Ο ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ ΚΑΛΑΝΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ Λ.
Τούτη τη χρονιά ο κ. Λ. ήταν αποφασισμένος. Θα πλήρωνε αδρά, θα δωροδοκούσε εν ανάγκη γονείς και προστάτες, φτάνει ένα καλόπαιδο δρασκελώντας το κατώφλι του παραμονή Χριστουγέννων, να του ψάλλει τα κάλαντα με το καμπανάκι.
Οι πάντες τον απέφευγαν σαν τον χολεριασμένο. Την ήξερε την αιτία καλά, μα δεν ήταν λόγος αυτός να μην μπορεί σαν τον πάσα ένα, να χαρεί και δαύτος το χαρμόσυνο άγγελμα της έλευσης του Σωτήρα από τα χείλη ενός μπόμπιρα .
Ξημέρωσε το λοιπόν η παραμονή των Χριστουγέννων στη ξεχασμένη πολίχνη και ο κύριος Λ. από τις επτά κι όλας, φορώντας τα καλά του, στην πόρτα ορθός, να περίμενει τον πρώτο καλαντιστή να τον αρπάξει από τα πέτα.
Κάποια παιδιά που τον νοιώσανε από την άκρια του δρόμου, γύρισαν πίσω τρομαγμένα πολύ. Άλλα πάλι, κάτι αλάνια που πέρασαν από μπροστά, καμώθηκαν τα αόματα και σφυρώντας αδιάφορα, κόψανε ρόδα μυρωμένα..
Και μόνο ο Γιάννος του ταχυδρόμου, μαθητούδι άπραγο ακόμη, που πρώτη φορά έβγαινε στη γύρα, ξεγελασμένο από τα απελπισμένα νοήματα του μερακλή να σιμώσει, έκανε την κουτουράδα και μπράφ γιομάτος θάρρος πέρασε την πόρτα.
«Να τα πούμε;» ρώτησε τον κ. Λ.
«Να τα πεις πουλάκι μου!» απάντησε εκείνος ανακουφισμένα που βρέθηκε θύμα για τ΄ακονισμένα του δόντια.
«Καλήν ημέραν άρχοντες,
αν είναι ο ορισμός σας,
Χριστού την θεία γέννηση,
να πω στ΄αρχοντικό σας…
για να καταλήξει ένα δίλεπτο αργότερα μπουρδουκλωμένο άσχημα και ξεφυσώντας σα παπόρο , στο «…και Ποιητής των όλων».
«Και παρακάτου πουλάκι μου…» επέμενε αυτός «και παρακάτου».
Συνέχισε αυτό:
«Σ΄αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε,
πέτρα να μην ραγίσει,
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού,
χίλια χρόνια να ζήσει»
Ο κ. Λ. ευχαριστημένος του έδωσε το μπαξίσι του και με το παραπάνω μάλιστα, του χάιδεψε αβρά τα κατσαρά μαλλάκια και το ξαπόστειλε με μια ελαφρά παιγνιώδη ώθηση στα πισινά προς την έξοδο,
«Και του χρόνου να μου ξανάρθεις»το ορμήνευσε γλυκόλαλα.
Βγήκε μαζί του κι αυτός από την πόρτα με το πάσο του και στρέφοντας τα μάτια απάνω, τηρούσε επίμονα την ταλαιπωρημένη επιγραφή μουρμουρίζοντας:
«Αληθώς μας τα είπες πιτσιρίκο. Σ΄αυτό το σπίτι, ποτές δεν πρόκειται να ραγίσει πέτρα, γιατί τούτος ο Οίκος στερεότατος θα μένει στους αιώνες των αιώνων κι ο νοικοκύρης του ο πραγματικός, όχι ελόγου μου που πάροικος και παρεπίδημος βρίσκομαι , όχι χίλια χρόνια, μα όσο υπάρχουν άνθρωποι πάνω στη γη, θα ζει και θα βασιλεύει κραταιώς.»
Και διαλαλούσε η επιγραφή του καταστήματος απάνω:
«ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΕΛΕΤΩΝ
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΡΟΝΤΙΣ»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου