Οι γάμοι του Μπαρμπα-Γιώργου
Ο Μπάρμπα-Γιώργος έστεκε απαρηγόρητος.
«Ακούς εκεί» κλαιγόταν στον πρωτότοκο, «να απομείνω χήρος πάνω στα καλύτερα μου χρόνια, τώρα τέλος πάντων που υπάρχουν πέντε φράγκα στην άκρη και μπορούσα αντάμα με τη γυναικούλα μου να κάμω τη ζωή μου.
Να πάγω ένα ταξιδάκι βρε αδελφέ, να φάγω εκείνη τη περίεργη μακαρονάδα με τον αστακό που τόσα χρόνια τώρα ούτε καν΄ τολμούσα λόγω υποχρεώσεων.
Ώρα που τη βρήκε κι αυτή η ευλογημένη.
Ποτέ δεν θα της το συγχωρήσω αυτό, ποτέ.
Κι αν αυτούνης ήταν η μοίρα της να αποθάνει, σα τι έφταιγα εγώ ο φουκαράς να μην έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου, να πορευτώ το υπόλοιπο του βίου μου.
Νέος άνθρωπος είμαι ακόμα. Τα εξήντα πέντε δεν τα έχω καλά-καλά πατήσει».
Ο Βασίλης ένας από τους τρεις γιούς , τον παρακολουθούσε σοβαρός και προσπαθούσε να μαντέψει που το πάγαινε ο γέρος, με τσιριτζάντζουλες και τέχνη περισσή.
«Βασίλη, το έχω πάρει απόφαση» συνέχιζε τον μονόλογο του ο γέρος.
«Λέω να βρω γυναίκα. Τι να βρω δηλαδή.
Ήδη έχω μία κατά νου και γρήγορις θα το βάλω μπρος το πράγμα γιατί νταγιάντισα, μαύρισε η ψυχή μου βρε αδελφέ τρεις μήνες τώρα χωρίς συντροφιά, χωρίς ένα χέρι γυναικείο πλάι να με φροντίζει.
Άλλωστε κάθε βράδυ, μα κάθε βράδυ, έρχεται στον ύπνο μου , η μάνα σου η κυρά -Κούλα.
Παντρέψου Γιώργο με λέγει, το καλό που σου θέλω. Να χαρεί και μένα η ψυχούλα μου εδώ στον Άδη που βρίσκομαι.
Θέλω να σε δω να ευτυχείς, να χαίρεσαι. Νέος είσαι ακόμα, τι στο καλό; Έχεις ανάγκες. Δεν θα σου κρατήσω κακία, δεν θα ζηλέψω. Φτάνει εσύ να θέλεις και προχώρα το. Με την ευχή μου το λοιπόν και καλά στέφανα…
Έτσι με λέγει η κυρα –Κούλα κι αφού εκείνη επιτρέπει και συναινεί, κάθε ένσταση απορριπτέα».
«Τι να πω τώρα εγώ πατέρα ; Κάμε όπως καταλαβαίνεις », αντέτεινε ο Βασίλης «μα άσε πρώτα να το συζητήσω με τα αδέλφια μου και παίρνουμε μια απόφαση».
«Τι μου τσαμπουνάς εκεί ρε Βασίλη; Τι δουλειά έχετε εσείς με τη ζωή μου και το μέλλον μου; Αυτή δικιά μου απόφαση είναι κι εγώ θα σας πω τι θα γένει και όχι εσείς τα χθεσινά νιάνιαρα.
Άιντες γιατί πολλά μου τα χετε κάμει όλοι σας.
Πάρτε το επιτέλους απόφαση. Ο πατέρας σας δεν είναι κανενός υποχείριο, πόσο περισσότερο δικό σας ώστε να του κανονίζετε τα βήματα κατά το θέλημα σας.
Σπιτάκια σας, γυναικούλες σας, παιδάκια σας κι αφήστε με εμένα να κανονίσω τα του οίκου μου. Θα στο ξαναπώ τελευταία φορά. Αφού συμφωνεί η κυρα-Κούλα μόκο εσείς.
Χεσμένους έτσι κι αλλιώς σας έχω πατόκορφα. Ακούς; ».
Ο Βασίλης απόμεινε σκεπτικός να τον παρατηρεί, προσπαθώντας να μην τον ερεθίσει κι αντίς για καλό κάμει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.
Το ίδιο βράδυ όπως ήτανε και το φυσικό, το συζήτησε με τα αδέλφια του και κατέληξαν μετά από πολύωρη συζήτηση στην απόφαση, να τον αφήκουν λεύτερο να διαλέξει ατός του.
Καιγόντουσαν φυσικά, για την παχουλή του σύνταξη και τις οικονομίες μιας ζωής που τώρα πετώντας από τις δικές τους τσέπες, θα προσγειώνονταν στη ποδιά μιας ξένης, αλλά τι να έκαμαν;
Ο γέρος σαν παλιός χωροφύλακας ήταν άνθρωπος απελέκητος, αγύριστο κεφάλι και δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσει όχι στις νουθεσίες τους αλλά και γονατιστοί να τον παρακαλούσαν βδομάδες ολάκερες.
Έτσι ο Μπαρμπαγιώργος τρεις μήνους μετά, δεκατέσσερις του Οκτώβρη ημέρα Σάββατο, ντύθηκε γαμπρός και ανέβηκε τα σκαλιά της Ζωοδόχου Πηγής για να περιμένει τρία τέταρτα μέσα σε μια ασυνήθιστη για την εποχή ζέστα τη λεγάμενη, μια Ελληνοαμερικάνα μισότρελη που φορώντας πλατύγυρα καπέλα, είχε μπερδέψει τη Δάφνη με το Χιούστον του Τέξας.
Επρόκειτο για μιαν γυναίκα πλούσια μεν, μα από την άλλη φοβερά τσιγκούνα. Δεν πετούσε τίποτα.
Για όλα έλεγε έρχεται η ώρα να φανούν χρήσιμα. Έτσι κανα- δυό προγαμήλια γεύματα που έκανε στο σπίτι της στα παιδιά του Μπαρμπαγιώργου, τα έκαμε από περισσεύματα των καθημερινών της γευμάτων. Τραπέζωμα δηλαδή μ΄ένα καλαμαράκι, δύο μπουρεκάκια, τρεις ντομάτες γεμιστές και τέσσερις χούφτες μακαρόνια με κιμά που είχε καταψύξει μαγειρεμένον από κάτι σουτζουκάκια προ μηνός.
Έγινε το λοιπόν ο γάμος όπως- όπως και ακολούθησε δεξίωση σε μια ταβέρνα της γειτονιάς, δυο τετράγωνα μακριά από το σπίτι της νύφης.
Ο Μπάρμπα-Γιώργος φορώντας ακόμα το γαμπριάτικο κουστούμι, αριβάρισε για επιθεώρηση στο φτωχομάγαζο κατ΄εντολή της νέας του αφέντρας, να βεβαιωθεί με τα ίδια του τα μάτια, ότι όλα ήσαν καθώς πρέπει.
Έριξε το λοιπόν γύρω του μια εξονυχιστική ματιά δίχως να καταφέρει να επισημάνει κάτι τις το επιλήψιμο και κατόπιν με τον αγέρα που του έδινε αυτή η δεύτερη φορά γαμπρός, τράβηξε να αράξει στη θέση που προοριζόταν για αυτόν, στο πιο κεντρικό τραπέζι.
Ένα γκαρσόνι κατέφτασε ασθμαίνοντας και του πέταξε αγενέστατα:
«Άιντες παππού παραπέρα. Κάτσε κάπου αλλού. Η θέση αυτή είναι για τον γαμπρό. Ματάκια δεν έχεις; ».
Σε όλη τη διάρκεια του γαμήλιου δείπνου δεν μίλησε, δεν χόρεψε, δεν έφαγε, δεν ήπιε.
Την άλλη μέρα ξημερώματα ακόμη, σηκώθηκε από την πολυθρόνα όπου την έβγαλε όλη νύχτα και έβαλε ρότα κούτσα-κούτσα για το σπίτι του φίλου του, του δικηγόρου Περδίκη.
«Νίκο, βάλε μπρος διαζύγιο.» γκάριξε στον αγουροξυπνημένο συνήγορο τονίζοντας με έμφαση κάθε του λέξη, για να καταλήξει πικραμένα:
«Κι αυτή η ευλογημένη η κερά –Κούλα βρε αδερφέ, μεγάλη πουτάνα. Ο Θεός να με συγχωρέσει».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου