Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΙ


Η εκταφή

Ανώφελη θα ΄χε σταθεί του πατέρα η εκταφή, αν κάτι δεν με είχε σπρώξει ενστικτωδώς να την ανακαλέσω κατά την σεμνή ώρα της συνουσίας, αποφεύγοντας έτσι μια πρόωρη, εξευτελιστική εκσπερμάτιση.


Ο μικρός Διάβολος

Ο μικρός Διάβολος είχε πολλά ποδάρια, τόσα ώστε να φέρει σε απόγνωση τον βετεράνο υπάλληλο με προβλήματα μέσης του υποδηματοπωλείου <<ΜΟΥΓΕΡ>>.


Η πινακίδα

<<Παρακαλείσθε όπως αποφεύγετε το πέρδεσθαι κατά την διάρκεια της συνουσίας, καθότι ο παρών οίκος ανοχής δεν διαθέτει εισέτι εξαερισμόν>>


Αποστροφή

<<Μυρίζει το στόμα σου χωματίλα>>, έσκουξε η κυρά σαν ξάπλωσα στο πλάγι της το ίδιο εκείνο βράδυ μετά την κηδεία. Και γύρισε αηδιασμένη την πλάτη.


Η εξήγηση

Ώστε τα είχα τινάξει...Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς το κομψό μαύρο εξώπλατο και η φρεσκοβαμμένη κόμη της κυράς μου.


Η ευκαιρία

Περπάτησα μποτζάροντας ανάμεσα σε λιποθυμισμένους επιβάτες προς τον θάλαμο διακυβέρνησης. Τί ευκαιρία αλήθεια να παίξω κι εγώ λίγο με τα πηδάλια;


Τα μανιτάρια

Τα μανιτάρια τα είχε μαζέψει ένα πρός ένα με προσοχή περισσή ο πατέρας. Τι μού ΄ρθε λοιπόν ξεψυχώντας και τον βλαστήμησα;


ΑΣΠΙΣ

Ξετρύπωσα στις διαφημίσεις μιάς κιτρινισμένης φυλλάδας τους προφυλακτήρας <<ΑΣΠΙΣ>>.

Αυτοί πατέρας μου... Στην αστοχία τους χρωστούσα την ανάσα.


Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Όντας βατεμένη η λεγάμενη, τι τύχη αλήθεια λίγο χαζούλης νάναι ο γαμπρός, επιπλέον δε αυτή να υποφέρει κι από χρόνιες αιμορροΐδες;


ΝΟΥΜΕΡΑ

<<Δώδεκα με οκτώ και χωρίς χάπι>>, δήλωνε ένα μεσημέρι του Ιουλίου η μητέρα. Το δείλι την βρήκε στο μείον ένα του Ευαγγελισμού, σκεπασμένη σεντόνι λευκό.


ΜΙΑ ΕΠΙΜΟΝΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

Τρία χρόνια ρωτούσα τη συμβία <<γιατί μαύρα;>> δίχως να λαβαίνω απόκριση.

<<Τα πολλά λιβάνια σε χάζεψαν καΰμένε>>, καταδέχτηκε την  ημέρα της εκταφής.


Τα διαπύλια

Δεν είχα σέντσι να δώκω του Βαρκάρη. Γύρισα σπίτι. Η γυναίκα ψαχουλεύοντας ψιλά στο πορτοφόλι της μου γκρίνιαξε: <<Κάμε γρήγορα ξεμυαλισμένε μην  χάσεις το πλοιάριο. Αυτό δα μας έλειπε!>>


POST MORTEM

Άκουσα καθαρά τους νεκροπομπούς να βλαστημάνε την ώρα και τη στιγμή. Και μού το λεγε η κυρά πως είχα βάλει κιλά τελευταία...


Το ζώον

Μού ΄δωκε τα παπούτσια στο χέρι ωρυόμενη:

<<Άμε στο γερο-διάολο ζώον...>>

Δυό βδομάδες πρίν, η ίδια:

<<Σα γάτος θέλω να με γαμάς και σα λιοντάρι...>>


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου