Η Ελεημοσύνη
Ελεεινός και τρισάθλιος καμιά πενηνταριά χρονών, μ΄ένα ύφος θεατρικά μισοκακόμοιρο, κατάφερνε και μόνο με την αλλόκοτη του εμφάνιση, να προκαλεί τον οίκτο των περαστικών, κερδίζοντας άκοπα όχι μόνο τα ως προς το ζην, αλλά ευρά ικανά να ζήσουν και φαμελιά Μουσουλμάνου με 12.500 ένσημα οίστρου στη πλάτη του.
Περίπτωση να δώσω του λεχρίτη, έστω και ένα λεπτό ελεημοσύνη δεν υπήρχε, που να τον έβλεπα να κωλοχτυπιέται της πείνας.
Εκνευριζόμουν και μόνο με το γεγονός της παρουσίας του. Μου έφταιγε ότι υπήρχε, ότι ανάσαινε, ότι μόλευε με την παρουσία του τα άγια τοις αγίοις, τον ίδιο αυτόν εντέλει, τον μέγα Απόστολο των Εθνών, τον Παυλάρα, που έχοντας πει εκείνη τη κουβέντα τη μεγάλη, «ο μηδέ εργαζόμενος, μηδέ εσθιέτω», είχε θέσει στερεές τις βάσεις της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας και βάλε.
Ένα πρωί το λοιπόν, που πάγαινα σαν την πάσα ημέρα στο γραφείο, τον έκοψα από τριάντα μέτρα μακριά να χασμουριέται ασύστολα.
Να του σπάσω τα δόντια…
Να τι ήθελα στη πραγματικότητα, αλλά κάνοντας δεύτερες πιο ώριμες σκέψεις, έχωσα το χέρι στη τσέπη για το αντίτιμο του εισιτηρίου, αντιπαλεύοντας το όνειδος και αυτής ακόμα της οπτικής επαφής μαζί του.
Και τότε μ΄ένα τρόπο όλως διόλου μαγικό, λες και ένα αόρατο χέρι να οδηγούσε τα πράγματα προς αυτή τη δόλια κατεύθυνση, το κέρμα πέφτοντας από το χέρι μου ρολάρισε ως τσέρκι διανύοντας την τεράστια απόσταση, ως τα πόδια του ζητιάνου. Αυτός παραξενεμένος σφόδρα κοιτάζοντας εξεταστικά γύρω του, έκανε να το μαζέψει άρον άρον.
Πήρα να εκνευρίζομαι άσχημα μα μια καθησυχαστική σκέψη ήρθε να μαλακώσει με το Fairy της, τα λιπώδη τοιχώματα του εγκεφάλου μου.
Κάποιος φαίνεται, Φύλακας –Άγγελος από τους τόσους που μας τα πρήζουν καθημερινώς, έκανε πάλι τις ζαβολιές του, προκειμένου να κερδίσω έστω και από σπόντα Παράδεισο.
Σηκώνοντας τότε τον αντίχειρα επιτιμητικά πολύ και μαστιγώνοντας με αυτόν τον παγωμένο αγέρα με μάτι που έσταζε φθόνο παχύ, του ψιθύρισα απολωλαμένος :
«Άλλη φορά μαγκίτη να ρωτάς. Οι πρωτοβουλίες κομμένες. Κουμάντο με μπικικίνια σου».
Και περνώντας καμαρωτός-καμαρωτός μπροστά από τον ζητιάνο για τις κυλιόμενες σκάλες, έφτυσα νοερά με περιφρόνηση τις πλάκες που καταδέχονταν την όζουσα παρουσία του δίχως να ραγίζουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου