Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 Το Κούρεμα

Απ΄όλες τις δυστυχίες της Πανδημίας, αυτή που με πάτησε κανονικά στον σβέρκο, ήταν του να μην δύναμαι να παω να κουρευτώ σαν άνθρωπος. 

Αρκούδεψα το λοιπόν εν ριπή οφθαλμού. Το μαλλί μου πήρε όγκο τόσο γρήγορα από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες της καραντίνας, που σκέπασε πριν καλά το εννοήσω, αυτιά και μέτωπο, με ζωηρή τάση να μου βγάλει κάποια αποφράδα στιγμή και  τα μάτια. 

Έτσι, αποφάσισα να βρω τρόπο να κουρευτώ, έστω και παρανόμως. Πήρα δυό-τρία τηλέφωνα σε γνωστούς μου μπαρμπέρηδες,  με την ελπίδα να με βολέψουν όπως- όπως. 

Αλλά  τι τα θες τι τα γυρεύεις; 

Τζίφος το πράμα.

Ο ένας φοβότανε τον Χαρδαλιά και τις απειλές για προστίματα, ο άλλος έτρεμε μην κολλήσει κορονοιό και τον κουβαλάνε στις ΜΕΘ, ο δε τρίτος  και καλύτερος μου δήλωσε ευθαρσώς, ότι είχε τόσα κλεισμένα ραντεβού σε σπίτια, που θα άδειαζε κατά τον Δεκαπενταύγουστο.

«Μέχρι τότε καπετάνιο, θάχω γίνει Σαμψών» του δήλωσα και το ΄κλεισα μην τον διαολοστείλω,

Έβαλα το μυαλό μου σε εντατική λειτουργία, πράγμα δύσκολο πολύ μέσα στην απραξία των ημερών μπας και κατεβάσω καμμιά ιδέα. 

Και τότε σαν επιφοίτηση, ανακάλεσα τον συμμαθητή μου τον Ταξιάρχη από το Δημοτικό, που απ΄ότι μάθαινα διέπρεπε στα γύρω γραφεία κηδειών, ως μέγας Καλλωπιστής. 

Κούρευε, ξύριζε, έκοβε νύχια και οι πεθαμένοι του ΄χαν τέτοια εμπιστοσύνη και αδυναμία,  που από ζωντανοί ακόμα τον πλησίαζαν και τον παρακαλούσαν γονυπετείς  που λέει ο λόγος, να τους αναλάβει μετά θάνατον:

«Να χουμε ρε Ταξιαρχούλη μούρη ν΄αντικρύσουμε τον Σωτήρα, τη Παρθένο  και τους δικούς μας εκεί απάνω».


«Και γιατί όχι», σκέφτηκα τηλεφωνώντας του πριν το μετανοιώσω..

«Το και το Ταξιάρχη μου » του ξηγήθηκα. « Ο συμμαθητάκος σου ο Γιάννης,  χάρη σου ζητά μεγάλη! Είσαι για μια ξεπέτα;»

«Τι λε ρε φιλαράκ,ι εδώ αναλαμβάνουμε τη σάρα και τη μάρα. Σ΄εσένα θα κολήσουμε;» και μου ΄δωσε διεύθυνση:

«Ανθέων 47, αύριο απογεματάκι κατά τις έξη. Ντάξει;»

Την άλλη μέρα, Δευτέρα Μεγάλη με τον Χριστό στη μαχαίρα, αρριβάρισα στο φτωχικό του πάλαι ποτέ συμμαθητού και χτύπησα το κουδούνι. 

Επιτέλους θα απαλλασσόμουν από από το περιττό μαλλί κι έτσι θα έλαμπε η ομορφιά μου για άλλη μιά, σ΄αυτόν τον μάταιο Κόσμο.

«Καλώς τον παιδιόθεν σύντροφο» με υποδέχτηκε φιλοφρόνως και με έμπασε γρήγορα-γρήγορα στα ενδότερα.

Παλιόφατσα θα τον έλεγες και αλήτρα, αν δεν τον γνώριζες καλά όπως εγώ.

«Σαν να μην πέρασε ο χρόνος από πάνω σου» τον κολάκεψα για να σπάσει λίγο ο πάγος. «Πως πάνε οι δουλιές ρε μόρτη;»

«Κεσάτια Γιάννη μου… Δεν πεθαίνει ο κόσμος. Είπα τώρα  με τον ιό ,  μπας κι ανοίξουν οι δουλειές και σπάσει η γκίνια, μα τι τα θές τι τα γυρεύεις;, Ούτε οι γέροι δεν πεθαίνουν πιά σ΄αυτόν κωλότοπο. Όλοι φθάνουν εκατό και βάλε,  την Ανάσταση τους μέσα».

Είπα ν΄αλλάξω συζήτηση.

«Που θα γένει η δουλειά Ταξιάρχη μου;»

«Εκεί σ΄αυτό το κρεβάτι»  διέταξε και μου έδειξε μια παλιά ντιβανοκασέλα στρωμένη ένα εμπριμέ ύφασμα της Λαικής, μ΄ένα κομμάτι πλαστικό στο ύψος του κεφαλιού. «Ξάπλωσε μέχρι να τοιμάσω τα τσιμπράκαλα».

«Τι λε ρε Ταξιάρχη; Παλάβωσες; Να ξαπλώσω για να με κουρέψεις;»

«Άκουσε να μαθαίνεις κολητάρι. Κουρέας είμαι το παραδέχομαι, αλλά με μια μόνη διαφορά.  Κουρέας πεθαμένων. Ανθρώπων δηλαδή που δεν κουνιούνται, δεν μιλάνε, δεν λαλάνε και το κυριότερο δεν ρωτάνε τι και πως. Μόνο ξαπλωτό το λοιπόν μπορώ να σε ματζοβολέψω, κι άμα σ΄αρέσει. Διαφορετικά ξέχνα το. Η συνήθεια βλέπεις επιτάσσει τοιουτοτρόπως. Ορθίους δεν δυνάμεθα…»

Δεν υπήρχαν περιθώρια για δισταγμούς και πισωγυρίσματα. Μια ψυχή που  ήταν να βγεί ας έβγαινε να πάει στον αγύριστο.

Κι έτσι, οριζοντιοποιημένος απάνω στο κρεβάτι του Ταξιάρχη, άλαλος και μπάλαλος, έζησα ζωντανός ένα περιποιημένο πεθαμενατζίδικο κούρεμα, που η μόνη  διαφορά  με το κανονικό, ήταν ότι κάποια στιγμή γυρνώντας με μπρούμυτα με τις χερούκλες του άγαρμπα πολύ ομολογώ,  μου τα πήρε και  από πίσω,  σβηστά μάλιστα όπως μ΄αρέσουν.

«Κλείσε τα μάτια φιλαράκι!» με νουθετούσε ο σύνθρανος κατά τη διάρκεια του κλαδέματος. «Προσπάθησε να μην αναπνέεις! Μην σφίγγεσαι! Άιντες να τελειώνουμε καμιά φορά…»

Εκτός από μια πνοή φρίκης που  κάποια στιγμή  ένοιωσα να μου παγώνει την ψυχή ως τα κατάβαθα,  κατά τα άλλα αποδείχτηκε το πιο ξεκούραστο και ηδονικό και νανουριστικό κούρεμα της ζωής μου, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που κόντεψα να τον πάρω σαν πεθαμένος.

«Άιντε τσίφτη μου!  Εγέρθητι! Κούκλο σ΄έχω κάνει!» κοκορεύτηκε στο τέλος, και βάλθηκε να τακτοποιεί τα ψαλίδια του σε ένα βαλιτσάκι επιμελώς.

Υπάκουσα χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Μού πρόσφερε ένα φορητό καθρέφτη.

«Τήρα ομορφιές ρε πούστη μου!»

Και τότες, χαζεύοντας τη φάτσα μου στο γυαλί, γεμάτος  θαυμασμό για το απρόβλεπτο του αποτελέσματος,  του δήλωσα πανυγυρικά  με όλην την ειλικρίνια που με διακατείχε:

«Όσο βρίσκομαι εν ζωή Ταξιάρχη μου , δεν υπάρχει άλλος μπαρμπέρης για μένα πλην εσού, κι άμα τα τινάξω, έχεις το λέφτερο απάνω μου». 

Και βγάζοντας από το πορτοφόλι  ένα πενηντάρι, πλέρωσα εκτός από το τρέχον, προκαταβολικά και  για το μεταθανάτιο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου