Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014


           ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΑΛΤΟ      
             
                   Σήμερον νέον έργον      

          <<ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΑΛΤΟ>>

     Το συγκλονιστικότερο γουέστερν όλων των εποχών                 

                     Πρωταγωνιστούν:

      Μπάρτ Λάνκαστερ  Κέρκ Ντάγκλας Λι βαν Κλίφ

                Σκηνοθεσία : Τζών Στάρτζες

           Ώρες προβολής έργου: 16,18,20,22

                ΑΚΑΤΑΛΛΗΛOΝ ΕΩΣ 13

 

 

Ο Περσέας είχε σταθεί κομμάτι πιο τυχερός αποφεύγοντας την απολίθωση, αντίθετα από εμένα που ως φαίνεται τη τράβαγε ο οργανισμός μου και μάλιστα για τα καλά.  Μόνο που  αντίς για το τρομαχτικό βλέμμα της Μέδουσας, ορθός και σε στάση προσοχής μπροστά στη γυάλινη διαφημιστική προθήκη του σινέ-ΑΡΓΩ, αντίκριζα με το στόμα ανοιχτό μια σπιθαμή και γιομάτο σάλια, τις έγχρωμες διαφημιστικές φωτογραφίες της νέας ταινίας που πρόβαλε η ταπεινή συνοικιακή αίθουσα με το πομπώδες όνομα .

Αυτό το φιλμ δεν θα το έχανα με τίποτα, ο κόσμος να χάλαγε.

Η αδυναμία μου ήταν ανέκαθεν τα γουέστερν. Ακόμα και τώρα στα έσχατα, τα καουμπόικα αποτελούν το ψωμοτύρι μου, ειδικά αυτά των δεκαετιών πενήντα μέχρι εξήντα.

Έγχρωμα τα περισσότερα και σινεμασκόπ, με ηθοποιούς μεγάλα ονόματα του κινηματογράφου σαν τον Τζων Γουέιν και τον Ράντολφ Σκοτ, γυρισμένα σε τοπία μαγικά, με τους βράχους από σκληρό γρανίτη να υψώνονται ως τα ουράνια, με κάκτους μοναχικούς να στιγματίζουν τις απέραντες εκτάσεις ως εκεί που φτάνει το μάτι, με τη σκόνη και τον σφυρίζοντα άνεμο παντοτινούς, άτυπους συμπρωταγωνιστές στη δράση, ήταν φιλμικά γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη παιδική μου ψυχή κάνοντας την να ονειρεύεται δύσκολα ταξίδια στην Άγρια Δύση.

Για να σας δείξω το μέγεθος της τρέλας που με βάραγε τότε, σας αναφέρω μόνο το γεγονός ότι από τον <<ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ>> το ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο της εποχής, στην  οδό Αμερικής, είχα προμηθευτεί κάνοντας  αιματηρότατες οικονομίες, ένα πολιτικό χάρτη των Ηνωμένων Πολιτειών σε αμερικάνικη έκδοση, με την παραμικρή λεπτομέρεια αποτυπωμένη πάνω του. Απλώνοντας  λοιπόν αυτόν τον τεράστιο χάρτη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, και τι ταξίδια νοερά από χωρίου εις χωρίον της Άγριας Δύσεως δεν έκανα;

Ωστιν- Ελ Πάσο.

Και αμέσως βρισκόμουν καβάλα πάνω σε έναν καφετί επιβήτορα ονόματι Τσάρλι να διασχίζω μονάχος  με μόνα εφόδια, ένα πλατύ βρώμικο στέτσον για τον ήλιο, λίγες κονσέρβες φασόλια και ένα παγούρι νερό, τα αφιλόξενα τοπία του Τέξας, αναζητώντας παρανόμους και μια πόλη φάντασμα δίχως όνομα, που κανείς ποτέ δεν γνώριζε  τη παρουσία της ούτε και είχε ελπίδα ποτέ να εντοπίσει.

 

Πριν φύγω για το απογευματινό μάθημα των Αγγλικών, φώναξα  της μάνας μου που στο μικρό κουζινάκι ετοίμαζε  το μεσημεριανό για τον πατέρα ο οποίος οσονούπω θα κατέφθανε από τη δουλειά ένα πτώμα σκέτο και όπως πάντα μέσα στα νεύρα.

 

 <<Μάνα να σου πάρω από το πορτοφόλι, μία δραχμή να αγοράσω σουβλάκι;>>

<<Πάρε παιδί μου>>, άκουσα τη φωνή της και βούτηξα δίχως άργητα το χέρι μου στη μαρμίτα.

Ανέσυρα από το φθαρμένο πορτοφολάκι της κάνα δεκαπεντάρι σε ψιλά και τα έχωσα βιαστικά στις τσέπες του κοντού μου παντελονιού.

<<Φεύγω μάνα>>, φώναξα και πήρα τους δρόμους.

 

Τέσσερις παρά δέκα με τη τσάντα των Αγγλικών παραμάσχαλα, βρισκόμουν απίκο μπροστά στην οβάλ είσοδο του σινέ- ΑΡΓΩ.

Ο καμπούρης είχε ήδη πάρει τη θέση του στο στενάχωρο καμαράκι της εμπασιάς που χρησίμευε ως ταμείο.

Μου έκανε νεύμα να πλησιάσω. Έδωσα το αντίτιμο, πήρα τα ρέστα και βάλθηκα να χαζεύω τον καμπούρη που αφού πρώτα έκοψε με χέρια που τρέμανε ένα εισιτήριο από τη δεσμίδα, κατόπιν το έσκισε στη μέση δίνοντας μου πίσω το υπόλοιπο.

Χώθηκα στην αίθουσα και λίγο αργότερα μέσα στο παρηγορητικό σκότος της αίθουσας, είχα χαθεί οριστικά παρέα με τον Ντόκ Χόλιντει και τον Γουάιτ Έρπ, στο Τόμπστοουν της Αριζόνας. Οι αδελφοί Κλάντον ήταν έτοιμοι να χύσουν αίμα μα εγώ ατρόμητος τους περίμενα μαζί με τα παλικαράκια για την τελική αναμέτρηση στο Ο.Κ  Κοράλ.

 

Όταν βγήκα από τον κινηματογράφο ήταν ακόμα απόγευμα. Αρχές Μάιου και νύχτωνε αργά. Το έργο, μου την είχε δώσει κατακούτελα, στο δόξα πατρί που λένε. Ιδιαίτερα αυτό το στοιχειωμένο τραγούδι των τίτλων που τραγουδούσε υπέροχα ο Φράνκι Λέιν, με έκανε να παραπατώ από ιερή φρικίαση. Σφυρίζοντας επίμονα το σκοπό, κατευθύνθηκα στο σουβλατζίδικο του μπάρμπα-Λια στη άκρια της άχρωμης πλατείας.

 

<<Δυο παιδικά…>> έδωκα παραγγελία στον γηραιό μάστορα. <<Τυλίξτε τα μου για το σπίτι και δώστε μου και μία Φιξ παγωμένη.>>

Ο μπάρμπα-Λιας με αργές κινήσεις, ετοίμασε τη παραγγελία, τύλιξε σε μια λαδόκολλα τα σουβλάκια και  βγάζοντας τη μπύρα από το ψυγείο μου γύρισε καχύποπτα…

<<Για ποιόν η μπύρα πιτσιρίκο;>>

<<Για τον μπαμπά μου>>, τον πρόλαβα δίχως να ανοιγοκλείσω βλέφαρο για να γίνω περισσότερο πειστικός.

Πλήρωσα και πήρα τον κατήφορο για το πατρικό μου. Πριν το ξύλινο γεφυράκι, έκανα δεξιά και ακολουθώντας την όχθη του ρέματος πήγα και κάθισα κάτω από μιαν ιτιά.

Άνοιξα την μπύρα με τα δόντια, ξετύλιξα τα σουβλάκια και βάλθηκα να τα καταπίνω με βουλιμία αρπακτικού, παρατηρώντας τους μπάκακες και τα μεγάλα  ελώδη κουνούπια που περιφέρονταν πάνω από το λιγοστό νερό.

Μούχρωνε. Σκούπισα το παντελόνι από τα χώματα, ανέλαβα τη τσάντα με τα βιβλία και γύρισα σπίτι.

Από το ανοιχτό παράθυρο του σαλονιού, άκουσα τη μάνα μου να μιλάει στο τηλέφωνο…

<<Όχι κυρά Λένη. Δεν ήρθε ακόμα. Σαν έρθει σας τηλεφωνώ εγώ…>>

 

Το πιασα με την πρώτη. Αλί μου. Με είχαν κάνει τσακωτό. Ποιος διάβολος είχε βάλει την κυρά-Λένη, άτυπη διευθύντρια και γυναίκα του Φροντιστηριάρχη να πάρει τη μάνα μου τηλέφωνο ενημερώνοντας την για τη κοπάνα;

Βγήκα από τη ξύλινη εξώθυρα σιγανά σαν τον κλέφτη μην και με πάρουν χαμπάρι.

 

Την είχα άσχημα. Έπρεπε κάτι να σκαρφιστώ για να γλυτώσω την αναπόφευκτη τιμωρία. Έβαλα το φτωχό μου μυαλό να δουλέψει. Ο τίτλος της ταινίας όπου είχα παρακολουθήσει πριν λίγη ώρα, έκανε κύκλους μέσα στο νου μου σα περιστέρι πάνω από τον περιστερά…

 <<Αίμα… ναι αίμα αλλά πούθε…

Στον πράσινο βάλτο.>>

Η ιδέα με χτύπησε σα κεραυνός εν αιθρία. Θα αυτοτραυματιζόμουν.

Κατέβηκα πάλι στο ρέμα, πήρα μια κροκάλα από τις μυριάδες που μάλλιαζαν  στη κοίτη του και δίπλα σε ένα μικρό πράσινο βάλτο με τη συναυλία των βατράχων να έχει φτάσει σε απίθανα κρεσέντι, βάλθηκα να κοπανάω το δεξί μου γόνατο μανιωδώς μέχρι που το αίμα άρχισε να ρέει άφθονο κυλώντας μέχρι τα καλυμμένα με πλαστικό, καλοκαιρινό πέδιλο, δάχτυλα του ποδιού.

Επέστρεψα κουτσαίνοντας θεατρινίστικα.

Μόλις με αντίκρισε η μάνα μου χλόμιασε…

<<Τι έπαθες γιόκα μου;>>…

<<Με χτύπησε αυτοκίνητο μάνα και κάθισα σε ένα πεζούλι ώρα πολύ να μου περάσει ο πόνος.>>

<<Όχου τι με βρήκε>>, γκάριξε η μάνα μου και φέρνοντας οξυζενέ και κόκκινο βάμμα στάθηκε να μου  περιποιέται το τραύμα.

<<Λείπει και ο πατέρας σου στο καφενείο>>, είπε και αποσβολωμένη κάθισε απέναντι μου σε μια καρέκλα και με τηρούσε κουνώντας το κεφάλι της πάνω κάτω.

Λίγα λεπτά αργότερα φάνηκε να ψυχώνεται, και παίρνοντας με αγκαζέ  τραβήξαμε   για το φροντιστήριο των Αγγλικών.

Η κυρά –Λένη καθόταν όπως πάντα, πίσω από το γραφείο της σα σαλεμένο παγώνι.

<<Το χτύπησε αυτοκίνητο το παιδί, γι αυτό δεν ήρθε στο μάθημα >>,τόλμησε να αρθρώσει η μάνα μου.

Η κυρά-Λένη ρίχνοντας της ένα υποτιμητικό βλέμμα σηκώθηκε και ήρθε προς τη μεριά μας.

<<Σε κογιονάρει κυρά μου. Δεν έχεις μυαλό μεγάλη γυναίκα; Μόνος του το έκανε. Ποιο αυτοκίνητο και κουραφέξαλα μου τσαμπουνάς εκεί πέρα>> και γουρλώνοντας τα μάτια, μου έφτυσε καταπρόσωπο:

<<Για βλάκα με περνάς μικρέ; Αλλού τα παραμύθια σου, σε άλλην γειτονίτσα…>>, και μας εκδίωξε κακήν κακώς.

 

Στο σπίτι πίσω σαν αριβάρισε ο γέρος μου από τον καφενέ, το κλίμα πήρε να χοντραίνει επικίνδυνα…

<<Που γύρναγες βρε τσογλάνι;>>, καταδέχτηκε να με ρωτήσει κάθε άλλο παρά με αβρότητα.

<<Βόλτα στους δρόμους…>>

<<Με ποιόν;>> επέμενε

<<Με κανέναν. Μονάχος μου ήμουν.>>

<<Δεν σε πιστεύω…>> κατέληξε και τραβολογώντας με από το μανίκι με έσουρε σχεδόν στο τοπικό σταθμό Χωροφυλακής.

Κάτι  πήρε να συζητάει με τον αξιωματικό υπηρεσίας και λίγο μετά, βρισκόμουν ενώπιος ενωπίω με έναν βλοσυρό χωροφύλακα.

Μου έδειξε ένα ματσούκι και το κούνησε δύο τρείς βολές εμπρός στα παιδικά μου μάτια.

<<Το βλέπεις αυτό μικρέ. Αν δεν μου πεις που σεργιάνιζες όλο το απόγεμα, πάνω σου θα σπάσει…>>

Πίσω του μια θεόρατη φωτογραφία του Παπαδόπουλου μου έφερνε μυρωδιές από Πάσχα, αρνιά σουβλιστά και κοκορέτσια που τα γύριζαν φαντάροι, ενώ καουμπόηδες πιασμένοι με ανώτερους αξιωματικούς, χόρευαν τσάμικο λυγώντας τη μέση με χάρη περισσή.

<<Που χαζεύεις καλόπαιδο;>>, με επανέφερε στη πραγματικότητα ο μπασκίνας.

<< Εμένα να κοιτάζεις, στα μάτια εδώ…>> και σκούντηξε το μέτωπο του με το χέρι.

<<Λέγε ρε χαμένο που βολόδερνες;>>

Πολύ δεν ήθελα να τα φτύσω από τη τρομάρα μου και άρχισα να του διηγούμαι τα κατορθώματα μου με το νι και με το σίγμα.

<<Το και το κύριε χωροφύλακα, στην <<Αργώ>> είχα πάει να δω το έργο…>>

 

Σαν με πήρε ο πατέρας μου ανακουφισμένος πια να γυρίσουμε σπίτι, το παντελόνι μου το είχα κατουρημένο. Καίγανε τα μπούτια μου από την αμμωνία.

Περάσαμε έξω από την <<ΑΡΓΩ>>. Ο πατέρας πήγε γραμμή στο καμπούρη που συνέχιζε τη βάρδια του κλεισμένος στο ταμείο  σωστός κατάδικος.

<<Πέρασε ο μικρός από εδώ;>> τον ρώτησε δείχνοντας με το δάχτυλο.

<<Μάλιστα κύριος>>, απάντησε συννεφιασμένος ο καμπούρης.

<<Πρώτος-πρώτος έκοψε εισιτήριο το απογεματάκι κατά τες τέσσερις…>>

<<Και πώς τον άφησες να μπει αφού η ταινία είναι ακατάλληλη μέχρι δεκατριών;>>,  τον τάπωσε ο γέρος μου…

<< Σιγά ρε κύριος. Καουμπόικο είναι, αλογάκια και τέτοια, δεν δείχνει και τίποτις κακό…>>

Γυρίσαμε σπίτι και δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ στην οικογένεια για  το επεισόδιο.

 

Πριν  λίγους μήνες, έτυχε να παρακολουθήσω με τη γυναίκα μου στη κρατική τηλεόραση την ίδια εκείνη ταινία. Ήμασταν ξάπλα στο κρεβάτι, ξεθεωμένοι από τη ημερήσια βιοπάλη. Η κυρά μου όπως κάνει πάντοτες, δέκα λεπτά αργότερα ροχάλιζε του καλού καιρού. Η προβολή μαζί με τις διαφημίσεις που έπεφταν κάργα, κράτησε περίπου ως τις μία. Μέσα στο μισοκοιμισμένο μου μυαλό όλα έλαμψαν έντονα και οι σκιές του παρελθόντος σαν τις καλοκυράδες επανήλθαν ζωηρές και ακμαίες.

Το πρωί σηκώθηκα μουσκεμένος.

Ανήσυχη η γυναίκα μου,  στρίγγλισε:

<<Κατουρήθηκες κακομοίρη στον ύπνο σου. Κάτι συμβαίνει σοβαρό. Να πας τώρα αμέσως να κάνεις εξέταση για ζάχαρο…>>

 

Περπατώντας για τη φάμπρικα, πίσω από τα σύννεφα που έκρυβαν την ανατολή στη κορφή του Υμηττού, ξεχώρισα τον καμπούρη γιγάντιο, να μου χαμογελάει γνέφοντας μου ειρηνικά.

Ξάφνου η προοπτική μιας ακόμα μέρας στην εργασία  μου φάνηκε τόσο ανυπόφορη ιδέα που γύρισα αμέσως στο σπίτι αναμένοντας τα χειρότερα…

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου