Η ΠΕΖΟΥΡΑ
Ο μεγάλος πατριωτικός πόλεμος είχε φτάσει επιτέλους στο τέρμα του. Ο κόσμος αφηνιασμένος από χαρά, μαζεύτηκε λεφούσι στις πλατιές λεωφόρους που οδηγούσαν στο κέντρο της πόλης, αναμένοντας την έλευση των νικηφόρων στρατευμάτων.
Και να, στο βάθος του ορίζοντα, μέσα στη αγλαϊσμένη ατμόσφαιρα του πρωινού, φανήκαν οι ταγοί καβάλα σε άτια χρυσοστόλιστα με τα παράσημα τους, να στραφταλίζουν στο δυνατό φώς του ήλιου. Ο κοσμάκης ενθουσιασμένος κραύγαζε «ουρά» και «ζήτω» και βάλθηκε να τους χειροκροτεί μανιωδώς. Οι γέροι πετούσαν ψηλά τα καπέλα τους ενώ κορασιές σα τα κρύα νερά, τους έραιναν φρεσκοκομμένα από τους γύρω αγρούς άνθια, με μιαν ερωτική ζέση που άναβε πυρκαγιές.
Πιο πίσω ακολουθούσαν οι επίλεκτοι της πρώτης γραμμής, ανεβασμένοι σε γιγαντόσωμα μουλάρια. Καλοβαλμένοι και με ύφος αγέρωχο, κέρδισαν και ελόγου τους το χειροκρότημα. Κάπως πιο χλιαρό βέβαια, αλλά ποιος έδινε σημασία τέτοιες ώρες σε λαϊκές μικρότητες;
Μα όταν σκάσανε μύτη κάτι ταλαίπωροι στρατιώτες με σκισμένα από τις κακουχίες αμπέχονα, θρονιασμένοι στη ράχη καχεκτικών γαιδάρων, ένας αχός απλώθηκε δυσοίωνος πάνω από τη παρέλαση. Βουβαμένο το πλήθος παρακολουθούσε και δεν πίστευε στα μάτια του. Κάποιοι που τόλμησαν κάτι δειλά χειροκροτήματα, νοιώθοντας την εναντίωση του πλήθους και κάνοντας πιο ψύχραιμες σκέψεις, έκρυψαν τα χέρια στις τσέπες σαν να είχε βάλει ξαφνικά κρύο.
Αμέσως πιο πίσω, έκαμαν την εμφάνιση τους τα φανταράκια τα καυμένα, κουρελιάρικα και λερά που μη έχοντας κάτι τις να καβαλήσουν είχαν περάσει κάτω από τα ποδάρια τους, μακριές καλαμίδες, τις οποίες ομολογουμένως και ίππευαν με χάρη περισσή. Ο λαουτζίκος πήρε να τους γιουχαΐζει και να τούς προγκάει στα ανοιχτά. Κέρματα και μισοφαγωμένα μήλα εκσφενδονίστηκαν εναντίον τους με μανία.
Και μέσα στη παραζάλη της καταφρόνιας, ένας από τους καλαμοκαβαλημένους εκείνους, γύρισε φάτσα φόρα προς το ωρυόμενο πλήθος και με πικρό χαμόγελο στο αχείλι, τους βροντοφώναξε:
«Και που να δείτε τη πεζούρα που έρχεται»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου