ΓΗ ΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΓΗΝ
Το σωτήριο έτος 1959 που την ηλιόχαρη ημέρα της Πρωτοχρονιάς
προοιωνιζόταν ανέμελο για την οικογένεια
Ζάβαλη, τώρα έβγανε σκυλόδοντα και επαπειλούσε να ξεθεμελιώσει βεβαιότητες
και ελπίδες πυργωμένες με τα ζαμάνια, στις άνυδρες πλην ευεπίφορες στα θάματα καρδιές των μελών της.
« Την αλήθεια πε μου…Που χεις κρυμμένα μάνα τα λεφτά;», ρωτούσε όλο
αδημονία η μεγάλη, η Τούλια, σκύβοντας το αλογίσιο της κεφάλι προς τη μεριά της
ολιγόζωης.
Η γριά με φανερή την απαρέσκεια στο ωχρό της μούτρο απάντησε κακιασμένα δείχνοντας με τον πιο πασίδηλο τρόπο ότι ήθελε
να την απαρατήσουν ανενόχλητη στο
ψυχοπάλεμα της:
«Στο κονοστάσι μωρή…»
Η μικρή, η Ευθαλίτσα επέμενε:
« Είσαι σίγουρη μανούλα; Για θυμήσου καλύτερα. Εκεί που μας λες, δεν
βρίσκουμε τίποτα.»
«Στο κονοστάσι», ματάπε εκείνη και τράβηξε έτσι η συζήτηση σα κολλημένη
πλάκα γραμμοφώνου, μέχρι που η γριά έπεσε σε βυθιότητα. Την είχαν οι γιατροί αποφασισμένη κι έτσι συμβούλεψαν τις κόρες να
πάγουν σπίτι τους να ησυχάσουν κομμάτι, να έχουνε κουράγια για τα επόμενα, ότι
σχεδόν δύο μήνες τώρα, μπάστακες στέκανε
στο πλευρό της, ακούνητες σα στρατιωτάκια από μολύβι.
Έτσι και πράξανε δίχως πολλά σούξου μούξου και κουβέντες δεύτερες.
Το ίδιο βράδυ, κοντά μεσάνυχτα, εκεί που στριφογύρναγαν στα στρώματα με
το μάτι γαρίδα, ακούσανε να βαρούν. Έριξαν πάνω τους ένα σκουτί και ανοίξανε τη
πόρτα, με ένα φτερούγισμα δυσοίωνο να τους γαργαλάει τα σωθικά. Ο χωροφύλακας
από το παραπλήσιο σταθμό με βαριά χωριάτικη προφορά ανήγγειλε στις αδελφές τα
χαμπέρια.
«Τηλεφούνησαν απ΄ του νουσουκομείου να πάτι ογρήγορις. Η μάν΄ σας
συγχουρέθηκε. Ζουή σε λόγ΄ σας.»
Πιάσανε δίχως άργητα το μοιρολόι και έτσι το πήγανε κορδόνι ίσαμε να
λαλήσει ο πρώτος πετεινός. Αξημέρωτα ακόμα ήταν σα ντύθηκαν τα μαύρα. Με το
πρώτο τραμ κινήσανε για το νοσοκομείο, στο Γουδί.
Τους μήνες που ακολούθησαν τη κηδεία, φάγανε το τόπο, το σπίτι ολάκερο.
Τι πατάρια ψάξανε, τι στρώματα, τι τεντζερέδες. Όλα επί ματαίω. Πουθενά το
κομπόδεμα, άφαντο.
Στο κονοστάσι που τους έλεγε η μάνα τους, ξετρύπωσαν τη στερνή επιστολή του μπάρμπα τους του Πάνου με ευχές για τα Χριστούγεννα, ένα χαρτονόμισμα
βρωμισμένο από το λάδι του καντηλιού και κάτι ψιλά που τα χε η γριά εύκαιρα να
ανάβει το κερί στους Αγίους Αποστόλους.
«Στράφι θα πάνε φούλα μου, τα δολάρια», έκραζε η μεγάλη στη μικρή και το
δάκρυ στάλαζε στο πάτωμα κορόμηλο. «Κάπου τα έχει καταχωνιασμένα στα γερά η
μάνα μας η τσιγκούνα και τι θα απογένουμε τώρα με τη φτώχεια και την αναπαραδιά
που μας δέρνει;» Και δώσ΄του να τρώνε το
τόπο ακάματες, ψαχουλεύοντας και στα πιο απίθανα μέρη.
Είχανε τον αδελφό της μάνας τους από χρόνια στο Αμέρικα. Οχάιο μεριά. Με
λάουντς ολάκερο στο όρντινο του. Γονατιστός τις παρακάλαγε τα πρώτα χρόνια να πάνε να τον εύρουν στη
ξενιτιά.
Ξερά κεφάλια αυτές, αρβανίτικα. Που να άφηναν έρμη τη μάνα; Που το
σπίτι; Που τα μνήματα;
Κι όλο έστελνε ο μπεκιάρης, ο ξενιτεμένος το πράσινο με τη σέσουλα, πότε
μέσα σε γράμματα εσώκλειστο, πότε με φίλους και γνωστούς, να ντυθούνε καλά, να
ποδεθούν οι σουσουράδες οι ανεψούδες του, μπας και στραβώσουν κάνα γαμπρό της προκοπής και κουκουλωθούνε.
Μέχρι και αντιβιοτικά τους είχε πέμψει μια φορά σε ένα κασόνι, φάρμακα άγνωστα
εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, σαν του έγραψαν πώς η μικρή ήταν στα ρούχα
με πνευμονία βαριά. Τα κατάπιε αυτή μονοκοπανιά
και κόντεψε να τα τινάξει. Ένα χρόνο σχεδόν γιατροπορευόταν η δόλια με το
στομάχι της σμπαράλια.
Το λοιπόν η γριά το φύσαγε στα σίγουρα το παραδάκι, πόσο περισσότερο που
ποτές δεν την είχαν δει να χαλάει μήτε
σέντσι τσακιστό, όσες ανάγκες επιτακτικές κι αν ανέκυπταν στην οικογένεια που
φυτοζωούσε με τη πολεμική σύνταξη του συγχωρεμένου του ανδρός της.
Πέρασαν τα χρόνια πικρά, μέσα στη νέα ορφάνια που τους
έλαχε. Ο μπάρμπας δεν άργησε να πάει κι ατός του, πνιγμένος στα χρέη. Τον είχαν βλέπεις βαρέσει στο δόξα πατρί, άσχημοι καιροί. Δεν άφησε, μήτε για τη κηδεία
του. Ρεφενέ τον θάψαν οι φίλοι, στη γη
την ξένη. Οι δύο αδερφάδες από την άλλη, χαρά στα ασκέλια τους δεν γνώρισαν.
Ήρθε το λοιπόν αγάλι αγάλι και μαραγκιάσανε μέσα στις καμαρούλες του πατρικού
τους. Μα μέσα στο μυαλό τους, εξορισμένη σε μια άκρια, βαριανάσαινε η απαντοχή
πως κάποτε θα ξετρύπωναν το μπαγιόκο και τότες γραμμή θα τις γέρευαν οι
μουστερήδες της γειτονιάς που τώρα μήτε βλέμμα αλλήθωρο δεν γυρίζανε, σαν τις
συντύχαιναν στις ρούγες.
Δεν δίστασαν απάνω στην απελπισία
τους, να πάγουν και σε μάγισσα ακόμη.
Τίποτα και με δαύτη. Τους έφαγε καμπόσα ενώ φούμαρα σκέτα αποδείχτηκαν τα λόγια
της τα διφορούμενα, τα ήξεις αφίξεις.
΄Ωσπου μια Παρασκευή Μεγάλη, λίγο πριν τη Περιφορά, εκεί που κάθονταν
και κλαίγανε τη μοίρα τους την άραχλη
στο κουζινάκι, με ανοιχτή τη πόρτα που βλεπε στο πλυσταριό
της πίσω αυλής, η Τούλια με μάτι που πήρε έξαφνα να γυαλίζει, στράφηκε στη
μκραδελφή της και της έκρινε:
«Εδώ που κάθομαι αδερφή και συλλογιέμαι, μού ήρθε κάτι σαν επιφοίτηση. Μια ανάμνηση. Τη μαμά να
μπαινοβγαίνει στο πλυσταριό μπερμπάντικα, λες και σκιαζόταν κατιτίς .»
Ούτε συνεννοημένες να ήτανε.
Άρπαξε η μια κασμά κι η άλλη σκαλιστήρι.
Δύο ώρες αργότερα το καμαράκι στην αυλή έστεκε ερείπιο. Από μια τρύπα ανάμεσα σε δύο πλίθια, ανέσυραν οξειδωμένο ένα κουτί ΚΑΦΕ ΛΟΥΜΙΔΗ. Το άνοιξαν
με αγωνία και προσμονή μεγάλη. Τα χρήματα ήταν πράγματι μέσα εκεί. Διπλωμένα
χαρτονομίσματα ένας σωρός, φίσκα ως τα μπούνια του κουτιού. Πολτός όμως και
σαπίλα σκέτη.
Τράβαγαν τα μαλλιά τους, μπάτσιζαν τα μάγουλα η μια της άλλης, κάνανε
σαν υστερικές. Τόσα δολάρια, πράσινα κάποτε σα τα Περτουλιώτικα λιβάδια, βόρβορος τώρα στα τρύπια τους χέρια. Πέρασαν
μαύρη τη Λαμπρή.
Τρίτη του Πάσχα πήρανε το κουτί παραμάσχαλα
και πήγανε στη Τράπεζα της λεωφόρου.
Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι σαν πληροφορήθηκαν το κάζο που τους έλαχε Πασχαλιάτικα.
Κάποιος υπεύθυνος, τις παρέπεμψε στα Κεντρικά ίσα ίσα για να τις αποφύγει.
Τρέξανε.
Ο Διευθυντής εκεί τους μίλησε πατρικά, πασχίζοντας να μην τις
απογοητέψει τελείως. Τι στοίχιζαν
άλλωστε σε κοτζάμ Τράπεζα, λίγα δράμια
ελπίδας;
«Ακούτε κορίτσια. Αν φαίνονταν τα νούμερα πάνω στα χαρτονομίσματα κάτι
γινόταν. Τραβάτε το λοιπόν σπίτι σας και προσπαθήστε προσεχτικά να τα
ξετυλίξετε και εδώ είμαι εγώ να σας συνδράμω σαν τα καταφέρετε.»
Γύρισαν στο ρημάδι. Δύο μερόνυχτα με το τσιμπιδάκι των φρυδιώνε
αγωνίζονταν να γλυτώσουνε ότι ήταν βολετό.
Επέστρεψαν στα Κεντρικά. Σταθήκανε απέναντι στο διευθυντή με κομμένα ήπατα. Του δειξαν τα κόπια τους. Όλο
κι όλο τρείς- τέσσερις αριθμοί κι αυτοί μισακοί.
Κούνησε αυτός το κεφάλι του με κατανόηση και περισσότερο από ανθρωπιά,
έδωκε εντολή στον ταμία να τους μετρήσει ένα μικρό ποσό.
Περπάτησαν τα χιλιόμετρα που τις χώριζαν από το σπίτι, μέσα στη μούγκα
και τη μουτζούφλα.
Την επόμενη βδομάδα, ο ταχυδρόμος έριξε κάτω από τη πόρτα τους μια
απανταχούσα από τη Δημαρχία.
ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΓΝΩΡΙΣΑΤΕ ΜΑΣ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΕΑΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙΤΕ ΤΗ
ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΣΑΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΟΣΤΕΟΦΥΛΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΔΡΑΧΜΩΝ 100. ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΣΑΣ ΘΑ ΡΙΦΘΟΥΝ ΕΝΤΟΣ ΚΟΙΝΟΥ
ΛΑΚΚΟΥ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΝΕΥ ΕΤΕΡΑΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΣ.
Το χαρτί σερνόταν κάνα μήνα μέσα στο σπίτι, πότε πάνω στην εταζέρα, πότε
πάνω στο σκοροφαγωμένο τραπέζι. Οι δύο αδελφές καμώνονταν πως δεν το βλεπαν.
Ούτε η μια, ούτε η άλλη φιλοτιμήθηκαν να
πάνε να πληρώσουν για τα κοκαλάκια της μάνας τους.
Ώσπου ένα δείλι, η Ευθαλίτσα, αφού πρώτα ξέσχισε την ειδοποίηση ως το μη
παρέκει, άνοιξε το βορινό παράθυρο, έκθετο πάντα στον Αίολο και αφήνοντας τα μικρά κομμάτια του χαρτιού να
παρασέρνονται στην ανεμοδούρα, πήρε να λευτερώνει πρώτη φορά τη ψυχούλα της από
κάθε δεσμό, ενώ η Τούλια, στεκάμενη παράμερα κάτω από το γείσο της πόρτας, έμοιαζε
να τη παρακολουθεί με χαριέσσα συγκατάβαση. Στα χείλη της μικρής ανέβηκαν ακάλεστα τα λόγια από ένα παλιό
βαλσάκι. Η μεγάλη πήρε να την σιγοντάρει με φωνή μέλι.
<< Άδικα πήγαν τα νιάτα μου…>>
Και από κείνη τη σημαδιακιά μέρα,
καμιά τους δεν ματάφερε τη κουβέντα στη
μάνα, μήτε για καλό, μήτε για κακό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου