ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
Της γιαγιάς μου δεν της άρεσε να διηγείται γλυκανάλατα παραμύθια για δράκους μοχθηρούς και βασιλοπούλες που τις ενοχλούσε τάχα το κρυμμένο μπιζέλι κάτω από το στρώμα τους. Τα παραμύθια της αντίθετα ήταν ιστορίες βιωμένες που τις έλεγε σε εμάς τα εγγόνια της δίχως να ενδιαφέρεται αν η σκληρότητα των διηγήσεων της μας έκανε να έχουμε νυχτερινούς εφιάλτες σχεδόν καθ΄όλη τη διάρκεια της παιδικής μας ηλικίας και όχι μόνο. Αν μπορούσε να την ακούσει ένας σημερινός παιδοψυχολόγος θα είχε μάλλον συμβουλέψει εσπευσμένα τους γονείς μας να την απομακρύνουν όσο το δυνατό πιο μακριά μας έν ανάγκη να την εξορίσουν σε κάποιο έρημο νησί.
Μας μόστραρε τη σκουριασμένη σπάθα που είχε φωλιασμένη στο καμπινέ καλά προφυλαγμένη με εφημερίδες και μας διηγιόταν πώς ο παππούς με δαύτη πήρε το κεφάλι ενός Τούρκου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στη Μικρά Ασία και πώς το κομμένο κεφάλι του Μωαμεθανού έπαιζε τα κλαμένα μάτια του και μιλώντας σε άπταιστα Ελληνικά, ζητούσε να το θάψουν μαζί με το υπόλοιπο σώμα γιατί πιλάφια έτσι δεν θα μπορούσε να τρώγει στον Παράδεισο του Αλλάχ όπου πάγαινε. Ή πάλι πώς το χειμώνα του σαράντα ένα, έπιασε μια νεροφίδα από το πηγάδι και τη μαγέρεψε με κάτι κρεμμυδάκια και τόσο νόστιμη γένηκε που όλοι θαρρούσαν ότι έτρωγαν κουνέλι στιφάδο. Αλλά η καλύτερη ιστορία απ΄όλες, αυτήν που τη βάζαμε να μας τη λέει σχεδόν κάθε βράδυ, ήταν η ιστορία της Μαγδάλως της γρηάς που νεκραναστήθηκε στ Ανάπλι.
<< Σαν παιδιά μου ήμουν μικρό κοριτσάκι και ζούσα στη παλιά πρωτεύουσα με τα πολλά κάστρα και τη βαριά ιστορία, με πήρε η μάνα μου μια μέρα και πήγαμε σε μια κηδεία. Η κυρά Μαγδάλω από το διπλανό πλουσιόσπιτο που είχε τη μανούλα μου παραδουλεύτρα, τα τίναξε ξαφνικά στον ύπνο της απάνω.
Ζούσε μαζί με τον άνδρα σε ένα παλιό δίπατο που έστεκε αγέρωχο στους καιρούς, από τα χρόνια του Κολοκοτρώνη και πιο πριν ακόμα. Παιδιά δεν είχαν, κάτι ανίψια μόνο, μα ο κόσμος τους αγαπούσε και τους δύο, πιότερο τη κυρά Μαγδάλω που ήταν γυναίκα όξω καρδιά και είχε και το χέρι φιλάνθρωπο πολύ.
Ο ντουνιάς στο σπίτι της συγχωρεμένης πήχτρα, είχε έβγει ως και τα μπαλκόνια να ανασάνει κομμάτι. Κάτι τα λιβάνια, κάτι τα λουλούδια η ατμόσφαιρα είχε καταντήσει βαριά. Σπάραζαν οι μοιρολογίστρες, Αρβανίτισσες μαστόρισες και κάμαν τον κόσμο με τα κλάματα και τα ξεφωνητά τους να ανατριχιάζει σύγκορμα. Τη πεθαμένη την είχανε μέσα στη κάσσα στο κέντρο της μεγάλης σάλας.
Καθήσαμε με τη μάνα μου παραπίσω, παρακατιανοί βλέπεις, σε κάτι ψάθινες καρέκλες. Όσο έβλεπε η μάνα μου τη κυρά Μαγδάλω να κείτεται άπνοη μέσα στο κιβούρι της στολισμένη τα λουλουδάκια, τόσο μαλιοτραβιόταν και εκείνη επηρεασμένη όχι τόσο από τις μοιρολογίστρες που χαλάγανε τον κόσμο. Είχε άλλη έννοια αυτή. Στη κάσσα μέσα ξαπλωμένη δεν έβλεπε τη κυρά Μαγδάλω, μα το μεροδούλι της που τώρα στα σίγουρα θα έχανε και πώς θα ανάσταινε τα κούτσικα δίχως του;
Ήρθε η ώρα να ασηκώσουν το λείψανο. Μπήκε ο παπάς καμαρωτός σα διάνος. Μια φωνή ακούστηκε μάλλον του κυρ΄Αναστάση του άνδρα της Μαγδάλως, να παραπονιέται λιγουλάκι άγαρμπα είναι η αλήθεια: <<΄Ηρθε το σκυλί το μαύρο να σε πάρει κόνα μου>>.
Και εκεί που οι νεκροπομποί πήραν θέση να σηκώσουν τη πεθαμένη, κάνει μπράφ μια η γρηά η Μαγδάλω, ασηκώνεται με μάτια γουρλωμένα και κάθεται στη κάσα της . Τρόμαξε ο κόσμος από το αναπάντεχο, αφήνιασε. ΄Οπου φύγει φύγει. Δύο τρείς πέσανε μέσα στο γενικό χαμό από το μπαλκόνι να γλυτώσουνε. Πιο ψύχραιμος ο κυρ΄Αναστάσης πήρε από το γιούκο μια βελέντζα, της κάλυψε τη κεφαλή την και παίρνοντας την αγκαλιά από τη κάσσα την πήγε στο δωμάτιο του. << <<Άρρωστη ήσουν κόνα μου >>, την γλύκανε, << τίποτα δεν έχεις. Ήρθε ο κόσμος να ιδεί πώς τα πάς>>. Την κάλμαρε.
Εν τω μεταξύ σκοτωθήκανε δύο, πέφτοντας στο κενό από το μπαλκόνι που βλεπε το Παλαμήδι. Καταχάρηκε η μάνα μου με το ανήκουστο αυτό. Μα δυστυχώς για αυτή η κυρά- Μαγδάλω έμελλε να ζήσει ένα χρόνο ακριβώς πριν αποδημήσει εις Κύριον για δεύτερη φορά και τούτη τη φορά οριστικά.
Αυτή ήταν παιδιά μου η ιστορία της Μαγδάλως της νεκραναστημένης και πιστεύω να σας ευχαρίστησα. Άιντε για ύπνο τώρα και όνειρα γλυκά>>.
Πέρασαν λίγα χρόνια. Πέθανε κι η γιαγιά μου μια φθινοπωρινή μέρα εξοφλώντας το κοινό χρέος. Τη νύχτα πριν τη κηδεία τη βγάλαμε στο φτωχικό της πότε λέγοντας ανέκδοτα, πότε καίγοντας και θρηνώντας την. Την κάσσα την είχαμε στερεώσει σε τέσσερις καρέκλες, είχαμε βάλει κι ένα μανουάλι να καίει ακοίμητο πίσω από τα άσπρα της μαλλάκια.
<< Που στο διάολο να κοιμηθώ>> έκραξε μεθυσμένος ο μπάρμπας μου επιστρέφοντας από τη ταβέρνα.
<< Βγάλε τη γιαγιά και τούφαρε μέσα>> αντιγύρισε η θεία Μαρίκα χασκογελώντας αναιδέστατα με τον ανεπρόκοπο.
Όσο για μένα καθισμένος δίπλα στο ξόδι όλη τη νύχτα δεν έπαψα να κουνάω το παραλυμένο ποδάρι μιας καρέκλας απ΄αυτές που στεριώναν τη κάσσα κάνοντας τη γιαγιά μου να μπαλατζάρει μέσα στο φέρετρο της σαν σε φουρτουνιασμένο πέλαγο.
<< Ξύπνα.. της έλεγα. <<Εγώ θα σε παρηγορήσω>>.
<<Τι το θές το σεντόνι παιδί μου και το σφίγγεις στα χέρια σου. Σαν κρυώνεις σκεπάσου με δαύτο, η παράτα το >> με μάλωσε η μάνα μου.
Δεν είπα λέξη.
Μέχρι την άλλη μέρα το μεσημέρι που την σηκώσανε, η γιαγιά δεν είπε να κουνηθεί από τη θέση της. Το ίδιο και την ώρα που ο παπάς της έριχνε με το φτυάρι χώμα. Μόνο για μια στιγμή πριν της σκεπάσουν το πρόσωπο, μου φάνηκε ότι τρεμόπαιξε λίγο τα μάτια. Αλλά και πάλι σίγουρος δεν ήμουν.
Έτσι έκανα τη καρδιά μου πέτρα και το πήρα μια δια παντός απόφαση ότι παραμύθια πια δεν έχει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου