό, πέρασα από πάνω του.
Δεν έκανε τη παραμικρή κίνηση για να με αποφύγει, να γλυτώσει το μαύρο θάνατο. Ένοιωσα τα κόκαλα του να θρυμματίζονται κάτω από τις ρόδες. Για σιγουριά, έκανα όπισθεν και τον ξαναπέρασα άλλη μια φορά.
Άναψα τα φώτα της εισόδου. Ότι είχε απομείνει από δαύτον ήταν ένας γκρίζος αιμάτινος σάκος. Πήρα το φαράσι, κόντραρα λίγο με την μύτη του παπουτσιού, τον βόλεψα και πήγα να τον ξεφορτωθώ στο κάδο της γωνίας. Πάνω στην ώρα φάνηκε κι η σκουπιδιάρα που εκτελούσε το νυχτερινό δρομολόγιο.
Όλα λοιπόν τραβούσαν κατ΄ευχήν.
Γύρισα στη πυλωτή.
Άνοιξα τη βρύση του κήπου και με το λάστιχο, έπλυνα τα αίματα από παντού. Ανέβηκα τρεκλίζοντας σπίτι.
Η γυναίκα μου αγουροξυπνημένη γκρίνιαξε:
<<Τι έκαμες με τα νερά νυχτιάτικα Χριστιανέ μου; Έπαιζες; >>
<< Κοιμήσου>>, τη καθησύχασα, << ήταν ξερά τα λουλούδια κι είπα να τα ποτίσω λίγο>>.
<< Τι τσαμπουνάς χριστιανέ μου. Το απόγευμα, τους έριξα ένα τόνο νερό>>, ξεσπάθωσε εκείνη και γυρνώντας πλευρό αποκοιμήθηκε βαλαντωμένη.
Ξάπλωσα πλάι της όπως ήμουν με τα ρούχα. Κοιμήθηκα έναν ύπνο ανονείρευτο και γλυκό ως αργά το πρωί.
Την άλλη μέρα καθώς ο γάτος δεν φάνηκε να φαρμακώσει, τα μαύρα φίδια ζώσανε για τα καλά τον Απόστολο.
<< Μην στεναχωριέσαι>>, του μίλησα πατρικά << με καμιά παρδαλή θα τρέχει ο βρωμόγατος σου>>.
Φάνηκε να το πιστεύει. Αναπτερώθηκε το παιδί.
Μια εβδομάδα αργότερα ο πιτσιρικάς είχε περιέλθει σε πλήρη απόγνωση.
<< Πάει ο Πολύκαρπος μπαμπά ... Πάει ο γιός μου… Κάποιος μου τον έκλεψε...>>
<< Δεν νομίζω παιδί μου>> είπα κομίζοντας του μια κάποια σχετική παραμυθία:
<< Οι γάτοι ξέρεις είναι όντα πανέξυπνα. Κανείς δεν δύναται να τους γελάσει. Έτσι είναι πιθανόν να ένοιωσε πώς δεν ήσουν εσύ ο πατέρας του. Έφυγε λοιπόν να γυρίσει τον κόσμο, μπας και εύρει τον πραγματικό… >>.
Και πρόσθεσα μυστικά να μην με ακούσει και ανταριασθεί ο μικρός, ότι ο λόγος μου παραήτανε πικρός για τα αυτιά του τα άμαθα:<<τον Πατέρα του, τον εν Ουρανοίς…>>
Έτσι στρουμπουλός που ήταν, έμοιαζε φτυστός με ένα συμμαθητή μου, που έχοντας καταντήσει από τα μικράτα του μοναχός στο Άγιο Όρος, είχε λάβει αυτό το δαψιλές όνομα ως ρεγάλο από τον πνευματικό του πατέρα, να έχει να πορεύεται τον βίο τον ανέμελο.
Ο Πολύκαρπος το λοιπόν, ένας γκρίζος κεραμιδίσιος, μπήκε στο σπίτι μας μόλις δύο εβδομάδων και τον μεγάλωσε η γυναίκα μου με το μπιμπερό, ίδια μωρό.
Φάνηκε από τη πρώτη κιόλας στιγμή ότι θα εξελιχθεί γρήγορα σε γάτο σένιο και ότι θα κυριαρχήσει στη γειτονιά δίχως πολύ προσπάθεια με τον αέρα και μόνο που διέθετε.
Και δεν έπεσα έξω σε αυτή μου την πρόβλεψη.
Τρία χρόνια αργότερα ο Πολύκαρπος, είχε εξελιχθεί σε μούτρο μεγάλης ολκής, φόβος και τρόμος των άλλων γάτων που σαν τον έβλεπαν εξαφανίζονταν στο μινούτο αντιλαμβανόμενοι καλώς ότι μια μονομαχία μαζί του θα ήταν τουλάχιστον χάσιμο χρόνου, αν όχι κάποιου ζωτικού σημείου του σώματος τους.
Ο μικρός μου γιός ο Απόστολος τρελός και παλαβός μαζί του. Ψύχωση κανονική. Αν και επτά χρονών παιδί, πήρε πάνω του όλη τη φροντίδα. Αυτός πήγαινε στη μαρκέτα να του αγοράσει γατοτροφή, αυτός τον τάιζε σχεδόν στο στόμα τρείς φορές τη μέρα, αυτός νοιαζόταν και για τη παραμικρή λεπτομέρεια που αφορούσε την υγιεινή του.
Γρήγορα πέρασε από το <<ο γάτος μου>> στο <<ο γιός μου, ο Πολύκαρπος.>>
Και ώ του θαύματος, ο παλιόγατος ανταποκρινόταν και με το παραπάνω σε αυτά τα παράταιρα συναισθήματα, υπακούοντας ως σκύλος πιστά στις εκάστοτε εντολές του.
Δεν πα να του φώναζα εγώ να έρθει, τίποτα αυτός.
Αγέρωχος με κοιτούσε από το δρόμο και η φιγούρα μου στο μπαλκόνι ήταν σαν να μην υπήρχε για τη γαμημένη του τη γατόραση.
Μόλις όμως έκανε να τον καλέσει ο Απόστολος λες και τον χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Με μιας τσακιζόταν κοντά του, μπερδευόταν μες τα πόδια του, στύλωνε τα μάτια του στα δικά του και τι τσιριμόνιες του κανε άλλο να σας το λέω κι άλλο να το βλέπετε.
Κι άιντε ο κανακάρης μου με το <<γιέ μου>> και <<γιέ μου>> συνέχεια, να μου κάνει τα νεύρα τσατάλια.
Δεν έλεγα τίποτα μα η κατάσταση είχε αρχίσει να με εκνευρίζει αφάνταστα. Ζήλευα και μάλιστα πολύ. Μια σταλιά αγόρι και να έχει βρει κουμπιά που μεταμόρφωναν το ζωντανό σε ανθρώπινη ύπαρξη και εγώ με τόσες αναγνώσεις παιδαγωγικών βιβλίων να μην μπορώ να κάνω ζάφτι όχι το γάτο μα ούτε το ίδιο μου το παιδί, που στο κάτω κάτω ήταν δημιούργημα μου και σάρξ εκ της σαρκός μου.
Δίχως να το επιζητώ, είχα αρχίσει να γίνομαι βάναυσος με το ζώο. Όπου το εύρισκα μπόσικο, το κοπανούσα.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο γάτος να μην με εμπιστεύεται πια στο παραμικρό. Κάτι προσπάθειες να τον δηλητηριάσω, αποδείχτηκαν μάταιες. Από το χέρι μου δεν έπαιρνε τίποτα όσο και η πείνα να τον έκοβε.
Το μυαλό μου είχε καταστεί άρρωστο, κακό. Ότι χειρότερο έκρυβα τόσα
χρόνια ακόμα και από τον ίδιο μου τον εαυτό, είχε βγει φάτσα φόρα και έκραζε
για δικαίωση. Ζητούσε στανικώς, το μερίδιο του Κάιν.
Ένα βράδυ επιστρέφοντας σπίτι πιωμένος κάργα
ύστερα από κάποιο τσιμπούσι με τα φιλαράκια, κατέβηκα να ανοίξω τη γκαραζόπορτα
για να μπάσω τη ρόδα στο παρκινγκ. Στο φώς των φάρων τα μάτια του γάτου έδειξαν καθρέπτες, αντανακλώντας καταπάνω μου δέσμες πράσινες σα λέιζερ που με πλήγωναν θανάσιμα. Στεκόταν εμπρός από τα λάστιχα και με σταύρωνε απαθώς σαν να μουρμούριζε: <<Καλώς τον μαλάκα, τον μπεκρή.>>
Πήρα ανάποδες. Ούτε κατάλαβα πως έγινε το κακό. Γύρισα στο αμάξι, μαρσάρισα και οδηγώντας με χέρι σταθερό, πέρασα από πάνω του.
Δεν έκανε τη παραμικρή κίνηση για να με αποφύγει, να γλυτώσει το μαύρο θάνατο. Ένοιωσα τα κόκαλα του να θρυμματίζονται κάτω από τις ρόδες. Για σιγουριά, έκανα όπισθεν και τον ξαναπέρασα άλλη μια φορά.
Άναψα τα φώτα της εισόδου. Ότι είχε απομείνει από δαύτον ήταν ένας γκρίζος αιμάτινος σάκος. Πήρα το φαράσι, κόντραρα λίγο με την μύτη του παπουτσιού, τον βόλεψα και πήγα να τον ξεφορτωθώ στο κάδο της γωνίας. Πάνω στην ώρα φάνηκε κι η σκουπιδιάρα που εκτελούσε το νυχτερινό δρομολόγιο.
Όλα λοιπόν τραβούσαν κατ΄ευχήν.
Γύρισα στη πυλωτή.
Άνοιξα τη βρύση του κήπου και με το λάστιχο, έπλυνα τα αίματα από παντού. Ανέβηκα τρεκλίζοντας σπίτι.
Η γυναίκα μου αγουροξυπνημένη γκρίνιαξε:
<<Τι έκαμες με τα νερά νυχτιάτικα Χριστιανέ μου; Έπαιζες; >>
<< Κοιμήσου>>, τη καθησύχασα, << ήταν ξερά τα λουλούδια κι είπα να τα ποτίσω λίγο>>.
<< Τι τσαμπουνάς χριστιανέ μου. Το απόγευμα, τους έριξα ένα τόνο νερό>>, ξεσπάθωσε εκείνη και γυρνώντας πλευρό αποκοιμήθηκε βαλαντωμένη.
Ξάπλωσα πλάι της όπως ήμουν με τα ρούχα. Κοιμήθηκα έναν ύπνο ανονείρευτο και γλυκό ως αργά το πρωί.
Την άλλη μέρα καθώς ο γάτος δεν φάνηκε να φαρμακώσει, τα μαύρα φίδια ζώσανε για τα καλά τον Απόστολο.
<< Μην στεναχωριέσαι>>, του μίλησα πατρικά << με καμιά παρδαλή θα τρέχει ο βρωμόγατος σου>>.
Φάνηκε να το πιστεύει. Αναπτερώθηκε το παιδί.
Μια εβδομάδα αργότερα ο πιτσιρικάς είχε περιέλθει σε πλήρη απόγνωση.
<< Πάει ο Πολύκαρπος μπαμπά ... Πάει ο γιός μου… Κάποιος μου τον έκλεψε...>>
<< Δεν νομίζω παιδί μου>> είπα κομίζοντας του μια κάποια σχετική παραμυθία:
<< Οι γάτοι ξέρεις είναι όντα πανέξυπνα. Κανείς δεν δύναται να τους γελάσει. Έτσι είναι πιθανόν να ένοιωσε πώς δεν ήσουν εσύ ο πατέρας του. Έφυγε λοιπόν να γυρίσει τον κόσμο, μπας και εύρει τον πραγματικό… >>.
Και πρόσθεσα μυστικά να μην με ακούσει και ανταριασθεί ο μικρός, ότι ο λόγος μου παραήτανε πικρός για τα αυτιά του τα άμαθα:<<τον Πατέρα του, τον εν Ουρανοίς…>>
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου