Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑΙΟΥ ΤΟΥΡΚΟΥ
Γυρίζοντας σπίτι από τη δουλειά, με τράβηξε η γυναίκα μου παράμερα και βάζοντας το δείχτη στα χείλη κάθετως, με πρόγκηξε:
«Μην κάνεις πολύ φασαρία. Μόλις γύρισε ο γιόκας σου και κοιμάται του καλού καιρού. Θα μου τον ξυπνήσεις!»
Ο περί ου, ναύτης στη φρεγάτα Α…, είχε μόλις επιστρέψει από την τελευταία μεγάλη ναυμαχία των στόλων Ελλάδος και Τουρκίας, όπου δεν έπεσε φυσικά ούτε κανονιά, μετά από δυό εβδομάδων περιπολία στο Αιγαίο. Η κατάσταση έβαινε αποκλιμακούμενη και ο κάθε κατεργάρης γύριζε στον πάγκο του και στη βολή του. Υπηρετώντας στα μαγειρεία του πλοίου και κάνοντας συνεχείς βάρδιες, κατακουρασμένος και μπαϊλντισμένος στο έπακρο, τώρα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου στο παιδικό του δωμάτιο.
«Άσε τι μου λεγε» συνέχισε η κυρά απτόητη.
«Μού ΄ρθε με ένα μικρό τραυμαπλάστ στον αριστερό παραμέσο, και μου ζήτησε να το φροντίσω. Μια αμυχή ήταν όλη και όλη, απ΄αυτές που για μένα είναι καθημερινότητα. Κόπηκε με το μαχαίρι καθαρίζοντας πατάτες. Πήγε λέει στο γιατρό του πλοίου, ο οποίος άκουσον- άκουσον του είπε, ότι λίγο βαθύτερο να ήταν το κόψιμο θα του έκαμε ράμμα. Καλός γιατρός…Να τον προτιμήσουμε!»
Και τότε γέλασα πραγματικά πικρά, αναθυμούμενος εκείνον τον Άγγλο ναύτη του πλοίου «Γένοβα» να αφηγείται στις αναμνήσεις του από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, το εξής περιστατικό:
«Το πλήρωμα της γαλλικής φρεγάτας «Alcyone» είχε περιμαζέψει έναν Τούρκο, που απ’ το ντύσιμό του φαινόταν νάχει κάποιο αξίωμα. Όταν ανέβηκε στο πλοίο ανακάλυψε πως το χέρι του ήταν σοβαρά κτυπημένο. Με μεγάλη άνεση λοιπόν, και με πολλή αξιοπρέπεια, θαρρείς και είχε καταλάβει τη φρεγάτα, πήγε στο αναρρωτήριο και έδωσε στον χειρούργο να καταλάβει πως θέλει να του κόψει το χέρι. Ο χειρούργος τον εξυπηρέτησε, κι ο Τούρκος ανέβηκε στο κατάστρωμα, και με την ίδια άνεση έπεσε στη θάλασσα και κολύμπησε μέχρι το σκάφος του που βρισκόταν ακριβώς απέναντι στο γαλλικό. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά αφότου ανέβηκε στο κατάστρωμα και το σκάφος τινάχτηκε στον αέρα».
Κι΄όλα αυτά δεν τα γράφω θέλοντας να μειώσω το σπλάχνο μου η πολύ περισσότερο τη γνωστή ναυτοσύνη του Έλληνα, αλλά για να τιμήσω τον προαιώνιο μας εχθρό που χωρίς αυτόν η μπάλα δεν θα είχε κανένα μα κανένα ενδιαφέρον.
Γιατί όταν αντιλαμβάνεσαι τη ψυχική δύναμη του εχθρού σου, με ποιόν δηλαδή έχεις να κάνεις, αναγνωρίζεις τη γενναιότητα του και βρίσκεις μάλιστα το κουράγιο και να την εξάρεις ακόμα, τότε πραγματικά καταντάς ανίκητος.
Σαν ξύπνησε κάποτε ο γιός μου και φιληθήκαμε, θέλησα να του διηγηθώ την ιστορία του Τούρκου.
«Πατέρα από κηρύγματα και αρλούμπες χορτάσαμε!» μου σφύριξε αναιδώς και ντύθηκε για το σούπερ- μάρκετ της γειτονιάς, να αγοράσει ένα μπουκάλι τζίν που τόχε λέει αποθυμήσει θανατερά.
Ακόμα ραμμένο το έχω το στόμα μου…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου