Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

                                    
               ΕΠΙΔΟΜΑ ΕΡΗΜΙΑΣ
 
Το πως αποφάσισα τώρα στα μαύρα γεράματα,- περίοδο που ουδόλως ενδείκνυται για ξεκινήματα κάθε είδους-, να κάτσω να γράψω τις αναμνήσεις μου από εκείνη τη μακρινή εποχή, είναι πράγματι περιεργείας άξιον. Φυσικά και δεν είναι η πρώτη φορά που παλεύω  κάτι τέτοιο. Και πιο παλιά, όταν ακόμα διέθετα ακέραιες τις πνευματικές δυνάμεις που απαιτούνται για τέτοιας μορφής απόπειρες, βάλθηκα επανειλημμένως να ιστορήσω τα τρομαχτικά συμβάντα του Μάιου του χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ. Δυστυχώς όμως, κατά ένα μυστηριώδη τρόπο η διήγηση αντιστεκόταν να εξελιχθεί με κάποια στοιχειώδη συνάφεια, επέμενε μάλιστα τόσο πολύ να ενδύεται δραματουργικά ράκη ώστε κάθε μου προσπάθεια έμοιαζε εξ αρχής καταδικασμένη να γνωρίζει τον κάλαθο των αχρήστων.

 Ελπίζω να μην συμβεί το ίδιο και αυτή τη φορά. Κάτι μέσα μου βοά ότι το πλήρωμα του χρόνου έχει επέλθει με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται και έτσι σήμερα τελευταία Κυριακή του Γενάρη, έχοντας μισό αιώνα επιπλέον φορτίο στις πλάτες, νοιώθω έτοιμη να ξετυλίξω το κουβάρι της διηγήσεως μου από  τη καταραμένη εκείνη στιγμή που  δασκαλίτσα νεοδιόριστη ανηφόρισα  το καλντερίμι του χωριού για να σταθώ  εμπρός στον γοτθικό όγκο  του σχολείου.

Ήμουν δεν ήμουν εικοσιπέντε χρονών και πρώτη φορά που απομακρυνόμουν  από τη χηρευάμενη μάνα μου. Το  λεωφορείο με είχε αφήσει στην είσοδο του χωριού, σε μια μεγάλη χωμάτινη αλάνα. Μαζί με μένα κατέβηκαν δύο τρείς χωριάτες φορτωμένοι καλάθια, ένας μάλιστα καθώς με μεγάλη ενάργεια συνεχίζω να ενθυμούμαι, κρατούσε στην αγκαλιά του έναν πορτοκαλί κόκορα που όλο τίναζε τα φτερά του αγωνιζόμενος να ξεφύγει από τα χέρια του δεσμοφύλακα του. Μέχρι ο οδηγός να μου παραδώσει τη μικρή μου βαλίτσα καμακωμένη επιδέξια από τα έγκατα του λεωφορείου, δεν σταμάτησα να κοιτώ γύρω μου με περιέργεια μεγάλη. Αναζητούσα μέσα στις καινούργιες εικόνες που με κατέκλυζαν από παντού  κάτι  να πιαστώ, κάτι που θα με έπειθε να μη θέλω να ξανανέβω στο λεωφορείο γυρίζοντας εσπευσμένα στην ασφάλεια του σπιτιού μου.   

Χτυπούσαν οι καμπάνες.

Έτρεμα σύγκορμη. Τα πρώτα φθινοπωρινά κρύα είχαν κάνει βέβαια την εμφάνιση τους σε εκείνα τα ορεινά περάσματα μα οι ανατριχίλες που ένοιωθα να ταξιδεύουν διαμήκως της σπονδυλικής μου στήλης, θα πρέπει να προέρχονταν περισσότερο από την πρώτη επαφή με τον άγνωστο για μένα τόπο παρά από τα ελαφριά ρούχα που αρκετά επιπόλαια επέμενα ακόμα να φορώ.

Ρώτησα κάποιο περαστικό να με πληροφορήσει που βρισκόταν το σχολείο. Μου έδειξε βαριεστημένα και δίχως να ανοίξει το στόμα του, ένα ανηφορικό καλντερίμι που χαρακωμένο σε όλο του το μήκος από  έναν στενό επιφανειακό κανάλι απορροής, οδηγούσε στη δυτική και κατά τα φαινόμενα λιγότερο κατοικημένη πλευρά του χωριού.

Περπατώντας μέσα στη πρωινή ομίχλη βρέθηκα έξω από την σκουριασμένη εξώπορτα του σχολείου. Περιέργως υποχώρησε κάτω από τη ελαφρά πίεση των χεριών μου και γράφω περιέργως γιατί η ημέρα ήταν Κυριακή και περίμενα να τη βρω κλειδαμπαρωμένη.

Σκαρφάλωσα τα  σκαλιά της εισόδου και χτύπησα τη σκοροφαγωμένη δίφυλλη πόρτα. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ένας καλοβαλμένος άνδρας γύρω στα σαράντα, μου άνοιξε χαμογελώντας  πλατιά.

<<Ασφαλώς και θα είστε η δεσποινίς Πέτρα, η καινούργια μας συνάδελφος. Χαίρομαι ιδιαιτέρως για τη γνωριμία. Επαμεινώνδας Αλτάνης. Αναπληρωτής διευθυντής του σχολείου μας>>, πέταξε ανέμελα και δίχως να προλάβω να του δώσω μια απάντηση, με τράβηξε μαλακά από το μπράτσο  μπάζοντας με στο  εσωτερικό.

Περπατήσαμε τον έρημο διάδρομο, διακοσμημένο με τις εικόνες των ηρώων της Επαναστάσεως του Εικοσιένα, ως το ακριανό γραφείο που ένα πινακίδιο από νίκελ στερεωμένο στη πόρτα του, προσδιόριζε με ακρίβεια ότι επρόκειτο για το γραφείο του διευθυντού.

Μου έγνεψε να καθίσω απέναντι του.

<<Δεσποινίς μου, ήρθατε τη πιο κατάλληλη στιγμή. Το σχολείο μας έχει την ανάγκη σας. Η προηγούμενη δασκάλα βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια από τα Χριστούγεννα κιόλας του περασμένου χρόνου  και καθώς δείχνει το πράγμα δεν θα ματαεμφανιστεί στα μέρη μας. Με τα χίλια ζόρια καταφέραμε να καλύψουμε το κενό της και να βγάλουμε την ύλη. Τι θα λέγατε να αναλάβετε την Τρίτη τάξη; Λίγα παιδιά έχουν απομείνει και από πείρα σας λέω ότι δεν πρόκειται να σας κουράσουν καθόλου. Έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα από δαύτα αναμένουν πρόσκληση για την Αμερική. Αδειάζει το χωριό λίγο λίγο αγαπητή μου, ερημώνει. Σύντομα δεν θα χρειάζεται όχι δάσκαλος, αλλά μήτε  νεκροθάφτης σε τούτα τα μέρη.>>

Δεν τόλμησα να φέρω αντιρρήσεις στα λόγια του. Χαμήλωσα τα μάτια στο ξύλινο πάτωμα και προσευχήθηκα μέσα μου να ήταν πράγματι τόσο ευγενής και συγκαταβατικός μαζί μου όσο έδειχνε εκείνη την ώρα Και οι προσευχές μου αυτές έμελλαν να μην πάνε διόλου στράφι.

 

Βολεύτηκα στο σπίτι του μπακάλη κοντά στη πλατεία, σε ένα επιπλωμένο δωμάτιο στη πίσω μεριά του οικοδομήματος. Λίγο στενάχωρο ήταν και υγρό μα τα νιάτα που καταλαβαίνουν από τέτοια;

Συνήθισα αρκετά γρήγορα τη νέα κατάσταση. Λίγο οι αξιοπρεπείς συνάδελφοι έτοιμοι πάντα να συνδράμουν, λίγο ο Επαμεινώνδας που ευθαρσώς ομολογώ ότι και σαν άνδρας δεν μου ήταν καθόλου αδιάφορος, άρχισα να νοιώθω σαν στο σπίτι μου, απολησμονώντας τη παλιά μου ζωή και τη μάνα μου, που όλο παραπονιόταν στα πυκνά της γράμματα  ότι δεν της έγραφα πια.

 

Πέρασε έτσι λίγος καιρός. Την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου έκαμε ένα καιρό, σχεδόν καλοκαιριάτικο. Ο ήλιος έκαιγε λες και ήταν Αύγουστος. Μετά τη παρέλαση για να ξεσκάσω και να μου περάσει και κομμάτι η ώρα ως το μεσημεριανό, εορταστικό γεύμα, βγήκα για μια βόλτα στα περίχωρα. Τράβηξα το μικρό επαρχιακό δρόμο που σκαρφάλωνε το βουνί και λίγο μετά αφήνοντας το τελευταίο εικονοστάσι πίσω μου, βρέθηκα στην εξοχή. Στα αυτιά μου ταξίδευαν από παντού ήχοι από κουδούνια ζώων, πλεγμένοι τόσο αρμονικά μεταξύ τους  που η απέριττη μελωδία τους χτυπούσε ίσα στο κέντρο του εγκεφάλου μου, μεταδίδοντας μου ένα συνεχές ρεύμα  γλυκύτητας και αποκάρωσης.

 Ξάφνου η ονειροπόληση μου διακόπηκε βίαια από άγρια γαυγίσματα σκύλων. Μέχρι να συνειδητοποιήσω το τι ακριβώς συνέβαινε, τα είδα να ξεπετάγονται ομάδι πίσω από μια τούμπα γης και να ορμάνε τρέχοντας καταπάνω μου. Έσκυψα έντρομη να αδράξω πέτρα. Μάταιος κόπος. Ο τόπος ήτανε από λίθους γυμνός σε τέτοιο βαθμό που ο Πρωτομάρτυς Στέφανος αν είχε τύχει να αντιμετωπίσει τους Ιουδαίους διώκτες του σε αυτή τη συγκεκριμένη έκταση γης, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε ποτές του ανακηρυχτεί Πρωτομάρτυς.

Και τότε παρουσιάστηκε άξαφνα μπροστά μου εκείνος ο παράξενος άντρας που θα στοίχειωνε εφεξής τη ζωή μου.

Βγήκε πίσω από κάτι έλατα και προχώρησε προς τη μεριά μου σέρνοντας το βήμα. Δεν έδειχνε να βιάζεται καθόλου, αντίθετα μάλιστα έκανε το πάν να καθυστερεί, πότε προφασιζόμενος ότι κοιτάζει την ώρα στο ρολόι τσέπης, πότε βγάζοντας ένα μαντήλι για να σκουπίσει τάχαμου το ιδρωμένο του  μέτωπο.

Θα με είχε πλησιάσει αρκετά όταν τον είδα να  ξεδιπλώνει, ένα μπαστούνι περιπάτου με λαβή, σκαλισμένη περίτεχνα μια κεφαλή λέοντος, που τόσην ώρα βαστούσε υπό μάλης και ανεμίζοντας το βίαια πάνω από το κεφάλι του κραυγάζοντας ταυτοχρόνως άναρθρα, κατάφερε να πισωγυρίσει την αγέλη των σκύλων. Αυτά για μια στιγμή μόνο στάθηκαν αλαφιασμένα και τον τηρούσαν με βλέμμα υποτακτικό κι ύστερα σαν κάποιος να τα είχε καλέσει, πήραν δρόμο με την ουρά κάτω από τα σκέλια και χάθηκαν προς κάτι στάνες.

Ο σωτήρας μου δεν έδειχνε πάνω από τριάντα χρονών. Θα μπορούσες να τον πεις και κοντό. Στο κεφάλι φορούσε ένα παλιομοδίτικο στρογγυλό καπέλο και το ντύσιμο του φανερά ατημέλητο φανέρωνε άντρα που του έλειπε η γυναικεία φροντίδα και συμβουλή. Κάτι πάνω του επέμενε να  θυμίζει άνθρωπο του περασμένου αιώνα. Λίγο η περίεργη γραβάτα του δεμένη καθώς το συνήθιζαν παλιά οι καλλιτέχνες, λίγο οι σκονισμένες μυτερές του μπότες με τις γκέτες, ελάχιστα περιθώρια μου άφηναν να τον αντιμετωπίσω ως άνθρωπο του καιρού μου.

Μου έτεινε το χέρι.

<< Δημητράκης>>, μου συστήθηκε και η φωνή του είχε κάτι το ανησυχητικό. <<Κυρ- Δημητράκης αν προτιμάτε >>, συμπλήρωσε και τότε παρατήρησα το ελαφρώς βλογιοκομμένο του πρόσωπο με το αχνό μουστακάκι. Με σταύρωνε με βλέμμα τραχύ, δυσοίωνο, βουτηγμένο στη πιο βαθιά απόγνωση, λες κι είχε  τον όλεθρο για ψωμοτύρι.

<< Πώς ονομάζεστε;>> επανήλθε μα αυτή τη φορά  με ένα τόνο σαφέστατα περιπαικτικό.

Τόσην ώρα κρατούσε το χέρι απλωμένο προς τη μεριά μου προσμένοντας τη χειραψία μου. Απέφυγα να ανταποδώσω.

<< Πέτρα, Πέτρα Κασίμη>>, τον πληροφόρησα κοφτά σχεδόν με αγένεια και ευχαριστώντας τον ψυχρά για την ευγενική του πράξη,  δίχως να του αφήσω και πολλά περιθώρια, κίνησα  να φύγω. Με πρόλαβε.

<< Όλα πάνω σας αγαπητή μου, υποδεικνύουν, βοούν θα κυριολεκτούσα,  δασκάλα; Διορθώστε με  αν αμαρτάνω.>>

<< Καλώς υποθέσατε>>, του αντιμίλησα συννεφιασμένη και συνέχισα το δρόμο μου.

<< Τι θα λέγατε να σας συνοδέψω ως τα πρώτα σπίτια; Το απαιτούν άλλωστε οι αδήριτοι νόμοι της ευγενείας. Μην λησμονείτε δε ότι μου χρεωστάτε χάριν. Όχι τόσο μεγάλη αλλά όπως και να το κάνουμε χάριν. Τίποτε άλλωστε σε τούτο τον κόσμο  δεν προσφέρεται δωρεάν.>>

Δεν διανοήθηκα να φέρω αντίρρηση στα πειστικά του λόγια. Έτσι και αλλιώς δεν είχα να φοβηθώ και τίποτα. Παρά το τραχύ της όλης του εμφάνισης κατά βάθος δεν μου ενέπνεε κανένα ιδιαίτερα φόβο. Για μια στιγμή μάλιστα αναρωτήθηκα τι στο καλό σκιάχτηκαν από δαύτον τα σκυλιά και γίνανε έτσι μπουχός  σα δαρμένα.

<< Παρακαλώ κύριε>>, τον προέτρεψα. <<Έχετε το ελεύθερον να με συνοδέψετε εφόσον επιμένετε, ως την είσοδο του χωριού.>>

Βαδίσαμε ο ένας πλάι στον άλλο τον ελικοειδή δρόμο.  Άρχισε να φλυαρεί:

<< Δεν είμαι σε θέσιν να εννοήσω το πώς μια ύπαρξις τόσο τρυφερά όπως εσείς, καταφέρνει και επιζεί σε έναν τέτοιο έρημο και αφιλόξενο περιβάλλον. Τα πάντα εδώ εκδιώκουν τον άνθρωπο ανηλεώς. Μπορεί ο τόπος να είναι χαριέστατος και η φύση λαμπρά μα φτάνει αυτό; Και με τους χωριάτας πώς αλήθεια συγχρωτίζεστε; Το πνεύμα σας το νεανικόν και αδηφάγον, με τι στην ευχή τρέφετε; Φτάνει μόνον ο καθαρός αήρ; Αμφιβάλλω. Το μόνον θετικόν που δύναμαι να διακρίνω εις την όλην εν γένει κατάστασιν, αποτελεί το επίδομα ερημίας που ασφαλώς και θα λαμβάνετε επί του μισθού σας. >>

Σε εκείνο τον πρωτοφανή καταιγισμό ερωτήσεων τι είδους τάχα απαντήσεις ήμουν σε θέση  να αντιτάξω προς αντιπερισπασμό; Προσπάθησα να  αλλάξω κουβέντα. Τον ρώτησα για τις ασχολίες του.

<< Προσπαθώ να γράψω ποίηση μα είναι η τέχνη αυτή σαρκοβόρος. Την ψυχήν παρά τα φαινόμενα, προώρως μαραίνει.>>

<< Που μένετε;>> επέμεινα,<< Δεν θυμάμαι  να σας έχω δει κάπου εδώ γύρω; Νεοφερμένος είστε; >>

<< Δεσποσύνη, μην ζητείτε απαντήσεις εκεί όπου κατά πάσαν πιθανότητα, δεν υφίστανται. Προς το παρόν δεχθείτε ως απάντησιν μόνη, ότι κατοικώ  εκεί όπου κατοικεί το έργον μου, δηλαδή πουθενά συγκεκριμένα. Η ποίησις, καλλίτερα από εμέ γνωρίζετε ότι  πατρίδαν δεν έχει.>>

Τα λόγια του τα παράξενα με είχαν λιγουλάκι αναστατώσει. Πλησιάζαμε στο χωριό. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πώς με ανακούφιση αντίκρισα το εικονοστάσι που σηματοδοτούσε τα όρια του οικισμού.

<< Θα μου επιτρέψετε αγαπητή μου,  ως δείγμα αγνών προθέσεων εκ μέρους μου, να σας προσφέρω με όλην τη καρδία μου, ένα μου ποίημα. Ακόμη το επεξεργάζομαι. Μόνοι οι τέσσερις αυτοί στίχοι με ικανοποιούν κάπως προς το παρόν. Αυτούς δύναμαι, αυτούς και σας εγχειρίζω. >> Και πριν προλάβω να του φέρω οιανδήποτε αντίρρηση  έχωσε στη τσέπη του μαντώ μου ένα κομμάτι χαρτί.

Τον ευχαρίστησα για άλλη μια φορά μαργωμένη από την ιδιότυπη συμπεριφορά του και βιάστηκα να φύγω. Στάθηκε εκεί, σιμά στο εικονοστάσι άγαλμα σωστό στηρίζοντας όλο του το βάρος  πάνω στο μπαστούνι και με παρακολουθούσε μέχρι που έστριψα στη δημοσιά.

Στη κάμαρη μου ξεδίπλωσα με προσοχή το πολυκαιρισμένο χαρτί. Γραμμένους καλαίσθητα με κόκκινη μελάνη κατάφερα να διαβάσω τους ακόλουθους  στίχους:

 

Εν μέσω, της ξηράς αυτής, ερήμου αίφνης ποία,

-ιδέ μακρόθεν- όασις γλυκεία διοράται:

Είναι η κόρη, χαίρετε, ακτίς επουρανία,

Ήτις ανά την έρημον αμέριμνος πλανάται.

 

Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλη νύχτα. Οι στίχοι στριφογύριζαν σαν άστρα στο μυαλό μου. Όσο κι αν πάσχιζα, δεν κατάφερνα να βρω μια λογική εξήγηση πως στο καλό, αυτός ο αλλόκοτος άνδρας, ο κυρ-Δημητράκης, είχε καταφέρει να συλλάβει ποιητικά τη τυχαία μας συνάντηση πριν καν αυτή υπάρξει. Γιατί ήταν αρκετά φανερό και στον πιο αδαή, πώς σε μένα αναφερόταν το ποίημα, για μένα μιλούσαν οι καθαρευουσιάνικοι στίχοι.

Κύματα ρίγους με συγκλόνισαν από αυτή τη γνώση και ευχήθηκα να μην τον ξανασυναντούσα ποτέ ξανά στο διάβα μου. Τόσο πολύ είχα ανταριαστεί από τη γνωριμία του. Όσο και να με κολάκευε το ενδιαφέρον του που σαν γυναίκα μπορούσα να διαισθανθώ, άλλο τόσο με έσκιαζε η νοσηρότητα της όλης του εν γένει παρουσίας.

Αυτό το απρόσμενο γεγονός στάθηκε αφορμή να ανταποκριθώ στον έρωτα του Επαμεινώνδα, του άτυπου διευθυντή του σχολείου και προϊστάμενου μου που παρά τα δεκαπέντε χρόνια που μας χώριζαν είχε από τη πρώτη στιγμή επιδείξει προς το άτομο μου,  τα πιο τρυφερά αισθήματα. Όχι ότι τον ερωτεύτηκα. Απλά ένοιωσα ξαφνικά την ανάγκη της συντροφιάς ενός γήινου, θετικού ανθρώπου και καμία δύναμη στον κόσμο, δεν ήταν ικανή να με κάνει να αμφιβάλλω για την αξία της παρουσίας του ως αναχώματος γερού τη ώρα τη μεγάλη της κατολίσθησης που όλο και ψυχανεμιζόμουν ότι πλησίαζε, απειλώντας να με θάψει κάτω από τόνους ακηδίας.

Με τίποτα όμως δεν καταλάγιαζε η υποψία, ότι κάθε φορά που τύχαινε να παίρνω τους δρόμους ιδιαίτερα τις σκοτεινές νυχτιές, κάποιο φάντασμα με ακολουθούσε καταπόδας, ένα εκτόπλασμα αχνό που έδειχνε ακόμα και μέσα στον πιο βαθύ ύπνο, να γυρεύει κάτι από τα ήδη μαραγκιασμένα νιάτα μου.

 

Θα πλησίαζε καλοκαιράκι. Μάης μήνας. Θυμάμαι φορούσα το μοναδικό μου ελαφρύ ταγιέρ σαν έκλεισα το πορτί πίσω μου εκείνο το συφοριασμένο βράδυ που ξεκίνησαν όλα. Στη πλατεία θα με περίμενε, ο Επαμεινώνδας. Είχα ήδη αργήσει μα και τόσο δα  δεν με ένοιαζε. Ας περίμενε. Ο δεσμός μας επισημοποιημένος πια εδώ και μήνες, γύρευε διψασμένος λάδι για να κάψει και λάδι δεν έβρισκε. Παρά τις πρώτες καλές εντυπώσεις, τα πράγματα δεν εξελίσσονταν καθώς ποθούσα. Καλός ο Επαμεινώνδας, χρυσός και άγιος, μα τι τα γύρευες ήδη γινωμένος, σχεδόν γέρος. Σε τι μέλλον μπορούσα να προσβλέπω μαζί του;  Είχα μετανιώσει για τη αποκοτιά μου να βιαστώ να γράψω τα καθέκαστα στη μάνα μου. Που θα πήγαινε όμως. Σαν κατάφερνα να του ξεγλιστρήσω, θα έβρισκα κάποιο  τρόπο να τα μπαλώσω εφευρίσκοντας εν ανάγκη μια πειστική δικαιολογία.

Το ραντεβού μας ήταν στη πλατεία όπου και άπλωνε  τραπεζάκια η μοναδική ταβέρνα του χωριού. Θα συντρώγαμε τελευταία φορά με τους συναδέλφους μας πριν τις καλοκαιρινές διακοπές.

Πήρα να κατεβαίνω προσεχτικά, βήμα το βήμα μην και γλιστρήσω στο καλντερίμι, όταν εντελώς απροσδόκητα ξεπρόβαλλε εμπρός μου μέσα από τα πηχτά σκοτάδια, ο κυρ-Δημητράκης. Απολιθώθηκα λες κι είχα αντικρύσει το βλέμμα της Μέδουσας. Μου κόψε το δρόμο.

<< Καλήν εσπέρα>> μου χαμογέλασε μάλλον κακιασμένα και κατόπιν με μια δόση ειρωνείας γερής αποτέλειωσε το λόγο του:

 <<Πληροφορούμαι ερίτιμος δεσποσύνη, ότι ο βίος σας οδηγείται πλησίστιος εις μίαν πώς να την είπω; Κορύφωσιν; Αρραβών ήδη, δια να επακολουθήσει λίαν συντόμως υποθέτω και Υμέναιος. Οποία ευτυχία. Παρακαλώ δεχθείτε τας πλέον θερμάς μου ευχάς.>> Ήταν φανερό πως έχανε τον έλεγχο. Αυτό που έδειχνε στην αρχή να είναι απλά μία πικρόχολη δήλωση χωρίς περαιτέρω συνέπειες, εξελισσόταν τώρα σε φρικτή σκηνή ζηλοτυπίας με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Τον ρώτησα αποσβολωμένη από πού τάχα  αντλούσε τέτοια δικαιώματα πάνω μου;

Δίχως να απαντήσει, με άρπαξε από το χέρι και με έσυρε προς τη πλατεία. Το άγγιγμα του ήταν κρύο, αβάσταχτο. Ξεχώρισα από μακριά τον Επαμεινώνδα να κόβει βόλτες γύρω από τον πλάτανο. Αγωνίστηκα να του ξεφύγω. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να με ιδούν και μάλιστα ο Επαμεινώνδας, να σέρνομαι έτσι άθυρμα, από έναν άγνωστο.

<<Άφησε με >>, τον κεραύνωσα.<< Δεν εννοείς, ότι καμιά εξουσία δεν έχεις απάνω μου; Ανήκω σε άλλον. Να εκεί στέκει, στον πλάτανο. Με προσμένει. Αλλοίμονο σου αν σε πιάσει στα χέρια του.>>  Φάνηκε να μαλακώνει. Χαλάρωσε το σφίξιμο και σιγά σιγά πήρε να με απελευθερώνει. Προσπάθησα να τρέξω, να του ξεφύγω, μα τα πόδια μου αρνιόντουσαν πεισματικά να υπακούσουν. Δεν έπαψε να με ακολουθεί μέχρι που προσέγγισα  τον Επαμεινώνδα.

<< Καλησπέρα>>, τον χαιρέτησα ανακουφισμένη.

Δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τη παρουσία του ερωτοχτυπημένου ποιητή που συνέχιζε να στέκεται αυτή τη φορά δίπλα μας.

 <<Πάμε να φύγουμε από δω>>, τον προέτρεψα.

Ο κυρ-Δημητράκης πήρε το κατόπι μας και  με φωνή που έσταζε φαρμάκι, μίλησε για τελευταία φορά και ήμουν μόνη εγώ που τον άκουγα.

<<Άλλην φορά αγαπητή μου δέσποινα, δεν έχει. Αύτη η νύχτα, νύχτα είναι των αποχαιρετισμών. Σου έδωκα όλον τον καιρόν. Επέμενες όμως να με αγνοείς επιδεικτικώς Ότι μέλλεται να επισυμβεί, εσέ θα έχει ως αιτίαν μόνη. Ουδέν έτερον να είπω δεν  έχω, παρά το  ας όψεσαι.>>

Χάθηκε εν ριπή οφθαλμού, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.

 

Το άλλο πρωί πάνω στο κρεβάτι του, βρήκαν τον Επαμεινώνδα με ανοιγμένο κεφάλι. Τίποτα σε αυτόν δεν θύμιζε τον τρυφερό μου αρραβωνιαστικό. Πεσμένη στο πάτωμα, δίπλα στο δοχείο νυχτός, μια ματωμένη λαβή, αποκολλημένη πιθανότατα από κάποιο μπαστούνι, έδινε κάποιες πενιχρές ελπίδες για την ανακάλυψη του ενόχου. Το σχήμα της, κεφαλή λέοντος. Αυτό αποτέλεσε για τον Νόμο και το μοναδικό πειστήριο του εγκλήματος.

 

Ο Μοίραρχος στη μεγάλη πόλη είχε όρεξη για κουβέντα. Τέτοιας λογής υποθέσεις άλλωστε δεν του λάχαιναν και τόσο συχνά. Αφού άκουσε τη μαρτυρία μου για τον κυρ-Δημητράκη με προσοχή μεγάλη, ζήτησε να του φέρω σε πρώτη ευκαιρία, το χαρτί με το ποίημα που κρατούσα καταχωνιασμένο στη βαλίτσα μου. Σε δύο μέρες επέστρεψα στη Διοίκηση Χωροφυλακής και του το παρέδωσα στα χέρια. Το ξεδίπλωσε τότε εκείνος με ευλάβεια και διάβασε  με προσοχή  το τετράστιχο.

Σαν τέλεψε, με κοίταξε στα μάτια βαθιά και μου γύρισε:

<< Μην θαρρείς δεσποινίς Πέτρα πώς η στολή στέκει εμπόδιο. Έχουμε και εμείς εδώ στην επαρχία τις  ανησυχίες μας.>>

Μου ζήτησε να πάμε αντάμα σπίτι του με το περιπολικό. Ήθελε λέει κάτι να μου δείξει. Πρώτη μου φορά που έμπαινα σε  κούρσα.

Σπίτι, μας υποδέχτηκε η κυρά του, μια σαραντάρα καστανή, με ξινισμένο μούτρο. ΄Ηταν πασίδηλο πώς τον ζήλευε.

<< Φέρε δυο καφεδάκια πάνω στη βιβλιοθήκη>>, της έδωκε διάτα και με οδήγησε από μια ξύλινη σκάλα στο πάνω πάτωμα. Η  βιβλιοθήκη έπιανε έναν ολάκερο τοίχο. Ο Μοίραρχος παρά τα χρονάκια του ανέβηκε σβέλτα σε ένα σκαμνί, ψαχούλεψε για λίγο τα πάνω ράφια και ξεχωρίζοντας ένα δεμένο με δέρμα μαροκινό βιβλιαράκι, επέστρεψε τροπαιοφόρος.

Καθίσαμε αντικριστά στο φθαρμένο σαλονάκι. Εν τω μεταξύ κατέφτασαν και  τα καφεδάκια. Η κυρία Μοιράρχου πριν μας αδειάσει τη γωνιά πρόλαβε να  ρίξει στο σύζυγο της ένα βλέμμα σκέτο φαρμάκι.

Μειδίασε σαν ικανοποιημένος αυτός με τη σκηνή και αφού με προέτρεψε να ρουφήξω δυο τρείς γουλιές από το καφέ μου, άνοιξε το βιβλίο, το φυλλομέτρησε, και στάθηκε σε μια σελίδα.

<<Ιδού>>, αναφώνησε. <<Εις Κόρην. Για διαβάστε >> και μου έτεινε το βιβλίο.

Με χέρια τρεμάμενα πήρα το τομίδιο και διάβασα. Οι στίχοι που τόσο καλά γνώριζα, αποτελούσαν το πέμπτο τετράστιχο από τα έξη που απάρτιζαν το όλο ποίημα.

Έμεινα με το στόμα μια πιθαμή  ανοιχτό από την έκπληξη.

<<Αναγνωρίζετε σε αυτή τη εικόνα, τον άγνωστο δράστη; >> με ρώτησε επιτακτικά δείχνοντας μου μια γκραβούρα ενός άνδρα που έστεκε φιλοτεχνημένη στη πρώτη σελίδα του βιβλίου.

Σαν να με βάρεσε ρεύμα ηλεκτρικό. Στο πρόσωπο του αν και το μουστάκι έδειχνε κάπως πιο αδρό, αναγνώριζα τον ζηλότυπο θαυμαστή μου, τον κυρ-Δημητράκη. Κάτω από τη γκραβούρα ήταν απλωμένος με κεφαλαία έντονα μαύρα γράμματα ο τίτλος:

 

                                      Δ.ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

                                                 ΠΟΙΗΣΕΙΣ

 

<<Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, κύριε Μοίραρχε. Αυτός είναι ο λεγάμενος >>, βιάστηκα να του αποκριθώ δίχως δεύτερη σκέψη.

Γέλασε τότε εκείνος άξαφνα ανακουφισμένος, ξεβολεύτηκε από τη γωνιά του και αφού ήρθε και στάθηκε από πάνω μου προστατευτικά πολύ, βάλθηκε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά με τον πιο αθώο τρόπο, μαλώνοντας με συγχρόνως τρυφερά καθώς πατέρας:

<< Αχ εσείς οι δασκαλίτσες με τις φιλολογίες σας. Σε τι μπελάδες να ξέρατε μας βάζετε;>>

 

Άρον άρον επέστρεψα στο χωριό το ίδιο εκείνο βράδυ. Το σχολείο σύντομα θα έκλεινε και εγώ έπρεπε να ετοιμάσω μπογαλάκια επανακάμπτοντας  με  αυτιά κατεβασμένα, στο χαροκαμένο πατρικό και την ανελέητη γεροντομουρμούρα της μάνας μου.

             

                                                                                                                  

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου