Δύο επεισόδια από την αυτοβιογραφία του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δημητριάδη, Γραμματικού του Στρατηγού Ράγκου, που γεννήθηκε το 1813 και παιδί ακόμα αμούστακο, έλαβε μέρος στην θαυμαστή Επανάσταση του ΄21
Το πρώτο συμβάν που μας εξιστορεί ο εν λόγω αξιόλογος αγωνιστής και απομνημονευματογράφος Κωνσταντίνος Δημητριάδης, λαμβάνει χώρα περί το 1827, κοντά στο χωριό Λομποτινά (σήμερα Άνω Χώρα, Ναυπακτίας) στη θέση "Παπαδιά", όταν μετά από μάχη με Τούρκους, εκλέγεται από τους συναγωνιστές του, να αποκεφαλίσει έναν τραυματισμένο Τούρκο.
Διαβάζουμε μεταξύ άλλων:
"εφάνη είς Τούρκος καθήμενος και ακουμβών επί της ρίζης μιας ελάτης, βαρέως πληγωμένος. Οι αρχηγοί καλούσι παρ΄αυτοίς τους παίδας του Στρατού λεγομένους ψυχογυιούς, λέγοντες: "Παιδιά βλέπετε εκεί πέρα εναν Τούρκον: Είναι ζων αλλά πληγωμένος, μη δυνάμενος να κινηθεί. Τις από σας πηγαίνει να τον σκοτώσει και να μας φέρει την κεφαλήν του;
Όλοι προσεφέρθησαν, αλλ΄εγώ τους παρακάλεσα να με προτιμήσωσι. Ήμην δε εν τη ηλικία μικρότερος. Ο Στρατηγός Γιώτης Δαγκλης λέγει, "αυτός ο μικρός να υπάγη".
Μου έδωσαν λοιπόν ενα κοπτερόν χαντζάρι, υπήγα εις το μνησθέν μέρος κρυπτόμενος από τας μεταξύ ελάτους, τον επλησίασα όπισθεν χωρίς να με βλέπει και τον εφόνευσα δι΄ ενός πυροβολισμού. Του έκοψα την κεφαλήν, τον αφώπλισα και επέστρεψα με την κεφαλήν εις τους Αρχηγούς, οίτινες με έβλεπον καθ΄ολην την πραξιν, ότε ο στρατηγός Γιώτης Δαγκλης μοι εδώρισε μιαν λίραν Αγγλικήν".
Το δεύτερο επεισόδιο που χρονολογείται την εποχή μετά τον τραυματισμό και τον θάνατο του Άστιγκος το έτος 1828, μας συγκλονίζει με την ωμή ειλικρίνεια του και θέτει προ οφθαλμών, το ακρότατο όριο που ημπορεί να κατέλθει ο Άνθρωπος ερχόμενος αντιμέτωπος με το ανήμερο θεριό της πείνας.
Θεωρώ αύτήν την εξιστόριση πολύ πιο ανατριχιαστική ακόμα και από τον ανηλεή φόνο του πληγωμένου Τούρκου.
Ο συγγραφέας ευρισκόμενος εν πορεία διηγείται:
"Την νύκτα ότε ανηρχόμεθα προς την Χρυσοβίτσαν, μαχητής τις παραμέρισε της οδού προς αφόδευσιν. Τον ηκολούθησα και άμα αυτού εγερθέντος, ήρπασα κόπρον όπως φάγω, μη δυνάμενος από της πείνης να βαδίσω. Δυο αδελφοποιτοί μου, οίτινες με είδον και με ηκολούθησαν, άμα την κόπρον έλαβον "βρε με λέγουν τι κάμνεις αυτού;" "να τι κάμνω" τοίς είπον, "αποθνήσκω της πείνης".
Αμέσως με πανίον όπερ έφερον εις το σελάχι των, με εκαθάρισαν το χέρι, και λαβόντες από τας τσάντας των, έκαστος ανά έν τεμαχιον μεχρι 50 δραμίων εψημένης κοιλίας βοίου μοι έδωσαν και φαγών ηδυνήθην να τους ακολουθήσω".
Τόσο σκληρό!
Τόσο αληθινό!
Πραγματικότητα που ξεπερνάει ακόμα και την πιο νοσηρή φαντασία
Αυτοί συμβαίνει να είναι οι πρόγονοι μας, οι πατεράδες μας, οι αποθηριωμένοι λεβέντες της Παλιγγενεσίας, οι λερωμένοι κι οι μπαϊλντισμένοι από τις ατέλειωτες πορείες και τα φονικά, οι βουτηγμένοι ως το λαιμό στο αίμα και τα κόπρανα.
Ανεκτίμητη όμως στέκει η προσφορά τους και μας εμπνέει έστω και με ανοίκειο τρόπο, (τουλάχιστον κάποιους από εμάς), σε ότι Καλό, ότι Υψηλό, ότι τελοσπάντων μπορεί και γιγαντώνει τον Νου μας σε σφαίρες ανώτερες.
Γιατί από τα ταπεινά υψώνεται ο Άνθρωπος και παγαίνει προς το Άπειρο...
Από τις λάσπες ξεκινάει.
Σκουλήκι είναι σιχαμερό στην αρχή, μα τελειούται γρήγορα ως πεταλούδα (ψυχή) και αναβιβάζεται πλησίστια εκεί που οι Χριστιανοί αρέσκονται να αποκαλούν Ουρανό και μεις οι αρτηριοσκληρωτικοί με τους Μύθους, αξιοπρέπεια της συνείδησης.
Μας έδωσαν έτσι τη Λεφτεριά μας, τούτοι οι στενοί φίλοι του θεού Άρη, χωρίς όρια και προυποθέσεις. Μας την δώρισαν απλώχερα, Λεφτεριά που σήμερα εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες υποτιμούμε συχνά και καθυβρίζουμε σκαιότατα, θεωρώντας την ως κάτι το δεδομένο και παρακατιανό.
Αλί αδέλφια στη τύφλα μας!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου