ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΙ
Η εκταφή
Ανώφελη θα ΄χε σταθεί του πατέρα η εκταφή, αν κάτι δεν με είχε σπρώξει ενστικτωδώς να την ανακαλέσω κατά την σεμνή ώρα της συνουσίας, αποφεύγοντας έτσι μια πρόωρη, εξευτελιστική εκσπερμάτιση.
Ο μικρός Διάβολος
Ο μικρός Διάβολος είχε πολλά ποδάρια, τόσα ώστε να φέρει σε απόγνωση τον βετεράνο υπάλληλο με προβλήματα μέσης του υποδηματοπωλείου <<ΜΟΥΓΕΡ>>.
Η πινακίδα
<<Παρακαλείσθε όπως αποφεύγετε το πέρδεσθαι κατά την διάρκεια της συνουσίας, καθότι ο παρών οίκος ανοχής δεν διαθέτει εισέτι εξαερισμόν>>
Αποστροφή
<<Μυρίζει το στόμα σου χωματίλα>>, έσκουξε η κυρά σαν ξάπλωσα στο πλάγι της το ίδιο εκείνο βράδυ μετά την κηδεία. Και γύρισε αηδιασμένη την πλάτη.
Η εξήγηση
Ώστε τα είχα τινάξει...Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς το κομψό μαύρο εξώπλατο και η φρεσκοβαμμένη κόμη της κυράς μου.
Η ευκαιρία
Περπάτησα μποτζάροντας ανάμεσα σε λιποθυμισμένους επιβάτες προς τον θάλαμο διακυβέρνησης. Τί ευκαιρία αλήθεια να παίξω κι εγώ λίγο με τα πηδάλια;
Τα μανιτάρια
Τα μανιτάρια τα είχε μαζέψει ένα πρός ένα με προσοχή περισσή ο πατέρας. Τι μού ΄ρθε λοιπόν ξεψυχώντας και τον βλαστήμησα;
ΑΣΠΙΣ
Ξετρύπωσα στις διαφημίσεις μιάς κιτρινισμένης φυλλάδας τους προφυλακτήρας <<ΑΣΠΙΣ>>.
Αυτοί πατέρας μου... Στην αστοχία τους χρωστούσα την ανάσα.
Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
Όντας βατεμένη η λεγάμενη, τι τύχη αλήθεια λίγο χαζούλης νάναι ο γαμπρός, επιπλέον δε αυτή να υποφέρει κι από χρόνιες αιμορροΐδες;
ΝΟΥΜΕΡΑ
<<Δώδεκα με οκτώ και χωρίς χάπι>>, δήλωνε ένα μεσημέρι του Ιουλίου η μητέρα. Το δείλι την βρήκε στο μείον ένα του Ευαγγελισμού, σκεπασμένη σεντόνι λευκό.
ΜΙΑ ΕΠΙΜΟΝΗ ΕΡΩΤΗΣΗ
Τρία χρόνια ρωτούσα τη συμβία <<γιατί μαύρα;>> δίχως να λαβαίνω απόκριση.
<<Τα πολλά λιβάνια σε χάζεψαν καΰμένε>>, καταδέχτηκε την ημέρα της εκταφής.
Τα διαπύλια
Δεν είχα σέντσι να δώκω του Βαρκάρη. Γύρισα σπίτι. Η γυναίκα ψαχουλεύοντας ψιλά στο πορτοφόλι της μου γκρίνιαξε: <<Κάμε γρήγορα ξεμυαλισμένε μην χάσεις το πλοιάριο. Αυτό δα μας έλειπε!>>
POST MORTEM
Άκουσα καθαρά τους νεκροπομπούς να βλαστημάνε την ώρα και τη στιγμή. Και μού το λεγε η κυρά πως είχα βάλει κιλά τελευταία...
Το ζώον
Μού ΄δωκε τα παπούτσια στο χέρι ωρυόμενη:
<<Άμε στο γερο-διάολο ζώον...>>
Δυό βδομάδες πρίν, η ίδια:
<<Σα γάτος θέλω να με γαμάς και σα λιοντάρι...>>
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου