Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

 Ο ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΥ

«Όταν η ευωδία των λουλουδιών σε ζαλίζει, μην ψάχνεις τον ανθόκηπο. Αναζήτησε που είναι η  κηδεία. Να ξεκινάς πάντα απο το χειρότερο σενάριο.» 

Και δυστυχώς η πραγματικότητα, έρχεται να επιβεβαιώσει τούτα τα εμπνευσμένα λόγια, με τον πλέον οδυνηρό  τρόπο, γιατί και για κηδεία πρόκειται και πολύ χειρότερα, για τη ιδικήν μου, αν υποθέσουμε, ότι ένας γάτος ημπορεί να απολαύσει μια κηδεία σαν και αυτή των ανθρώπων. 

Μην ξεθαρρέψετε και βάλετε με το νου σας πώς ήμουν ασθενής και ψόφησα κατόπιν ολιγοημέρου ασθενείας και κάτι τέτοια μπανάλ φληναφήματα, που γράφουν στις νεκρολογίες τους  οι παλιοφυλλάδες.  Μια χαρά γάτος είμαι προσώρας, υγιής και τροφαντός, στο άνθος της ηλικίας μου, γάτος που οι  προοπτικές του μέχρι και πριν από ολίγο ήσαν λαμπρές, μα που τώρα ένεκα οι ανάποδες καταστάσεις, έχουν αρχίζει να ξεθωριάζουν κομμάτι, ένας κατάμαυρος Felis catus, όπως ορθότατα ταξινόμησε το είδος μας ο Κάρολος Λινναίος στη δεκάτη έκδοση του μνημειώδους έργου του: « Systema Naturae», το σωτήριον έτος 1758. 

Διαθέτω κορμοστασιά έκτακτη, μόρφωση συγκροτημένη και στερεά, που αργότερα θα σας εξηγήσω τινί τρόπω  απέκτησα, νοημοσύνη υψηλοτάτου επιπέδου, καθώς κι΄ ένα χαρακτήρα ευγενούς, εμφορούμενο από Δον-Κιχωτικά  ιδεώδη. 

Το στυλ μου, αρμόζει σε αβάντ-γκαρντ καλλιτέχνη , αν και η μοίρα ατέγκτως με εξώθησε, ώστε αντίς για γάτος με περγαμηνές και πλάκα τα γαλόνια, να καταντήσω  ο άρχων ενός συνοικιακού κοιμητηρίου και ήδη, απλά γάτος, γάτος εν στόματι μαχαίρας. 

Διότι τι ωφελούν οι τίτλοι τιμής και τα μεγαλεία, σαν    η επιβίωση μου  εξαρτάται , από τη ποσότητα του αέρα που έχει εγκλωβισθεί σε τούτη την περίκλειστη σαρκοφάγο όπου ενδιαιτώμαι, διάγων τας πλέον απεγνωσμένας ώρας του  βίου μου, σαλεμένος ως το μη παρέκει και άκρα περιδεής δια τα περαιτέρω;

Αλλά ας αρχίσω την ιστόρηση μου από τότες που πρωτοαντίκρισα  τον κυκλοδίωκτο ήλιο του Κάλβου, στο Λαύριο της Αττικής πριν από έξη ολάκερα χρόνια. 

Πολλά δεν δύναμαι να ανακαλέσω, από την χρυσή εκείνη εποχή, όπου η Ειμαρμένη, πλέκουσα στεφάνους αμαράντους και παίζουσα γλυκόλαλο την λύρα, φωτίζει τις συνειδήσεις όλων εν γένει των πλασμάτων με φώς ιλαρό, παρά αμυδρώς την μητέρα μου, μιαν ψωριαρόγατα, απισχνασμένη ως μπαλαρίνα της Λυρικής,  να μου καταδεικνύει εν πάσα λεπτομερεία πως καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, βασανίζεται, δολοφονείται και εντέλει καταβροχθίζεται, ένας ποντικός.  Όχι ότι μου χρησίμευσε στον μετέπειτα βίο μου αυτή η τερατώδης γνώση,  άλλ΄ ήτο και αυτό εν στάδιο της αναπτύξεως μου όπου επέπρωτο  να το διέλθω ασυζητητί. 

Η αυλή όπου εγκαταβιούσαμε, ήταν πνιγμένη στα αγριόχορτα, με τις επικλινείς στέγες του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου κάτω από τις οποίες  βρίσκαμε καταφύγιο τις νύχτες, να προσδίδουν  έναν κάποιο τόνο βιομηχανικής αίγλης στην καθημερινότητα μας.

 Ένα δειλινό, περί λύχνων αφάς, εκεί όπου άφροντις παρακολουθούσα τη ζαλιστική πτήση μιας νυχτερίδας, εμφανίστηκε από το πουθενά το τσιγγανόπουλο, που ασπλάχνω χειρί, με εχώρισε δια παντός από τους οικείους μου, στιγματίζοντας  την ως τα τότε ταπεινή μου ύπαρξη  με δραματικά στοιχεία Σαιξπηρικής εμπνεύσεως. 

Ποιες διαδρομές υπόγειες ακολούθησα μέχρι να καταλήξω στο τελευταίο μου καταφύγιο, δεν δύναμαι να σας πληροφορήσω επακριβώς. Πάντως, όπως και να έχει το πράγμα, βρέθηκα σε σπίτι όπου δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από το μητρικό μου και μάλιστα  Δικαστικού Γραμματέως εν συνταξιοδοτήσει, με ιδιόκτητο βιβλιοθήκη βρίθουσα παντοειδών αναγνωσμάτων, αραδιασμένων δίκην κεράμων και πλίνθων ατάκτως ερριμένων, εις τα πλημμελώς καθαριζόμενα από της σκόνης, ράφια της. 

Οποία ευτυχία δι΄ εμέ. Διότι εκτός του ότι είχα αποκτήσει ενδιαίτημα άριστον, ζωή αλφαδιασμένη και ανέφελο, τρυφή ξεπερνώσα και αύτη της Συβάρεως, συν τοις άλλοις είχα και την ανέλπιστο τύχη να συναγελάζομαι με τα μεγάλα πνεύματα της Ανθρωπότητας, τα οποία εν  χαρτώα μορφή, μου έγνεφαν ευγενώς από τα ύψη των να τα κοινωνήσω και μάλιστα δωρεάν. 

Έβοσκα στα λιβάδια αυτής της γνώσης καθημερινώς και αδιαλείπτως, είχα δε το χάρισμα εξ αγνώστου πατρός συμπεραίνω, να κατανοώ το περιεχόμενο των τόμων απλώς επικεντρώνοντας το βλέμμα μου στους τίτλους των ράχεων της βιβλιοδεσίας. 

ΜΕΓΑ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ -και ώ του θαύματος,- όλα τα λήμματα του περιεχομένου εντυπώνονταν στο μυαλό μου στο πατ κιούτ. Ήτο κάτι τι το διαισθητικό. Μας το αναφέρει κάπου μέσα στο έργο του και ο θείος Πλάτων.  Απλώς, ανακαλούσα πράγματα που πάντοτες γνώριζα σαν από μιαν άλλην ζωή. Τοιουτοτρόπως απέκτησα μόρφωση σφαιρική, με ειδίκευση στην Αρχαία Ελληνική και Λατινική Γραμματεία  μόνο που απότοκο όλης αυτής της συσσωρευμένης γνώσεως, ήταν να μπερδέψω τις γλώσσες και τα συντακτικά, σαν τον Σιγισμούνδο τον super- grammaticam και να χάνω ενίοτε  τα αυγά και τα πασχάλια των εκφραστικών μου μέσων. Για αυτό ας με συγχωρήσουν οι μορφωμένοι αν ώρες- ώρες σολοικίζω κομμάτι. Πάλεψα πολύ με τη γλώσσα, ασκήθηκα στην υψηλή τέχνη της ρίμας, έστησα φανταστικούς διαλόγους στο μυαλό μου προσπαθώντας να εξερευνήσω τις δυνατότητες και το μυστήριο που  ενυπάρχουν στο πλάσιμο μιας φράσης.

Να σας δώσω ένα ζέον παράδειγμα. 

Κάποτε μελετούσα τη λέξη «εκλιπών»

 Άρχιζα λοιπόν το κέντημα και τις παραλλαγές…

«Από τι απέθανε ο εκλιπών;»

«Εκ λυπών, εικάζω.»

«Μήπως εκ λιπών;»

«Άκουσα να λένε ότι ο εκλιπών αρεσκόταν στα εκμέκ.»

«Εξ εκμέκ λοιπόν;»

 

Σε εκείνη την οικία ζούσαν, όπως σας έχω ήδη προϊδεάσει, ένας τέως Δικαστικός γραμματεύς με την οικοκυρά σύζυγο του. Άτεκνοι, κασσαβέτιδες , εριστικοί μέχρι μυελού οστέων και με μια τάση απομονωτισμού τόσο ισχυρά, που θα έκανε και ζηλωτή μοναχό της Μονής Εσφιγμένου του Αγίου Όρους, να βαρέσει την Ισπανική υποχώρηση, ξόδευαν τις μετρημένες πλέον ημέρες τους όπως κάθε αξιοπρεπές ζεύγος σε αυτή τη  χώρα: Βασανίζοντας ο εις τον άλλον.

Ο Λυσανίας, ωσαύτως ονομαζόμενο το ραμολί, γέρων  ογδοηκοντούτις, εφηβιόθεν φαλακρός, τρέφων προς αντιπερισπασμό, μύστακα κορακάτο και βουρτσάτο , -αλά Ιωσήφ Στάλιν-,  προφανέστατα μπογιατισμένο εκ της βαφής μαλλιών της γυναικός του, ήταν ένας άνδρας άκρα μοχθηρός, με την  κακία έκδηλη εις το οστεώδες του πρόσωπο και μισανθρωπία περρισή την οποία και όφειλε στα τριανταπέντε χρόνια που είχε περάσει στα μπουντρούμια του Πρωτοδικείου Αθηνών ως μέγας Αρχειοθέτης. Σημαντικό ρόλο στο δύσθυμο του χαρακτήρος του συνήργησε και το γεγονός ότι ήτο αναγκασμένος εκ της φύσεως της εργασίας του, να συναλλάσσεται καθημερνώς και επί οκταώρου βάσεως παρακαλώ, με δικηγόρους των Αθηνών, πράγμα που και νήπιος γνωρίζει, σε φθείρει τοσούτον ψυχικώς, που ενίοτε σε οδηγεί προ των ανοιχτών και ουδέποτε φυλασσομένων θυρών του Ψυχιατρείου. Διότι εδώ που τα λέμε, τι λογής συζήτηση δύνασαι να κάμεις με ένα δικηγόρο και δη των Αθηνών;  

«Άσπρο» εσύ;  

«Μαύρο» αυτός.  

«Μέρα» εσύ;  

«Μεσάνυχτα περασμένα» αυτός και πάει σκοινί - κορδόνι η δουλειά, μέχρι Ανάσταση.  Δηλαδή,   σημείον επαφής ουδέν. Έτσι με την παρέλευση των ετών ο δύστυνος αυτός Γραμματεύς, επηρεασθείς από την κακομοιριά και την στρεψοδικία των χασοδίκιδων, κατέστη και ούτος ανάπηρος τη καρδία, ώστε  ήλιος πικρός, -παρότι από εικοσαετίας και πλέον συνταξιούχος,- να ανατέλλει καθ΄ημέραν εντός της κεφαλής του, ποτίζοντας αυτόν  και τους πέριξ αυτού  εξ αντανακλάσεως, όξος και χολή. 

Έδιδε παντού και πάντα διαταγές. Δεν ήθελε επ΄ουδενί να του πειράζουν τα βιβλία μήτε με το φτερό του ξεσκονιστηριού. Τα παράθυρα νυχθημερόν, όφειλαν να παραμένουν διάπλατα ανοιχτά έτσι  ώστε ο ψυχρός αήρ να συμβάλλει τα μέγιστα στο Λακωνικό πρότυπο διαβίωσης που είχε επιβάλλει με σιδερένια πυγμή. Το κρέας όπου έτρωγε τις Κυριακές και τις σχόλες, το ήθελε  αγορασμένο από συγκεκριμένο χασάπη της συνοικίας, στον οποίον και είχε δώσει γραπτώς, ακριβείς και απαράβατες εντολές περί του τέμνειν τα σφάγια.   

Και ελλείψει τέκνων δια να πιλατεύει, ξεσπούσε τα νεύρα του στη  συμβία, μια γυναικούλα πάνω-κάτω στην ηλικία του, που είχε πάλαι ποτέ ερωτευθεί  ως καλλίπυγον και νταρντανογυναίκα και η οποία as time goes by και όπως καταντούν γενικά τα ανθρώπεια, είχε εξελιχθεί  σε θηλυκή έκφανση του φαντάσματος  του Μάρλευ, ντυμένο και στολισμένο για την φημισμένη εκείνη γκραν γκινιόλ εμφάνιση, παραμονή Χριστουγέννων, στη παγωμένη οικία  Σκρούτζ.

 Η κυρά- Καλλιόπη, μία τω όντι  αθλία  ύπαρξις, με ψήγματα ακόμα επί του προσώπου μιας παρελθούσης καλλονής,  ήτο και αύτη επίσης, ένας άνθρωπος περίεργος. Αν και διέθετε μια  καλοσύνη εντελώς ακατέργαστη, ήταν εντούτοις ικανή και  για τις πιο απρόβλεπτες αντιδράσεις. ΄Εσπαγε τα πιάτα με την σέσουλα. Εκσφενδόνιζε κατά του γέρο ταρνανά, ευμεγέθη κρυστάλλινα σταχτοδοχεία τα οποία ένεκα ανεγχείρητου  καταρράκτου, ουδεπόποτε εύρον  στόχο. Έσκιζε κρυφίως σελίδες από τα πιο πολύτιμα βιβλία του καλού της και τύλιγε με αυτές μασούρια κέρματα, τα οποία και επιμελώς καταχώνιαζε, ώστε σε περίπτωση  συρράξεως με την Τουρκία να έχει να αγοράζει ψωμί ανεξαρτήτως καταβολής ή μη της συντάξεως γήρατος. 

Είχε αναπτύξει καθώς  φαίνεται αυτούς τούς ιδιότυπους τρόπους συμπεριφοράς, ώστε να αντεπεξέρχεται στη σκληρότητα που  επεδείκνυε πολλάκις ο άντρας της, μαλώνοντας την αναίτια, φτάνοντας φορές- φορές και στο κατάπτυστο σημείο, να αφήνει εν είδει καρτ-βιζίτ, τα αποτυπώματα της παλάμης του στο ρυτιδιασμένο της πρόσωπο .

Ο γέρων συν τα άλλα κουσούρια, είχε και τη πετριά του λογοτέχνη, μεράκι που καλλιεργούσε μάλλον επιτυχημένα από νεαράς ηλικίας, γευθείς πολλάκις την ικανοποίηση ενός συγγραφέως που τα έργα του έχαιρον ιδιαιτέρας εκτιμήσεως στους λογοτεχνικούς κύκλους ως έκτακτα δείγματα μιας τέχνης που έσβηνε, με τους τελευταίους της εκπροσώπους να παίζουν τη παράταση ενός απέλπιδος αγώνα με το χρόνο. Συνεργαζόταν ακόμη και τώρα προς Δυσμάς του βίου του, με κάμποσα περιοδικά και εφημερίδες, αποστέλλοντας  διηγήματα του, με αποτέλεσμα απτό, οσάκις τελείωνε κάθε νέο του πόνημα, να στέλνει την ατυχή γριούλα προς φωτοτύπηση του χειρογράφου στου διαβόλου τη μάνα, εκεί ακριβώς δηλαδή όπου βρισκόταν ένα ταπεινό χαρτοπωλείο με μίαν υπάλληλο εξώλης και προώλης που πάντα  ενέπαιζε την κακομοίρα Καλλιόπη, λέγοντας της: 

«Τη ζωή ποδήλατο, σου έχει κάμει κυρούλα μου ο τρικέρης. Ούτε δουλικό έτσι. Δεν ντρέπεται να σε αναγκάζει ηλικιωμένη γυναίκα να τρέχεις με ζέστες και με κρύα, δια να του κάμνεις τα χατίρια  του;»

  Αμίλητη η κυρά-Καλλιόπη, άνοιγε την πλαστική τσάντα, εντός της οποίας ο καλός της, εκτός των χειρογράφων είχε ερρίψει και το ακριβές αντίτιμο της φωτοτυπήσεως σε ψιλά και ενεχείριζε ταπεινοφρόνως στην  φέρουσα το απύλωτο στόμα υπάλληλο, τα εχέγγυα της μελλοντικής του αθανασίας.

Η γριά τα είχε παιγμένα εντελώς. Ο Τιτανικός ήταν ήδη στον πάτο, ενώ στα αυτιά της έφτανε σαν πένθιμη καμπάνα της Μεγάλης Παρασκευής, ο απόηχος από τις τελευταίες νότες του ηρωικού κουαρτέτου των μουσικών του υπερωκεανίου. Γύρω της απλώνονταν, η μεγάλη Πράσινη αχόρταγη για ψυχές και πουθενά ένα μαδέρι να πιαστεί. Έτσι, μοναδική της παρηγοριά είχα καταστεί εκ των πραγμάτων, εγώ. 

Εγώ ο γάτος ο μαύρος, ο noir. Εγώ που παλαιότερα λάτρευαν στα μέρη της Αιγύπτου, ως ακόλουθο της  Μπαάστ,  κόρης του θεού Ρα. Εγώ που με το τρυφερό όνομα Μουέζα υπήρξα ο αγαπημένος του Προφήτη Μωάμεθ που τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του για μένα, που έλεγαν ότι θα προτιμούσε να έμενε χωρίς μανδύα παρά να με ενοχλούσε την ώρα που αναπαυόμουν στους κόλπους του. Εγώ που το 1718 ο  μαλάκας, ο  Μοντγκόμερυ του Caithness, είχε υποστηρίξει ότι μεταμορφωνόμουν σε γριά μάγισσα τα βράδια του καλοκαιριού.

Τώρα απλά ήμουν ο Βησσαρίων ο γάτος της, αυτός που έτρεφε κρυφά από τον χρουσουζεμέ, κονσέρβες σαρδέλας  πήχτρα στα θρεπτικά συστατικά, και που τον κορόιδευε λέγοντας του ότι με ταΐζει τα αποφάγια της ταπεινής της μαγειρικής. Μου είχε στρωμένο στο πλυσταριό ένα  χράμι  όπου και κοιμόμουν τις νύχτες, άσε δε που με άφηνε ανεμπόδιστο -οσάκις ο  Λυσανίας ξεπόρτιζε,- να χαρχαλεύω τους τεντζερέδες δίχως ποτέ της να με μαλώνει. Με αγαπούσε, δεν ημπορώ να πω, μα ήταν η αγάπη  της λιγουλάκι αλλόκοτη, σαν και την ίδια φτυστή.  

Αλλά ο εσχατόγερος κάθε άλλο παρά χαζός ήταν. Η γυναίκα του μπορούσε να διατηρεί ακόμα κάποιες αδυναμίες, αλλά αυτός δεν νογούσε γρυ. Μια του κλέπτη, δυο του κλέπτη, τρείς και η κακή του ώρα. Έτσι ένα βράδυ που η κυρά μου ήταν έτοιμη να με ταΐσει με την συνηθισμένη κονσέρβα που επιμελώς έκρυβε σε κάποιο ερμάρι, τσουπ ο γέρος φάντης- μπαστούνης στο πλυσταριό, να την συλλαμβάνει επ΄ αυτοφώρω την ώρα που άνοιγε τη συσκευασία.

«Εδώ ψωμί δεν έχουμε κι΄η γάτα πίτα σέρνει. Να πάρει ο διάβολος εσένα και δαύτον», κραύγασε εν εξάλλω, ο γέρο-Παρατατικός σφυρίζοντας μου ταυτόχρονα μια κλωτσιά στα πισινά που μ΄ άφησε σακάτη επί διήμερον.

Τρομαγμένη από τις γαιδουροφωνάρες του η κυρά μου κατέβηκε ταχιά τη εξωτερική κλίμακα  και κλειδαμπαρώθηκε μαζί με την αφεντιά μου στο λουτρώνα.

Έξω απο την πόρτα, ο Λυσανίας, τρελός από λύσσα κακιά, μούγγριζε:

«Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, μπάμπω του κερατά. Λεπτά πεταμένα σε κονσέρβες για τον σκατόγατο , ενώ εμένα με ταΐζεις  του Ασώτου τα κεράτια», και συνέχισε κολλώντας τη μούρη του στην κλειδαρότρυπα.

«Μην τολμήσεις και βγεις από κει μέσα γιατί θα  διαμελίσω και σένα και τον γάτο και δεν θα ξεχωρίζει μήτε ο Γιαμαρέλος, τα κομμάτια σας…» 

Και καμαρωτός-καμαρωτός, έχοντας συντελέσει τα μέγιστα στη Οβιδιακή μεταμόρφωση της κυρα-Καλλιόπης εις ράκος αποκαθημένης,  πήγε  να συνεχίσει το γράψιμο, πάνω στην παλαιά Σίνγκερ πού χε μετατρέψει σε σκριβάνι.

Από εκείνη τη στιγμή και για τον ένα χρόνο που έμελε να παραμείνω υπόδικος  στο κωλόσπιτο εκείνο, μήτε μια φορά δεν καταδέχτηκα να ρίψω το βλέμμα μου πάνω στον ανάγωγο ξεκούτη. Ήτο ένα φάσμα για μένα. Ανύπαρχτος. Τον περιφρονούσα  απεριορίστως. Όχι ότι ποτές μου έτρεφα για το πρόσωπο του την παραμικρή συμπάθεια, αλλά πολύ περισσότερο τώρα που και βίαιος είχε γίνει μαζί μου και ευκαιρία γύρευε να με ξαποστείλει στα τσακίδια.  Άσε δε που στανικώς εξανάγκασε και τη  δέσποινα μου να με ταΐζει  τα γευστικά εξαμβλώματα των σχεδόν πάντα αποτυχημένων της προσπαθειών να μαγερέψει, ήτοι κάτι λασπωμένα παστίτσια, κάτι ξινισμένους λαχανοντολμάδες και κάτι νερόβραστα ρύζια της κακιάς ώρας. 

Είχα καταστεί βέβαιος, ότι  για το μόνο πράγμα που με χρειάζονταν πια εκεί μέσα,  ήτο ως αποτρεπτικό όπλο κατά των πολυπληθών ποντικών που με ιεραποστολικό ζήλο και ακοίμητο θέληση πολιορκούσαν τα σκωληκόβρωτα τεύχη της «Σμύρνας», στοιβαγμένα σε ντάνες πάνω στο χιλιογδαρμένο σκρίνιο.


Φως φανάρι. Είχα πέσει σε άνθρωπο καρμίρη.

Καρμίρη δι εμέ, καρμίρη και δια την συμβία του που με το σταγονόμετρο της έδιδε ίσα-ίσα κάτι, να μαντζοβολεύει τον μήνα. Τα υπόλοιπα σόλδια της παχυλής του συντάξεως τα ενθυλάκωνε και τα ξόδευε κατά βούληση εις αγοράς σπανίων βιβλίων και ευωχίας ερωτικάς. Διότι λησμόνησα να αναφέρω ότι ήταν και φύση μουρντάρικη ο Μαθουσάλας. Δεδομένου δε ότι λόγω  προκεχωρημένου της ηλικίας, η κυρά-Καλλιόπη ουδόλως ανταποκρίνετο στις νερόβραστες και μάλλον άνευρες ερωτικές του εξάψεις, ούτος είχε ανεύρει παρηγορία, στις υστερόβουλες αγκάλες κωλοπετσωμένης πενηντάρας με πρόβλημα ακοής, η οποία και του επιδαψίλευε γλύκες και κουνήματα  τέτοιας λογής πού είχαν εντελώς αποτρελάνει το ήδη κουδουνισμένο απολειφάδι. Του τα μασούσε κανονικά.

Η γριά χαμπάρι δεν έπαιρνε. Αλλά εγώ, ως γνήσιος εκπρόσωπος του ερωτικού καλέσματος με τίτλους και τιμές  εραστού εν ενεργεία, ακάματος υποστηρικτής κάθε γήινης ηδονής, δεν ήμουν κάνα σχολιαρόπαιδο να παίζω τις αμάδες. Και μόνον από τη μυρωδιά τον είχα πάρει πρέφα τον τράγο. 

Ο  πουστόγερος…Δια συνουσίας και κραιπάλας, διέθετε το χρήμα άφθονο, δια μία κονσέρβα της προκοπής, μήτε σέντσι τσακιστό. Είχα αρχίσει να τον μπουχτίζω για τα καλά.

Εκείνη τη χρονιά ο Γενάρης ενέσκηψε βαρύς και ασήκωτος, με ένα ραγιάνι να σφυρίζει δαιμονισμένα πάνω από τις  στέγες των νοικοκυραίων. Από τις αρχές του μήνα σύννεφα σαβανωμένα πάγο κρέμονταν δυσοίωνα από μανταλάκια αόρατα και κάθε μέρα βάραιναν -σαν γκαστρωμένη στο μήνα της-, μέχρι που το χιόνι έκανε θριαμβικά την εμφάνιση του  το ίδιο εκείνο πρωινό. Χιόνιζε ακατάπαυστα από όρθρου βαθέος  και ήτο ήδη νυξ. Νυξ προκεχωρημένη. 

Βγήκα  από τη μισάνοιχτη πόρτα της εισόδου, όπου πριν από ολίγο είχε περάσει η κυρά μου, φορτωμένη το σκουπιδαριό της ημέρας κατευθυνόμενη στον κάδο της γωνίας. Κάτι αιωρείτο στον κρουσταλιασμένο αγέρα, κάτι που σου ξέσκιζε τα σωθικά, σαν αρχαία λεπίδα αμφίστομη στα χέρια ενός θεού πότη έτοιμου για τσαμπουκάδες. Το ένστικτο μου με οδηγούσε  για άλλη μια φορά στους δρόμους, στρωμένους ήδη από το απόγιομα,  απάτητο χιόνι. Ψυχή ζώσα στον ορίζοντα. Προς στιγμή σκέφτηκα να επιστρέψω στο σπίτι των ανέμων, μα ο γέροντας απόψε είχε τα μπουρίνια του και δεν θα το διακινδύνευα ποσώς. Άλλωστε μύριζα αρκετά έντονα αυτή την εποχή ένεκα τα ερωτικά.  Ούτε ακόμα και η γριά δεν θα τολμούσε,  υπό το άγρυπνο όμμα του Βούδα, να με κανακεύσει.  

Έτσι, αποφασιστικά σαν στρατιώτης που υποχωρεί προελαύνοντας προς τις θέσεις του εχθρού, πέρασα στην αναζήτηση μιας παλιάς μου αγάπης, της Κραταιάς Κόκκινης, κόκκινης σα πυρκαγιά του Ιουλίου σε δάσος της Πάρνηθας, που είχα από καιρό χάσει τα  ίχνη της, στα σοκάκια και τις ρύμες  της καταθλιπτικής συνοικίας. Ο ουράνιος καταψύκτης είχε ξεχαστεί λες επίτηδες ανοιχτός, για να παγώνει τη θέληση και το κουράγιο που αργόσβηναν στα βάθη της γατίσιας μου καρδιάς. Έπρεπε να ακολουθήσω το φελέκι μου. Το ένστικτο δεν καταλάγιαζε ούτε και την πιο δύσκολη ώρα. Θυμήθηκα τον Κολοκοτρώνη που τριγυρνώντας στα βουνά του Μοριά με τα παλικάρια του, συνάντησε μια κομπανία να κατηφορίζει το τραχύ μονοπάτι.

« Για πού το βάλατε ορέ πατριώτες;» ,τους αγρίεψε, κι αυτοί του ανταπάντησαν θαρρετά: 

« Στα χωριά αρχηγέ, να γερέψουμε αρραβώνες δια τες τσούπρες μας …»  

Τι κι΄ αν ο Μπραίμης είχε τη Επανάσταση καταπνίξει; Τι κι΄αν ο ουρανός πλάκωνε βαρύς κι ασήκωτος τα κεφάλια των ραγιάδων; « Η Πατρίς χανόταν και τα οτζάκια καύλωναν» σιγοντάρει και ο Μακρυγιάννης κάπου μέσα στα Απομνημονεύματα του. Οι έρωτες το λοιπόν είχαν πάντοτες το πάνω χέρι και οι χαρές της κλινοπάλης…Η διαιώνιση του είδους….


Eκείνο το βράδυ ακροβατώντας στο γλιστερό χιόνι, με χιλιάδες σκέψεις να πολιορκούν - δεύτερο Μεσολόγγι- το μυαλό μου, χάθηκα. Χάθηκα τρόπος του λέγειν. Ένας γάτος περιωπής σαν ελόγου μου, δεν χάνεται ποτές του, παρεκτός εάν παγαίνει γυρεύοντας, πράγμα που ίσχυε σα νόμος Νευτώνιος τη δεδομένη στιγμή. 

Ποθούσα να βρεθώ μακριά από τη μίζερη  μονοκατοικία με τον κηπάκο, το γιατάκι μου στο πλυσταριό, τη μουστάκα του γέρου και την φιδοδαγκωμένη υπομονή της γριάς που αντί να τον απαρατήσει σύξυλο και να επιστρέψει στο Πλατανάκι όπου είχε τη ρίζα της, απλά τον καταριότανε πίσω από την  πλάτη με λόγια που θα έκαναν και την Κυρά-Γιάννενα ακόμη, να το βουλώσει από αμηχανία.

Τι γύρευα  με εκείνους τους άχρωμους ανθρώπους; Ποια μοίρα στραβή με είχε δέσει μαζί τους; Τι ήμουν για αυτούς; ΄Ενας παρείσακτος, ένας σαλός με μαύρη γούνα, ένας αποδιοπομπαίος γάτος, να τι ήμουν.

Η Κραταιά Κόκκινη μπορεί να ήταν μια ουτοπία, παιχνίδι της ταραγμένης μου φαντασίας, μα η σκέψη μου ήταν πάντα σε αυτή, ακόμα και την σημαδιακή εκείνη ώρα που ανοίγονταν εμπρός μου τα τρίστρατα. Είχα μιαν οσμή αιδοίου στην υγρή μου μύτη και ένα φανταστικό σβέρκο να σπαράζει κάτω από τις  μασέλες μου. Μια γούνα κόκκινη φωτιά ξεδιπλωμένη σα σημαία ήταν έτοιμη να τυλίξει τον νεκρό εμένα, τον θλιμμένο γάτο στου Σρέντιγκερ, τον γάτο που δεν γνώριζε σε ποια κβαντική πραγματικότητα κατοικούσε, το πλάσμα του Θεού που δεν είχε κατανοήσει ακόμα, πώς ο πιο σύντομος δρόμος για το σπίτι περνάει μέσα από το κοιμητήρι. 

Ποιά η χώρα μου, ποια η ημέρα, και ποια η χρονιά; Χτυπούσαν τα μεσάνυχτα στο παλιό ρολόι της εκκλησίας. Το κρύο ολοένα και δυνάμωνε  ενώ το χιόνι ξανάρχισε να στροβιλίζεται αέρινο γύρω από τους λαμπτήρες του δημοτικού φωτισμού. 

Εμπρός μου απλωνόταν η  Πεδιάς και το Νεκροταφείο. Δεν δίστασα στιγμή.

Πέρασα τις πύλες  αφήνοντας κάθε ελπίδα αμανάτι πίσω μου. ΄Ενας ποταμός από φωσάκια φάνηκε να κυλάει ορμητικά προς το μέρος μου, διακτινίζοντας το αρμονικό του σώμα πάνω και γύρω από τους τάφους, ένας προβολέας μυστηριακός που άναβε και έσβηνε  με μέτρο και μόνο για πάρτη μου, σαν πάλσαρ και σαν φανός πορείας, ενώ  από το εσωτερικό της εκκλησίας έρχονταν ο βόμβος από τις  καντηλήθρες που τσιρίζοντας υστερικά, κάπνιζαν μαύρο, ομπρός στα αγριεμένα πρόσωπα των αγίων.

Εδώ λοιπόν οι άνθρωποι ενταφίαζαν τα όνειρα τους; Σε αυτό το κυκλαδίτικο χωνευτήρι κουτρουβαλούσαν να γκρεμιστούν, σαν το ζοφερό βάρος της ύπαρξης, συνέτριβε τους αδυνατισμένους από το χρόνο,  ώμους τους;

Ξάπλωσα στο χαλάκι εμπρός από τη είσοδο της εκκλησιάς, πειναλέος και βρεγμένος ως το κόκαλο. Παρότι αποκαμωμένος όχι τόσο από την αφαγία, όσο από κόπωση ψυχική, κάτι εντός μου πήρε να χαράζει. 

Από τη μεριά της νύστας, ένα ελαφρύ καλοκαιριάτικο αεράκι, μέσα στη καρδιά του χειμώνα, φύσηξε φιλόγατο, στεγνώνοντας το άθλιο μου σαρκίο. Κοιμόμουν πια μακαρίως και μέσα στον ύπνο  αργοσάλευε το κυπαρίσσι της εγκαρτέρησης, φυτεμένο χρόνια πριν από ένα χέρι  που τόκιζε στο μέλλον και μυστικά φούντωνε κάτω από τη σκιά του θανάτου και της απελπισίας των ημερών που έρχονταν σα καταιγίδα στην  άνυδρη  στέπα  της καρδιάς μου.


Το επόμενο πρωινό, είχα λάβει οριστικές αποφάσεις. Δεν θα το κουνούσα ρούπι. Αν κάπου στον άθλιο κόσμο υπήρχε μια πατρίδα και για μένα, μια Ουτοπία όπου θα μπορούσα να στεφθώ ισόβιος άρχων της, ας ήταν το λοιπόν εκεί μέσα. 

Και έτσι αυτοανακηρύχτηκα « άρχων του κοιμητηρίου.» 

Ο Βησσαρίωνας, ο παλιός υπάκουος γάτος, ο τύπος που δεχόταν τις προσβολές με εγκαρτέρηση και συστολή, αποτελούσε αξιοθρήνητο παρελθόν.

Από την στιγμή εκείνη μεταμορφώθηκα σε μια από τις υπάρξεις που κατοικούν τέτοια δυσοίωνα μέρη, υπακούοντας σε κάποια άνωθεν εντολή, εγγεγραμμένη στο DNA τους με βελόνι πύρινο, σαν  αριθμός σε μπράτσο εγκλείστου στο Μπέλσεν. 

 Ξεκίνησε το λοιπόν μια νέα εποχή για μένα, οριοθετημένη από τις σιδεριές της Κεντρικής Πύλης και την κακοχτισμένη ολόγυρα μάντρα κατάφυτη κυπαρίσσια, που μάταια πάσχιζαν να κρύψουν  με την λιγνή τους παρουσία, τους  γλεντοκόπους από τις κοντινές ταβέρνες που κατά τα μεσάνυχτα ουρούσαν αναιδώς τις ασβεστωμένες της πέτρες.

Το κοιμητήρι δεν είναι τίποτες άλλο παρά ένα ακριβές αντίγραφο πολιτείας. Χωρίζεται σε γειτονιές όπου αναπαύονται οι άνθρωποι σύμφωνα  με την οικονομική τους επιφάνεια, έχει εκκλησία, υπάρχουν και εδώ δρόμοι με πομπώδεις ονομασίες όπως οδός Ταξιαρχών και οδός Αρχαγγέλων, οι νεκροί θάβονται σε μονοκατοικίες με κήπο, σε ευάερες επαύλεις με αγάλματα εντυπωσιακά στα περιστύλια, σε πολυκατοικίες στριμωγμένοι ανά τετράδες, υπάρχουν δένδρα, νυχτερινός φωτισμός, προσωπικό για μεταφυσική υποστήριξη και όλα τέλος πάντων εκείνα τα αστικά χαρακτηριστικά που βρίσκονται σε αφθονία και στην πραγματική ζωή. Όλα υπακούουν στο νόμο του τούβλου, του μπετόν και του λευκού μάρμαρου. Μια από τα ίδια δηλαδή. 

Έτσι μου ήταν εξαιρετικά εύκολο να οικειοποιηθώ  τον χώρο αμέσως. Και η ψυχολογία των ανθρώπων ξένη δεν μου ήταν καθόλου. Με την πρώτη, έστησα τη  μηχανή. 

Είχα διαβάσει κάποτε στη βιβλιοθήκη του γέρο- Λυσανία σε ένα βιβλίο σχετικό, για την μεταφυσική αύρα που περιβάλλει τις γάτες. Γνώριζα ότι σε πολλές θρησκείες υπάρχει η δοξασία πώς οι γάτες είναι εκστατικές ψυχές νεκρών ανθρώπων που γυρίζουν στο απάνω κόσμο για να μεταφέρουν μηνύματα από το υπερπέραν. Άρχισα το λοιπόν να κόβω κίνηση. Τι ώρα πλακώνανε οι συγγενείς να συγυρίσουν το τάφο και κάτι τέτοιες μικρολεπτομέρειες. Μόλις έμαθα καλά τα ωράρια και του καθενός το τυπικόν, ανέβαινα λίγο  πριν την άφιξη των πενθούντων  επί του  τάφου, και ακλόνητος ως φιγούρα χιμαιρική από πίνακα του Μπαλτύς, στέριωνα το βλέμμα πάνω τους, τάχαμου βαθυστόχαστα  και μελαγχολικά. Είχα ξεσηκώσει από τις φωτογραφίες των πεθαμένων, τα χαρακτηριστικά της στάσης και του προσώπου τους, έτσι ώστε σε κάποιους τάφους  να στέκομαι  με όμμα γουρλωτό ,   σε άλλους να χαμογελώ όλο νόημα αποκαλύπτοντας το άσπρο των κοπτήρων μου και σε κάποιους άλλους να φουσκώνω το στήθος τίγκα στην έπαρση. Με τη μουσούδα  ψηλά στον ουρανό έδειχνα έτοιμος το δίχως άλλο να κάνω  κονέ  με το Επέκεινα. 

Αρκετοί τσίμπησαν με την πρώτη.  Άλλοι πάλι δείχνανε κομμάτι πιο επιφυλακτικοί. Ορισμένοι στην αρχή προσπάθησαν να με εκδιώξουν, μα παρατηρώντας την αταραξία που με διακατείχε έκαμαν δεύτερες σκέψεις,

«Μπας και  ο συγχωρεμένος ο μπάρμπα- Λουκάς κάτι αγωνίζεται να μας ειπεί;»

«Λες  η θεία μας η Θεώνη να θέλει να μας φανερώσει που έχει κρυμμένα τα λεφτά στο σπίτι;»

Και λέγε-λέγε, πολύ δεν ήθελε το πράγμα να φουντώσει. Με πήραν έτσι με το καλό. Την επόμενη φορά που ανταμώναμε στον τάφο, ήσαν πια σίγουροι ότι κάτι έτρεχε και προσπαθούσαν να με κατευνάσουν κουβαλώντας μου κάθε είδους καλούδια για ντερλίκωμα. Κάτσιασε η γούνα μου από το χαϊδολόγημα. Τω όντι αγαπητοί μου. Ήμουν γεννημένος καρατερίστας. 

Υποδυόμουν το λοιπόν ψυχές, ψυχές τεθνεώτων σε τροχιά επιστροφής επί της γης, με λίγο όμως πειραγμένα τα πρόσημα. Δεν ήμουν απατεώνας, απλά καλλιτέχνης, μόνο που μερικές φορές -αν όχι πάντα-, τα δύο τους συμπίπτουν. Αυτήν την δουλειά έκαμα από το πρωί που ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα μέχρι που βαρυστομαχιασμένος από τα εδέσματα και αηδιασμένος από την ανθρώπινη ευπιστία, τραβούσα πίσω από το ιερό σε ένα ξεχαρβαλωμένο κασελάκι για οστά   και το έριχνα στον ύπνο.

Σαν να μην έφτανε το καλό φαί, άρχισαν και τα επιδόρπια. Κόλλυβα. Δεν τα τρώγανε οι ζωντανοί από σιχασιά ο ένας για τον άλλο, τα ρίχνανε στις γάτες. Συνήθως οι λιμασμένοι όμοιοι του είδους μου τρώγουν τα κόλλυβα από ανάγκη, για να μην ψοφήσουν της πείνας. Για μένα όμως, ήταν κάτι τι το εκλεκτό, κάτι  σαν gateau να πούμε. Εάν μάλιστα και η νοικοκυρά που το πάλευε, τύχαινε να είναι και λίγο μαγγιόρα και το είχε χαϊδεμένο με το ρόδι του,  το  μαϊντανό του , το καλοκαβούρδισμα του, τότες εγώ μεταμορφωνόμουν εν ακαρεί  σε πασά Ιωαννίνων και βάλε.

 Λίγο καιρό αργότερα, είχα μεταβληθεί σε έναν παχύσαρκο, φαντασμένο και αναιδή γάτο, φίρμα του κοιμητηρίου, σταρ τρόπος του λέγειν, με τα θηλυκά να συνωστίζονται πίσω μου γαυριασμένα. Ήμουν ο εκ των ων ουκ άνευ. Το πεντάλεπτο δόξας  του Γουόρχωλ, όχι απλώς το είχα στο τσεπάκι, περίσσευε κι΄ όλας.

Από άρτο καλά τα βολεύαμε. Αλλά όπως μας έχουν διαβεβαιώσει επαρκώς οι Ρωμαίοι συγγραφείς, ό άρτος θέλει και το θέαμα του, και από θέαμα άλλο τίποτε μέσα σε κείνη τη κοιλάδα του κλαυθμώνος. 

Λούνα-παρκ με αλογάκια και μεταφυσικό Πράτερ σε συσκευασία τάφου. Ιδού  τι ήταν εκείνος ο τόπος για μένα…

Για κάποιους άλλους φυσικά, ο χώρος ήταν πώς να τον περιγράψω, μία via crucis, μία Πρέβεζα του μεσοπολέμου. Για τις χήρες φερ΄ειπείν και τα ορφανά. Για τους χαροκαμένους που είχαν απολέσει κάτι τις πολύτιμο αφήνοντας το να εξαϋλώνεται μέρα τη μέρα στα κεκορεσμένα χώματα. 

Για μένα όμως που η φιλοσοφία μου ήταν «Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν,» δεν μου επιτρέπονταν ευαισθησίες του κώλου και συγκινήσεις   τέτοιου είδους, που καθαρά έβλεπα πως δεν βγάζανε πουθενά. 

Αυτό το μότο, το «Ζήσε και άσε τους άλλους να πεθάνουν,» το είχα ξεσηκώσει από μια ταινία που είχα παρακολουθήσει κάποτε στη τηλεόραση των πρώην αφεντικών μου, αλλά δεν το είχα κόψει εκεί. Το συνέχιζα με το «Και πέθανε  αφήνοντας τους άλλους να ζήσουν.» 

Αυτή τη στιγμή που σας μιλώ νοερά από τούτο τον αχώματο τάφο και είναι η στιγμή που πραγματώνεται  φρικτά το δεύτερο μισό της πρότασης,  δεν είμαι πια και τόσο  σίγουρος για την αξία της φιλοσοφίας μου, αλλά τώρα που ο θάνατος βογάρει κάπου στη Βόρειο Θάλασσα της αξόδευτης μου νιότης, είναι πολύ αργά για μεταμέλειες. 

Τότες ακόμα, δεν είχα τέτοιας λογής σκοτούρες.   Περνούσα το λοιπόν, όσο μπορούσα καλύτερα. Οι κηδείες, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια ήσαν στην ημερήσια διάταξη. Έτσι  για το μόνο πράγμα που είχα να ανησυχώ  ήταν η εκλογή παράστασης. Και διάλεγα τις πιο πολλές  φορές, αυτή που με ανάπαυε πιότερο, διασκεδάζοντας με, με ένα  τρόπο τόσο καταλυτικό που μου άφηνε  για μέρες μετά, μια γεύση στυφή  φιλοσοφίας στο στόμα:  Τις εκταφές.

Με το πρώτο φώς του ήλιου, τρεκλίζοντας ακόμα από το χθεσινό  μεθύσι, έσκαγαν μύτη οι σκαφτιάδες, κουβαλώντας μέσα σε καροτσάκι οικοδομής, τα συμπράγκαλα της δουλειάς. Βαριοπούλα, αξίνα, φτυάρι.

Μέχρι να αριβάρουν οι πιο ψυχωμένοι συγγενείς του τριχρονίτη, σκάβοντας και οι δυο τους με βία πόρνης που αγωνίζεται να ξεπετάξει όσον το δυνατόν γρηγορότερα τους χαρμανιασμένους για να γυρίσει σπίτι της στο μούλικο, είχαν προσπελάσει κάθιδροι έως κωλοτρυπίδος, τα σαπισμένα φερετρόξυλα.

Τότες ο μαυριδερός εργάτης με τα αραιά δόντια και την άτσαλη συμπεριφορά, βυθισμένος στο σαρκοβόρο  σκάμμα, χώνοντας τα χέρια μέσα στο περίγραμμα της κάσας κατά μεριά όπου βρισκότανε η κεφαλή, γύριζε τα γλαρά του μάτια στους παρακρουσμένους θεατές του μακάβριου του έργου  και  έλεγε με πειθώ: 

«Μην  πτοείστε Χριστιανοί... Αλοιφή θα τον εύρω.»

Και πράγματι τραβώντας από το λιπώδες χώμα τα  δάχτυλα, έσερνε στο κατόπι τους όξω στο φώς, αγκιστρωμένο  από τες κόχες ως Αχερούσιο ψάρι, ένα κρανίο ίδιο και απαράλλακτο  με αυτό του καημένου του Γιόρικ. Με τα μαλλιά να ανεμίζουν, - ξασπρισμένα ράσα καθολικού φλάρου σε  μελτεμάκι στην Άνω Σύρα-, το παλιοκαύκαλο εκείνο έδειχνε έτοιμο να καρφώσει τη κάμα του, βαθειά ως τη ρίζα της ύπαρξης κάθε λιμοκοντόρου που εξαπατώντας  τον εαυτό του, προσέβλεπε στο ευοίωνο τάχα μέλλον. 

Ο εκταφεύς με μιαν  κίνηση θεατρική έκαμε έτσι  μία με το χέρι του και χραπ ξερίζωνε μονομιάς τη αχνή κόμη της νεκροκεφαλής. Αφού   απίθωνε τη θεόγυμνη πια καυκάλα στη άκρια του τάφου συνέχιζε με περισσότερο ζήλο το εμετικό  αγώι.

Με τον ίδιο τρόπο, έχωνε τα χέρια του τώρα στο ύψος του στήθους, ψάχνοντας για τα οστά των πλευρών. Το πιο συνηθισμένο ήταν να ξεκολλά από το χώμα μια μάζα μαύρη, δίχως πόδια και χέρια, την οποία επίσης πετούσε δίπλα από το κρανίο, στο χείλος του τάφου. Έδινε τότες ένα πήδουλο έξω από το σκάμμα και γέρνοντας πάνω στο  κουφάρι,  άρχιζε να το ξεφλουδίζει από τα ρούχα του. Οι συγγενείς άρον-άρον κόβανε ρόδα μυρωμένα και απομακρύνονταν σε απόσταση ασφαλείας από τα τεκταινόμενα, βουλώνοντας τη μύτη τους με αηδία. 

Όταν τέλειωνε με αυτό το ιδιότυπο πτωματικό στριπτήζ ο ουτιδανός εκείνος, πετούσε  τις στουμπωμένες σάρκες και τη νεκροκεφαλή  στο καρότσι και μόνος πια έπαιρνε το δρόμο για τα ανατολικά εκεί που θα τις ξανάθαβε προχείρως,  με τη φρούδα ελπίδα ότι  αυτή τη φορά ο  μακαρίτης ίσως και τακτοποιηθεί οριστικώς. Σε λίγο επέστρεφε τροπαιοφόρος και αφού με δουλικότητα ενθυλάκωνε το σχετικό ρεγάλο, κάθονταν πάνω στο πεζούλι των διπλανών τάφων, αντάμα με τον βοηθό του να κολατσίσουν  τα κρέατα που τους είχαν φέρει οι προνοητικές συγγένισσες, επιμελώς τυλιγμένα σε άσπρες πετσετούλες πάντοτε τη συνοδεία αφθόνου οίνου. 

Τότε πλάκωναν οι άλλες  πουτανόγατες, οι σαπιοκοιλιές. Τρίβονταν πάνω στους δύο εργάτες που με βουλιμία αρπακτικών ξεκοκάλιζαν το ψητό ρουφώντας   εναλλάξ κρασί από την ίδια μποτίλια  και νιαουρίζοντας παραπονετικά κέρδιζαν κάνα κοψίδι και ελόγου τους να έχουν να πορεύονται.

Ποτές μου  δεν καταδέχτηκα, ένα τέτοιο γεύμα. Θα  προτιμούσα να πεθάνω της πείνας παρά να πάω να ζητιανέψω από αυτούς τους αθλίους τυμβωρύχους. Εγώ βρισκόμουν εκεί αυστηρά για τη παράσταση και τη προσωπική μου ευχαρίστηση.

Δεν ήταν όμως πάντοτες τόσο οικτρά τα θεάματα. Υπήρχαν και στιγμές πραγματικής ευωχίας. Ήτανε τότες, τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού που σαν το σκοτάδι έπεφτε παρηγορητικά ανάμεσα στους τάφους και οι μακριές σκιές των σταυρών αργοσάλευαν στο φώς των καντηλιών, πηδώντας τη χαμηλή μάνδρα έκαναν την εμφάνιση τους τα ζευγαράκια.

Για να  έρχεται η ζυγαριά του ντουνιά στα ίσα της, χρειάζεται αντίβαρο και στη περίπτωση, είναι μόνο ο έρωτας. Έρωτας στοχευμένος και σάρκινος όχι γλυκανάλατος και γιαλαντζί που βλέπουμε στον κινηματόγραφο με ένα κατοστάρικο φιστίκι στη  χούφτα και που αργότερα θα τον ξεράσουμε μαζί με τα αχώνευτα αλμυρά φλούδια στο σπήλαιο της συζυγικής μας ραστώνης.

Ξάπλωναν το λοιπόν τα γυμνά τους κορμιά, μαυρισμένα από τους ήλιους, αρμυρισμένα από τις θάλασσες του Αιγαίου, με λίγη άμμο να χύνεται από το κοχύλι των αυτιών τους απάνω στα δροσερεμένα μάρμαρα και με πράξεις συντριπτικές στην απλότητα τους, τελετουργίες πανανθρώπινες που γνώριζαν από γεννησιμιού τους, σα προσφορά ιδιοτελή στη αιωνιότητα, ανέβαιναν αγκομαχώντας το παράξενο όρος της ηδονής μπροστά από το ψυχοραγισμένο καντήλι, τη κιτρινισμένη φωτογραφία και το νυχοκόπτη των πεθαμένων. Ο τόπος ολάκερος εκείνος των κουρελιασμένων ελπίδων, αντηχούσε τότες από τις κραυγές της κορύφωσης, όταν η ματαίωση έσμιγε με την πλησμονή σε ένα post coitus tristem, ενώ ένας γάτος μαύρος σα το κατράμι, σκαρφαλωμένος στο πιο ψηλό σκαλί μιας κλίμακας αποτρόπαιης που οδηγούσε αντίστροφα από τον θάνατο στη ζωή, παρακολουθούσε και απολάμβανε ως ο ποιητής, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου που με βήματα   χορευτικά, έμπαιναν για μια ακόμη φορά στην Αλεξάνδρεια της Ουτοπίας  του.


 Ζούσα ένα ακόμη συναρπαστικό καλοκαίρι μέσα στο κοιμητήρι, όταν ξέσπασε ο τρομερός εκείνος καύσων όπου οι άνθρωποι μπαϊλντισμένοι ψυχή τε και σώματι από τις θέρμες, άρχισαν να ψοφούν σαν τις μύγες. Οι ζωντανοί δεν ήξεραν τι να τους κάμουν. Δεκάδες κάθε ημέρα οι κηδείες και το ένα νεκρόσημο κολλημένο πάνω στο άλλο στους πίνακες ανακοινώσεων της εισόδου. Έπηξε ο τόπος στη νεκροφόρα, στην μαυροφόρα και στο κακολουστραρισμένο φέρετρο. Μια μυρωδιά σαπίλας πήρε το πάνω χέρι και σέρνονταν στη γύρα, αφήνοντας τα βρωμερά της ίχνη στην εκκλησία των Ταξιαρχών, το μελαγχολικό καφενεδάκι με την επιγραφή ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΚΗΔΕΙΕΣ-ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ, καθώς και στο απόμερο γραφείο του κοιμητάρχη που διαιώνιζε την φήμη του στα πέριξ, με το αμφιβόλου αισθητικής προσωνύμιο, Μήτρος ο Βρικόλακας. 

Τότε ακριβώς βρέθηκε μπροστά μου, τρία χρονάκια μετά τη νυχτερινή μου απόδραση, η κυρά-Καλλιόπη, η πρώην προστάτιδα μου. 

Περνούσε καμπουριασμένη μέσα στο λαύρο απομεσήμερο, κολυμπώντας λες, ανάμεσα στο εκτυφλωτικά λευκό των παραμελημένων τάφων με εκείνο το γνωστό από τα παλιά αργόσυρτο βηματισμό, μόνο που τώρα τα δύο πόδια-καλαμάκια έδειχναν ανίκανα να στηρίξουν το άσαρκο κορμί της. Μελανημονούσε, κακοβαλμένη σε φτηνό τσίτι. Τα κορακάτα μια φορά μαλλιά της, αποτελούσαν πια θλιβερή ανάμνηση που οι πάντες εμού συμπεριλαμβανομένου, θα προτιμούσαν να απολησμονήσουν. Σταχτιές, κουρελιασμένες τώρα τούφες, -τουλίπες καπνού κάποιου αργοπορημένου τρένου σε ανηφόρα-, στεφάνωναν το σκαμμένο της πρόσωπο ενώ κάποιες από αυτές προφανώς ανταρτοθρεμένες, έπεφταν μπρος στις βαθουλωμένες κόχες των ματιών της, δημιουργώντας τη ψευδαίσθηση μιας  αυλαίας, όπου πίσω της και ερήμην των θεατών, παιζόταν το δράμα της άφατης μοναξιάς πριν τη μεγάλη έξοδο προς τα χώματα.

Την πλησίασα  νιαουρίζοντας της φιλικά αλλά δεν φάνηκε να με αναγνωρίζει. Με εμφανή τα σημάδια μιας παρατεταμένης μελαγχολίας στην όλη της ύπαρξη, βάδιζε  νότια, προς τη μεριά των πιο ταπεινών τάφων και όταν επιτέλους κοντοστάθηκε  μπρος σε ένα περιποιημένο μνημούρι κατέρρευσε πάνω στη πεζούλα με κομμένη ανάσα. Γυρίζοντας  πρόσωπο προς το σταυρό, βαριαναστέναξε,  ατενίζοντας καταρρακτικώ  βλέμματι,   μια ξεθωριασμένη από τους ήλιους φωτογραφία ενός άντρα. 

Ήταν ο γερο-Λυσανίας τριάντα χρόνια νεώτερος. Την θυμόμουν αυτή τη φωτογραφία κρεμασμένη στο μικρό χώλ στο έμπα του γραφείου του, να κρύβει αιδημόνως τον πεσμένο σοβά τον οποίον ο συγχωρεμένος  παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις της κυράς μου, ουδέποτε μαστόρεψε ως παντελώς άσχετος περί τα επιχρίσματα .  

Η γριά με χέρια να σείονται από γεροντικό τρόμο, άναψε το καντήλι αφού πρώτα το γέμισε με  λάδι από ένα πλαστικό μπετονάκι και κατόπιν βάλθηκε να λιβανίζει ανεβοκατεβάζοντας το θυμιατούρι τόσο μανικά που για μιαν στιγμή φοβήθηκα μην και αυτοπυρποληθεί. 

Λίγο μετά ρίχνοντας μια όλο τρυφεράδα αποχαιρετιστήρια ματιά στο  μνημούρι, πήρε να κινείται προς τη πίσω έξοδο του κοιμητηρίου σα εκτόπλασμα αχνό, απόκοσμη και επειγόμενη, -καθώς μου εφάνη,- προς τάφον.  Διαισθανόμουν, ότι την έβλεπα  στερνή φορά. Κάτι μέσα μου, μιλούσε για ένα τέλος που ερχόταν με γιγαντιαία βήματα προς το μέρος μας, μα τότε ακόμα  δεν αντιλαμβανόμουν ότι αυτό το τέλος μάλλον θα ήτο το ιδικόν μου.

Έμεινα μόνος να ατενίζω με μάτι κακό, τον τάφο του πρώην δυνάστη μου. Δίνοντας ένα σάλτο  καβατζάρισα το πράσινο γαρμπίλι όπου ήταν στρωμένο το μνήμα. Από μέσα μου και ερήμην μου, ξεχύθηκε ένα βραχνιασμένο νιαούρισμα  πρωτόγονης  βιαιότητας. Έχοντας χάσει κάθε επαφή με την Λογική και τον Καρτέσιο, αποπάτησα επί του τάφου με ικανοποίηση. 

-Εύρηκα vomitorium και Βεσπασιανή, πανηγύρισα ένθεος  και νιαούρισα δις με κακία έκτακτη. Είχε έρθει πια η  ώρα να λάβουν οι κλωτσιές εκδίκηση. Ο κόσμος μου, ο κόσμος των γάτων μπορεί να είναι σκληρός μα είναι και δίκαιος συνάμα. Μην φανταστείτε ποτέ πώς ότι έκαμα, το έκαμα από προσωπική εκδίκηση. Εμένα λίγο με έκοφτε. Έπρεπε όμως να γδικιωθώ για λογαριασμό όλων εκείνων των καταπιεσμένων ορμών, των ερεβωδών ενστίκτων, των απελπισμένων αναπνοών που γύρευαν ένα πνεμόνι να ανασάνουν, των ονείρων που χρειάζονταν δυο μάτια ερμητικά κλειστά και ένα κύμα ρεμ να τα σιγοντάρει, την ώρα που βρίσκοντας αεροδιάδρομο ελεύθερο, απογειώνονταν μ΄ένα γκροτέσκο βόλ-πλανέ  προς τον Σείριο. 

Eίχα πάψει να είμαι γάτος. Ήμουν ένας εκδικητής παλαιάς κοπής και Διαθήκης άκρα πεπεισμένος ότι το ιερό μου θέλημα έπρεπε να γίνει δεκτό από εκείνον, τον ήδη για τα καλά νεκρό, από τον Λυσανία που ακινιτισμένος για τα καλά στο φέρετρο του, σάπιζε αδυνατώντας  να σηκώσει το αθριτισμένο του ποδάρι ενάντια στα πισινά μου. 

Αυτός, ένας άνθρωπος των Γραμμάτων τι σχέση μπορούσε να διατηρεί με την πραγματική ζωή; Τα διηγήματα του πιθανόν να απευθύνονταν σε ασπαίρουσες ψυχές, μα ο ίδιος βαθιά κρυμμένος στο λαγούμι  του, παρέμενε εσαεί ακόμη και τώρα που υποτίθετο ότι ήταν μακαρίτης, ένα ανθρωπάκι χαμερπές που για μια κονσέρβα ευτελούς αξίας, μπορούσε να ξεράσει την οργή του σε ένα δύσμοιρο γάτο και την κυρά Καλλιόπη τη σύντροφο των πενήντα τελευταίων του χρόνων, την πάλαι ποτέ καλλίπυγο, την νταρντανογυναίκα.

 Το φρικτό καλοκαίρι των Βρασμών συνέχιζε απτόητο τη  πορεία του σκορπώντας ξοπίσω του εκατόμβες. Όλα φαίνονταν να κυριαρχούνται από ένα αδυσώπητο ήλιο που δεν έσβηνε ποτές ακόμα και τη νύχτα και πυρπολούσε δίχως το παραμικρό έλεος τις ζωές των ανθρώπων και των γάτων σαν και μένα. Είχα απαυδήσει. Ολημερίς περιπλανιόμουν στο κοιμητήρι, μπας και εύρω  κάνα απόσκιο να ξεκουράσω τα φλογισμένα μάτια μου. Λένε πώς οι γάτες αντέχουν μέχρι 55 βαθμούς Κελσίου θερμοκρασία. Μέγα λάθος. Ήμουν έτοιμος να τα κλατάρω, όταν μια πόρτα άνοιξε και βιαστικά χώθηκα  σε ένα δροσερό δωμάτιο. 

Θεέ μου, όλα εκεί μέσα θύμιζαν την πρώτη μου νύχτα στο κοιμητήρι με το χιονιά. Τι ευτυχία ανέλπιστος ήταν αυτή; Οποία αναψυχή; Ένα ζωογόνο αεράκι, λες και κατέβαινε καρφί από τις Άλπεις φυσούσε  πάνω στα μουστάκια μου κάνοντας τα να πάλλονται από ηδονή. Είχα σωθεί. Κουλουριάστηκα στη σκιάδα και το έριξα σε ύπνο Επιμενίδειο. 


 Όταν κάποτε επιτέλους συνήλθα από την νάρκωση, αφού τανύστηκα βαριεστημένα και ασχολήθηκα πλημμελώς  με την τουαλέτα μου, σκέφτηκα να περιεργαστώ  το χώρο. 

Στο μέσο του δωματίου, ένας  γλόμπος γυμνός έριχνε το αστενικό του φώς πάνω σε κάτωχρα πρόσωπα  ανθρώπων που έμοιαζαν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, ξαπλωμένοι τ΄ ανάσκελα, μέσα στα ξύλινα γιατάκια τους. Όλα ήταν παστρικά και ήσυχα εκεί , όπως όταν χαμηλώνουν τα φώτα πριν τη παράσταση. Μόνον ο βόμβος από το μηχάνημα ψύξεως, σαν επίμονη Αυγουστιάτικη μύγα, έσπαγε  τη μονοτονία του σκηνικού. Τα καπάκια των κιβουριών, ακουμπισμένα όρθια πάνω στο τοίχο έριχναν απειλητικά στραβές σκιές στο ακανόνιστο πάτωμα. Κρύωνα. Ένα αλλόκοτο σμάρι γερανών φάνηκε να ζυγιάζεται στη μολυβάδα του ορίζοντα και περνώντας βολίδα ξυστά πάνω από το σταυρό του εξ ευωνύμων  λήσταρχου, προσγειώθηκε ξάφνου εκεί μπροστά στα πόδια μου αφήνοντας με ενεό. Το πάτωμα ήδη ήταν πάγος γλιστερός. Ρίγη πυρετού με συγκλόνιζαν και για μια στιγμή αναπόλησα τη γωνιά μου στο ταρατσάκι και τα ζεστά χάδια της κυρά - Καλλιόπης. 

Έδωκα ένα σάλτο και μπήκα στο φέρετρο μιας κοπέλας. Ο Σωτήρας τα είχε για μια ακόμα φορά σκατώσει με τα «Ταλιθά, κούμι», και τα ρέστα. Τρίφτηκα πάνω στα φορέματα της και στα σταυρωμένα επιμελώς κερένια της δάχτυλα παλεύοντας να αναλάβω από την τρεμούλα. Η γλυκερή μυρωδιά από τα άνθια που ήταν απλωμένα ολόγυρα της μου έφερναν αφόρητη θλίψη και το ακίνητο, σκληρό σα τσιμέντο σώμα της, ανέδυε άφθογγες λέξεις από τις οποίες μόνο μία  κατάφερνα να ξεχωρίζω, μια λέξη πικρή, ένα σύμπλεγμα γραμμάτων που πολλοί ποιητές χρησιμοποίησαν σε μπαλάντες πεισιθάνατες τραγουδώντας το άφευκτον του επιθανάτιου ρόγχου. 

΄Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω… Nevermore…Νevermore…Νevermore. 


Η μαύρη τρύπα με είχε πλησιάσει επικίνδυνα. Βρισκόμουν σε αυτό το σημείο όπου ο ορίζοντας γεγονότων,  -αν μη τι άλλο,- έδειχνε οριακός. Ανέκυπτε ζήτημα ζωής και θανάτου. Έπρεπε να μηχανευτώ τρόπους να ξεφύγω από εκεί μέσα, πριν παγώσω μέχρι το γατίσιο μου μεδούλι.

Ξάφνου το κλειδί ακούστηκε να στροφάρει στη  πόρτα και μια στενή λωρίδα φωτός άστραψε σε εκείνη τη νύχτα την πολική. Ξεχύθηκα σίφουνας σωστός και βγήκα έξω στο καυτό αγέρα. 

Μέρες μετά και κατόπιν εορτής βεβαίως, παρατήρησα τη ξύλινη επιγραφή που προειδοποιούσε τους επισκέπτες του κοιμητηρίου για το ψυχρό του πράγματος: 

ΠΡΟΣ ΨΥΚΤΙΚΟΥΣ ΘΑΛΑΜΟΥΣ.


Για το υπόλοιπο διάστημα του βίου μου από το καλοκαίρι των μαζικών θανάτων και ύστερα δεν έχω να σας ιστορήσω και πολλά. Ότι πιο σημαντικό, ήταν ότι ο Δήμος προσέλαβε ένα  φύλακα, που από την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησε τη βρωμοποδάρα του εκεί μέσα, βάλθηκε να μου κάμει τη ζωή μαρτύριο. Όπου με έβρισκε εύκαιρο, με καταδίωκε  αλύπητα. Τον άκουσα να λέει μια μέρα στον καμπούρη ιερέα, έναν αλητήριο, κινητή καμπάνα από τα μπερντέ που έκρυβαν οι  με φόδρα δερμάτινη ενισχυμένες  τσέπες του ράσου του:

«Αυτός ο μαύρος είναι σκέτη γρουσουζιά. Κακό μεγάλο θα με βρει αν συνεχίσει να τριγυρνά ανενόχλητος εδώ μέσα. Και σεις, πάτερ, όπου τον βρίσκετε να τον προγκάτε. Αφήστε δα, που ο νεωκόρος μου μήνυσε  τις προάλλες, ότι τον είδε να σουλατσάρει  στα ψυγεία ανενόχλητος. Σας το λέγω και να το λάβετε σοβαρά υπόψη σας. Κάτι τρέχει με δαύτον. ΄Ισως μάλιστα  να ναι κι ο εξαποδός που ήρθε τσιφ από την Κόλαση  να μας ταλανίζει…»

Δεν ξαναείδα Θεού πρόσωπο από τότες. Κρυβόμουν ανταριασμένος, πότε εδώ και πότε εκεί, προσπαθώντας να  αποφύγω και τους δύο, τον φύλακα αλλά και τον παπά, που σαν νεοπροσύλητος στο κυνήγι των μαγισσών, αποδείχτηκε, τρισχειρότερος του πρώτου.

Το λοιπόν, σήμερα Παρασκευή τελευταία μέρα του φθινοπώρου, βρίσκομαι χαψωμένος μέσα σε μια κρύπτη  σαν και αυτές που για να γλυτώνουν χώρο οι άνθρωποι τις κτίζουν σε στυλ διώροφης κατοικίας και όπου τοποθετούν τους αποθαμένους από δύο σε κάθε όροφο, κατευθείαν πάνω στα τσιμέντα. 

Είχα εισχωρήσει στο βάθος του ανοίγματος στην αριστερή πάνω γωνία της κατασκευής. Η τρύπα είχε ικανό πλάτος και μέσα στο ευεργετικό ημίφως, το είχα ρίξει με απλωμένη αρίδα στο χουζούρι, άριστα όπως αφελώς πίστευα προφυλαγμένος και από τους διώκτες μου αλλά και από το εκνευριστικό ψιλόβροχο που είχε αρχίσει να πέφτει εν τω μεταξύ.

Δίχως να το πάρω χαμπάρι, μια πένθιμη πομπή πλησίασε, ένας ιερέας κάτι έψαλλε βαριεστημένα, οιμωγές ακούστηκαν να ξεδιπλώνονται εκτός ελέγχου και μια στιγμή μετά πριν καν προλάβω να συνειδητοποιήσω αν είμαι ξυπνός μου η ονειρεύομαι, βρέθηκα με ένα κιβούρι κολλημένο βιζαβί, στην απορημένη μου μούρη.

Στριμωγμένος στην πιο απρόσιτη γωνιά της σαρκοφάγου, νιαούρισα σπαρακτικά, μα η εκνευριστικά ένρινη φωνή του ιερέα που φάνηκε να παίρνει τα πάνω της ακριβώς την πιο ακατάλληλη στιγμή, κάλυψε τις απεγνωσμένες εκκλήσεις μου με τη φράση, «Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστoς και αείμνηστος αδελφή ημών». Κανείς δεν αντελήφθη το παραμικρό. Βιαστικά οι εργάτες κάλυψαν την είσοδο με τούβλα και μαργωμένος από την τρομάρα μου, είδα και αυτό το λίγο φώς να χάνεται από τα μάτια μου.

Έτσι εδώ και κάμποσα λεπτά, βρίσκομαι εγκιβωτισμένος  στη σαρκοφάγο με  μια παντελώς άγνωστη μου κυρία, που κείται άκακα προσώρας στο φέρετρο της, τείνουσα ευήκοον το ους μπας και ξεχωρίσει το σαλπισμό του Αγγέλου, που ποτές κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν θα ηχήσει και για κανένα. Ας αντιμετωπίσω τουλάχιστον  την κατάσταση με την δέουσα αξιοπρέπεια που καθώς υποστηρίζουν κάποιοι επαΐοντες , χαρακτηρίζει το είδος μου.  

Εξασθενημένα φθάνουν ως εδώ τα κελαιδήματα των πουλιών και η καμπάνα να ηχεί τρις, αναγγέλλοντας τον επόμενο νεκρό της ημέρας. Ο πνιγηρός αέρας, εμποτισμένος  λούστρο και  μυρωδιές από  μαραμένα λουλούδια, μου φέρνει  υπνηλία βαριά. 

Στο βάθος του τούνελ κάτι αρχίζει να χαράζει, ενώ η Κραταιά Κόκκινη, ένα πλάσμα όλο μάτια, μάτια σαν και αυτά της μητέρας μου πελώρια και κατευναστικά, δείχνει να με πλησιάζει με τρυφερές όλο γλυκιά προσδοκία προθέσεις. 

 «Aθάνατη αγαπημένη,  όλα τώρα σβήνουν για να ανάψουν και πάλι… Non omnis moriar!!!»

Μου γνέφει να σωπάσω…

«Σωπαίνω, Υλαγιαλή. Σωπαίνω, μα διαμαρτύρομαι».



Τρία χρόνια μετά, μπορούσες να διαβάσεις στο βδομαδιάτικο φύλλο  τοπικής εφημερίδος  της Πέμπτης 2 Οκτωβρίου, το εξής άρθρο:

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΘΕΑΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ

 « Κατά την εκταφή της συμπολίτισσας μας Μαρίας Φ.  εντός του νεκρικού  θαλάμου και εκτός των συνήθων προϊόντων της ανθρωπίνης σήψεως ευρέθη  παρακείμενος, άρτιος σκελετός  ζώου. Εικάζεται ότι πρόκειται για  οικιακή γάτα, κατά τα φαινόμενα προσφιλή της νεκράς, η οποία και προετίμησε να συνθαπτεί μετά της κυρίας της από το να συνεχίσει να ζει μακράν της.»

Στο επόμενο φύλλο της εφημερίδος με τα ίδια τυπογραφικά στοιχεία και στην ίδια σελίδα, δημοσιεύτηκε η συγκρατημένα οργισμένη απάντηση, του υιού της Δημητρίου Φ.

«Αγαπητέ κύριε συντάκτα, 

΄Ερχομαι να σας γνωρίσω σχετικώς με το δημοσιευθέν στην εφημερίδα σας άρθρο περί της μητρός μου Μαρίας Φ. και να σας διαβεβαιώσω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι η αείμνηστος μήτηρ μου, αν και φιλόζωος καθ΄ όλην την  διάρκεια της μακράς ζωής της, εν τούτοις, απέφευγε συστηματικώς τις γάτες, ως πάσχουσα από σοβαράς μορφής αιλουροφοβίαν.»

                                                                 Μετά τιμής

                                                               Δημήτριος Φ.»




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου