ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ
Έτσι του τα σουρνε μια παλαβιάρα από αυτές που
οργώνουν τους δρόμους της Αθήνας καλοκαίρι και χειμώνα δίχως αιτία φανερή.
Κακομούτσουνη, κοντοστούπα, βυζαρόλα, με το ρουχικό της σε σακούλα πλαστική στο
αριστερό χέρι, του έδειχνε με το άλλο υψωμένο ίσαμε τον ώμο της, κάτι
απροσδιόριστο προς τη μεριά του σκοτεινού πρόπυλου.
Αυτός, χωμένος ως το λαιμό τα ανάσκελα μέσα στον
υπνόσακο του έκανε πως τηράει αδιάφορα το τρίτο άστρο που έσκαγε μύτη στο
φθινοπωριάτικο ουρανό της τελευταίας εκείνης χρονιάς της δεκαετίας του
εβδομήντα. Η μικρή σκηνή πίσω του αντιφέγγιζε αδειανή, ίδια καραγκιόζ-μπερντέ από
τη λάμπα ασετιλίνης που τσίριζε βρωμοκοπώντας στα σωθικά της. Στο μισόκλειστο
άνοιγμα της, πάνω στο φερμουάρ, έβλεπες πιασμένο όπως-όπως, ένα χαρτόνι που
πάνω του κάποιος είχε χαράξει άτσαλα με μαύρο μαρκαδόρο:
«15η μέρα απεργία πείνας.
ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ»
Περίεργοι φούσκωναν ποτάμι κατεβασμένο γύρω του, ώρες-ώρες
απειλώντας ακόμα και να ξεθεμελιώσουν τη συφοριασμένη σκηνή. Μέσα σε εκείνο το
πολύχρωμο πλήθος, πάντα κάποιος βρισκόταν ξυπνός με στόμα απύλωτο και
περιέργεια περισσή να τον ρωτήσει πότε το ένα, πότε το άλλο. Κουβέντα όμως δεν
του έπαιρνες του τσόγλανου, λες και του χαν το στόμα ραμμένο με σπάγκο κερωμένο.
Γένια αντάρτικα, μάτια διάπλατα, εξεταστικά, μορφή αγνή, αγωνιστική, το λέγε
καθώς έδειχνε η περδικούλα του για να ξημεροβραδιάζεται τόσο καιρό τώρα, μπροστά
από το Πανεπιστήμιο ταλαίπωρος και νηστικός ντιπ. Τα είχε βάλει στα ίσα με λυτούς
και δεμένους, με την κοινωνία πες καλύτερα ολάκερη, για χάρη του όμορφου σκοπού
που είχε θέληση και σθένος να κατακτήσει έστω και με έσχατο τίμημα
τον θάνατο. Και τι θάνατο παρακαλώ; Τον δια πείνης.
Κάποιος αυτόκλητα, εξηγούσε στο πλήθος
στριφογυρνώντας τα χέρια του σα ιστία ανεμόμυλου σε μελτέμι γερό:
« Φοιτητής θέλει να γένει. Να μπει στην Ιατρική
Σχολή άνευ εξετάσεων. Κάποια αρρώστια έχει το παλικάρι σπάνια, από κακό τέλος
πάντων μεγάλο πάσχει και η φαμίλια του να τον βοηθήσει δεν έχει τις δυνάμεις.
Έτσι και τούτο το καημένο βάλθηκε με το έτσι θέλω να χωρέσει έστω και σαν
υπεράριθμος στη Σχολή κι ας τον έχουν να κάθεται που λέει ο λόγος και καταγής.
Πιστεύει ότι αν γένει γιατρός και τον εαυτό του κάνει καλά και τον κόσμο
ολάκερο κατόπιν γιατροπορεύει.»
Ήμουν νέος ακόμα τότε. Κυνικός μέχρι μυελού οστέων,
βαριόμουν συν τοις άλλοις και εύκολα. Είχα και τα μυαλά μου σε ένα μελαχρινό
που όπου να ταν θα σχολούσε από το φροντιστήριο. Κίνησα το λοιπόν να φύγω δίχως άργητα καμία.
« Για πού το έβαλες ρε πατριώτη;», μίλησε ο βουβός
προφήτης, έχοντας σαν από θαύμα ξαναβρεί τη φωνή του. Και τι φωνή ; Αν τη
χαρακτήριζα σπηλαιώδη μάλλον θα τον αδικούσα και μάλιστα σφόδρα.
Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι απευθυνόταν σε μένα.
Έστρεψα το βλέμμα μου απορημένος και του
αντιγύρισα:
« Πάω δουλειά μου. Τρέχει τίποτα;».
« Και τι το απέρασες
εδώ; Θέατρο;», μου αγρίεψε, «να σηκώνεσαι να φεύγεις όποτε σου κάμει κέφι ; Και
που είναι ρε μεγάλε η συμπαράσταση σου; Το ενδιαφέρον σου να πούμε για έναν αναξιοπαθούντα συνάνθρωπο που για το μόνο που
παλεύει είναι να μορφωθεί και να προοδεύσει;»
Είχε γύρει το κεφάλι προς το πλάι και με σταύρωνε
με δύο μάτια κιρρωμένα φεγγάρια που άστραφταν απειλητικά στο λιγοστό φώς.
Κουβέντα δεν είπα δεύτερη και κοίταξα να
ξεκουμπιστώ όσο πιο γρήγορα γινόταν γιατί το πράγμα είχε αρχίσει να ξεφεύγει και
να μου γίνεται δυσάρεστο αρκετά. Η φωνή του με ακομπάνιαρε σαν επίμονο βάσιμο, ώσπου
με κατάπιε η οδός Ασκληπιού.
« Μαλάκα, μαλάκα,
μαλάκα.»
Τις επόμενες μέρες σαν τύχαινε να περνώ από εκεί,
τον παρακολουθούσα πάντα εκ του μακρόθεν μην και μου ξανακολλήσει αβδέλλα και
με ξεφτιλίσει στη κοινωνία ολάκερη. Το μόνο που φαινόταν να αλλάζει στο όλο
σκηνικό ήταν η επιγραφή που την τελευταία φορά διατράνωνε με στόμφο:
«22η μέρα απεργία πείνας.
ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ»
Έλεγα πώς κάποιαν μέρα από τις επόμενες, θα τον
εύρω στα έσχατα, ακόμα και συγχωρεμένο.
Κάτι μου έλαχε απρόοπτο. Πήρα το λοιπόν, των ομματιών
μου και τράβηξα κατά Σαλονίκη μεριά για μια κηδεία. Έλειψα βδομάδα και βάλε.
Γυρνώντας στην Αθήνα βράδυ, πήγα να πάρω το αστικό για τη Δάφνη, από την οδό Κοραή
απέναντι στο κινηματογράφο ΑΣΤΥ όπου
έδρευαν παλιά τα τέρματα των λεωφορείων. Διψούσα άγρια σαν το Χριστό πάνω στο
σταυρό. Είπα να πιώ πρώτα μια λεμονάδα στο μαγαζί απέναντι και απέ να
επιβιβαστώ. Εκεί λοιπόν που ροφούσα μια παγωμένη ΗΒΗ από το καλαμάκι, νάτον να σκάει
μύτη άξαφνα, κουνάμενος λυγάμενος, ο κρούων τη θύρα του Πανεπιστημίου, ή
τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, γιατί μια δύο φορές που τον είχα δει κι αυτές στα
λυκόφωτα και από απόσταση, δεν είχα καταφέρει να σχηματίσω και πολύ σαφή εικόνα
του.
Ψιλόλιγνος, αγριάνθρωπος σωστός, με κινήσεις
μπαλέτου, μπουκάρισε στο κατάστημα και έδωκε όρντινο στον υπάλληλο, αφού πρώτα
έριξε μια φευγαλέα ματιά στη βιτρίνα με τα ταψιά που αστραποβολούσαν κάτω από
δυνατές λάμπες: «Δυο σπανακόπιτες τη μια στο χέρι, την άλλη στο χαρτί», και ησύχασε
προσμένοντας σε μια γωνιά. Μόλις πήρε τη παραγγελία στα χέρια του, τον είδα να
γένεται μπουχός, μπουκωμένος τουλάχιστον μισή σπανακόπιτα.
Ήταν αυτός, δεν ήταν; Άρχισε η αμφιβολία να
τριβελίζει το μυαλό μου.
«Δυο βήματα
απόσταση είναι», σκέφτηκα, «τι χάνω να πάω να βεβαιωθώ;»
Και τράβηξα προς το Πανεπιστήμιο.
Βρήκα τον τσίφτη να κοιμάται ροχαλίζοντας του
καλού καιρού μπαμπουλωμένος μέσα στο υπνόσακο, κι ας είχαν περάσει μόνο λίγα
λεπτά της ώρας από τότε που συντύχαμε.
Πλησίασα κοντά και έσκυψα πάνω του εξεταστικά. Στα
γένια του μπορούσες ολοκάθαρα να διακρίνεις κομματάκια από ξεροψημένη ζύμη. Η
πινακίδα πίσωθε του πληροφορούσε τον κοσμάκη:
«31η ημέρα απεργία πείνας.
ΑΓΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ»
«Καλή σου χώνεψη, μπαγάσα>>, ψιθύρισα και
αναστέναξα ανακουφισμένος. Θα ζούσε και δαύτος ο έρημος καθώς και εμείς οι
αποδέλοιποι για δεκαετίες ακόμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου