Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 Ο Καλός Γιατρός

«Αγαπητέ κύριε Μπαλκαντζόπουλε», τραύλισε ο πρωϊνός ρεσεψιονίστ του επαρχιακού ξενοδοχείου στο οποίο είχα καταλύσει με την γυναίκα μου. «Θα μπορούσα να έχω την προσοχή σας για ένα μονάχα λεπτό; Ο κύριος που κάθεται εκεί πέρα στο σαλονάκι, επιθυμεί διακαώς να σας μιλήσει». 

Και τείνοντας τον δεξιό του δείχτη όλο νεύρο προς ένα γραβατωμένο, μειλίχιο άνδρα γύρω στα σαράντα-πέντε, βάλθηκε  να μου χαμογελά με σάπιο στόμα.

Γύρισα το βλέμμα όλο απορία στην κυρία μου:

«Τι να με θέλει άραγε;».

Σούφρωσε αυτή, τα κόκκινα  σαν πυρκαγιά  χείλη της  αδιάφορα πολύ, και στάθηκε όλο προσποιητό ενδιαφέρον μπροστά σε μια βιτρίνα όπου σκονίζονταν εκτεθειμένα ανάκατα, σεπτά προϊόντα του τόπου.

Έτσι μόνος, πλησιάσα τον καθισμένο μεσήλικα, του συστήθηκα ευγενικά και τον ρώτησα μ΄ένα τόνο αδιαφορίας, τον σκοπό της της επισκέψεως του.

«Ακούστε κύριε», μίλησε χωρίς πολλές φιοριτούρες ο καλοβαλμένος άντρας:

 «Θα ήθελα να σας υποβάλλω μια μάλλον αδιάκριτη ερώτηση… Εσείς ροχαλίζατε έτσι βαριά απόψε τη νύχτα; Έτυχε να κοιμάμαι στο διπλανό από σας δωμάτιο, και σας διαβεβαιώ από τον θόρυβο, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι..»

«Δεν ήμουν εγώ εκείνος που ροχάλιζε κύριε, μα η συμβία μου. Τυχαίνει να έχει πρόβλημα η καημένη και δεν θέλει να το καταλάβει. Εσείς όμως για να έχουμε καλό ρώτημα,  υπό ποίαν ιδιότητα ενδιαφέρεστε;»

«Αγαπητέ μου, είμαι ιατρός και μάλιστα χειρουργός εξ Αθηνών και βρίσκομαι εδώ  για ένα συνέδριο. Αν  δεν σας ενοχλούσε, θα ήθελα να συμβάλλω σε μια πιθανή λύση του προβλήματος της κυρίας σας».

Ροχάλιζε η γυναίκα μου… Ροχάλιζε φρικτά με όλη τη δύναμη των πνευμόνων της…. Ροχάλιζε μετ΄επιτάσεως και μέχρι αηδίας. Αυτή ήταν η τραγική αλήθεα. Μα τι μπορούσα να κάνω, που ούτε ήθελε να το παραδεχτεί, πόσω μάλλον να ιδεί κάποιον ειδικό. Η ζωή μου από τη στιγμή που την παντρεύτηκα, είχε καταστεί ένα απόλυτο μαρτύριο, δίχως ελπίδα λύτρωσης.

Δε λέω, Ωραία γυναίκα είχα… Ζουμπουρλούδικη πολύ… Με τα πιασίματα της, τις χαράδρες της, τα λοφάκια της, ερωτιάρα μέχρι εκεί που δεν παίρνει, λυσσάρα, αχόρταγη μπορώ να πω.  Μα τι να το κάνεις;  Το ροχαλητό της τα κατάστρεφε όλα.

Δεν προλάβαινε να κλείσει τα μάτια και η ζωή μου από την μια στιγμή στην άλλη γινόταν σκέτη κόλαση.

Στις  συνεχείς προτροπές μου να δούμε κάποιον επαγγελματία, απαντούσε θρασύτατα ότι μάλλον εγώ είχα την ανάγκη νευρολόγου και να μην την παρασκοτίζω  μάλιστα, γιατί υπήρχαν κι αλλού πορτοκαλιές.

«Ναι αγάπη μου» της έφτυνα τότε με όλο μοχθηρία. Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές,  μα με τα ροχαλητά σου θα τις μαράνεις πρόωρα και θα σε στείλουν παρά τα εκτυφλωτικά σου προσόντα,  στο γερό-διάολο κι ακόμα παραπέρα. Μπορεί για ξεπέτες να είσαι και η πρώτη, αλλά για σύζυγος το κόβω κομμάτι δύσκολο να γίνεις ανεκτή, τουλάχιστον από άνθρωπο που ακούει επαρκώς. Ποιά πορτοκαλιά θαρρείς μωρή, θα σε ανεχτεί μ΄αυτή σου την πριονοκορδέλλα;»

Κρατούσα το λοιπόν στα χέρια, ένα θηλυκό βιολοντσέλλο Στραντιβάριους, που τις νύχτες σαράκι φωλιασμένο στα σωθικά του και πολλαπλασιασμένο θαρρείς από χίλια μεγάφωνα, ματαίωνε με τον πλέον οδυνηρό τρόπο τον ημερήσιο μεγαλειώδη ήχο του μ΄εκείνο το συνεχές και ανυπόφορο τσικ, τσικ, τσικ…

Άλλες φορές, την φανταζόμουν ως αορτή, που όσο δεν την αντιλαμβάνεσαι στο στέρνο σου,  όλα δείχνουν να πηγαίνουν ρολόι, μα σα την σπρώξεις κάτω από τους υπέρηχους, ακούγοντας εκείνον τον απαίσια συριστικό ήχο, σου ανακατώνονται τα εντόσθια ως το μη παρέκει.

«Και πως μπορείτε να συμβάλετε εσείς γιατρέ, την στιγμή που η γυναίκα μου αρνείται κάθε ιατρική βοήθεια;»

«Έχετε την καλοσύνη παρακαλώ  να την καλέσετε να πλησιάσει;»

Τώρα που τον παρατηρούσα καλύτερα, εκτός από ευειδής, έδειχνε  και για άνθρωπος που έχει πάρει πολύ στα σοβαρά το λειτούργημα του. Έτσι τόλμησα να καλέσω τη γυναίκα μου.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν έφερε καμμιά αντίρρηση και παρακολουθώντας  τον ευλαβικά σε όσα την συμβούλεψε πατρικά, συμφώνησε χωρίς τσιριμόνιες, να τον επισκεφτεί στο ιατρείο του στην Αθήνα, μήπως και καταφέρει να δώσει λύση στο πρόβλημα της.

Τρεις μήνες αργότερα, το πρόβλημα είχε πράγματι λυθεί…

Είχα γλυτώσει από το ροχαλητό της.

Μόνο που κοιμόμουν πιά μονάχος, απάνω στο μεγάλο συζυγικό κρεβάτι, με το συναινετικό  να περιμένει την υπογραφή μου, στο δικηγορικό γραφείο του κυρίου Περδίκη.

Ένας γιατρός, καλός γιατρός, έπαιζε τώρα με το θηλυκό μου Στραντιβάριους  απαλλαγμένο άπαξ δια παντός με κάποιο φτηνό εγχειρητικό  κόλπο, από το επίμονο σαράκι που χρόνια το κατέτρωγε.

Ας το χαίρονταν λοιπόν ο μπαγάσας, ο άντρας… Το άξιζε και μάλιστα με το παρπάνω…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου