Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΑΤΖΑΜΗΣ

«Άσε Παλιόγιαννε σε μένα το κουμάντο», είπε ο πατέρας σαν ετέθη το ζήτημα της κηδείας. «Έχω δικό μου άνθρωπο, παλιό συνάδελφο στη Χωροφυλακή. Και τη δουλειά μας θα κάνουμε, και οικονομικά θα μας έρθει». 

Τώρα μιλούσε ο Αρβανίτης μέσα του, με την τσιγγουνιά να αναβλύζει από το στόμα, σχηματίζοντας πυκνόρευστους αφρούς στα τριών ημερών άσπρα του γένια.

Παλιός χωροφύλακας ο γέρος μου, συνταξιούχος πια,  δεν μπορούσε κανείς απ΄την οικογένεια εκτός από την μάνα, να τον κάμει ζάφτι. 

Και η μάνα εκείτετο νεκρή, σκεπασμένη μ΄ένα αμφιβόλου καθαριότητας σεντόνι, στο μείον ένα του «Ευαγγελισμού».

Έτσι τον άφησα να κάμει ότι του κατέβαζε η κούτρα.

Και αρριβάρισε η μέρα της κηδείας.

Και να ο γέρος μου συντροφιά με τον Μανώλη τον παλιό του συνάδελφο, να τα κουβεντιάζουν φιλικά, μπροστά στο νεκροθάλαμο καπνίζοντας ένα «Δήλος».

Πλησίασα…

«Να σου γνωρίσω τον Μανώλη, παλιό μου συνάδελφο»  μούγκρισε ο πατέρας.

Έκαμα τον έξυπνο.

«Παλιό σου συνάδελφο είπες πατέρα; Δηλαδή αν καταλαβαίνω καλά,  ή ο κύριος Μανώλης πριν γένει τελετάρχης υπήρξε χωροφύλακας,  ή έλόγου σου πριν γένεις χωροφύλακας υπήρξες τελετάρχης».

Έστρεψε τότε το ωχρό του μούτρο ο κυρ -Μανώλης  προς τον πατέρα  αντιλαμβανόμενος το δούλεμα και του πέταξε πικαρισμένος:

«Το ΄ξερα Απόστολε ότι είχες καταστεί πατήρ, αλλά δεν περίμενα  και τέτοια δα επιτυχία εκ μέρους σου;» για να με δείξει  με περιφρόνηση  πριν απομακρυνθεί έμπλεος ικανοποίησης από την εξυπνάδα που ΄χε μόλις  εκστομίσει.

Ο πατέρας ψύχραιμος και κομμάτι κεφάτος παρά την καταστροφή που τον είχε εύρει με τη μάνα, βάλθηκε να μου εξηγεί:

«Τον Μανώλη που λες, τον γνώρισα όταν υπηρετούσα Διοικητής στο σταθμό Χωροφυλακής που  βρισκόταν τότε, μπροστά απ΄το Ηρώον του Αγίου Δημητρίου. 

Χωροφυλακάκος τότε ο Μανωλάκης ήρθε από ένα χωριό  κοντά στο Ηράκλειο και τσιφ έπεσε πεσκέσι στα χέρια μου. Δεν έκαμε για σπουδαία πράγματα. Απ΄την αρχή το ΄νοιωσα κι  έτσι απεφάσισα να του δίνω δεύτερες αρμοδιότητες. Φρουρός στη πύλη φερειπείν, κανένα μπουγαδοκαυγά και πάει λέγοντας.

Τι τα θες όμως και τι τα γυρεύεις; Ο δόλιος από γκάφα σε γκάφα έπεφτε.

Μια φορά ένας σκύλος δάγκασε ένα παιδί κι αντίς να μου φέρει τον ιδιοκτήτη,  μου κουβάλησε τραβώντας  από το λουρί τον σκύλο για τα περαιτέρω.

Άλλη φορά πάλι, μου κοτσάρισε κατηγορούμενο ένα γύφτο που ΄χε ανέβει απάνω σε μια βερυκοκιά να κόψει λίγα άγγουρα για τα παιδάκια του. Σε μια σακκούλα μάλιστα, κρατούσε και τα πειστήρια του εγκλήματος και καμάρωνε  σα διάνος από πάνω για την φοβερή σύλληψη.

Την τελευταία φορά τα σκάτωσε ο μαύρος για τα καλά. Στη συνοικία «Τσουκάλι» στο Μπραχάμι, σ΄ένα χαμόσπιτο, απόθανε μια γριά δίχως συγγενήδες.

Άλλον εύκαιρο δεν είχα στο Σταθμό, αναγκάστηκα  έτσι να στείλω τον Μανώλη. 

Το και το τον ορμήνευσα:

«Κάτσε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος στο σπίτι, μην κλέψουν τίποτα, και το πρωί σαν σηκώσουνε τη γριά, μαντάλωσε καλά  την πόρτα και φέρε το κλειδί στο Σταθμό…»

Πράγματι, τράβηξε ο Μανώλης και την άραξε έξω από την ξύλινη θύρα της γριάς. Κάποια στιγμή  κατά το σούρουπο, κατέφτασε μια ψυχοκόρη της εκλιπούσης και βολεύτηκε δίπλα στο κιβούρι να την ξενυχτίσει. Κατά τις τρεις τα ξημερώματα, μπάφιασε φαίνεται η λεγάμενη και κόβοντας λάσπη γύρισε στο κονάκι της να τον πάρει κομμάτι ως την ώρα της κηδείας.

Έτσι ξέμεινε η γριά μονάχη κι απόξω ο Μανώλης  απίκο.

Μέσα όμως ο δείλαιος δεν κόταγε. Φοβόταν βλέπεις τους αποθαμένους πολύ.

Τι να κάνει όμως, κάποια στιγμή εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να έμπει να κόψει κίνηση.

Μισοκλείνοντας από φόβο τα μάτια,  διέκρινε στη μικρή  σάλα τη γριά εκ του μακρόθεν μέσα στο φέρετρο της, να φωτίζεται αμυδρά απ΄ένα κερί που ΄χε στερεώσει όπως-όπως η ψυχοκόρη της στο πάνω μέρος της κάσας. Ευτυχώς που το πρόσωπο της ήταν καλυμένο μ΄ένα άσπρο μαντήλι, κι έτσι δεν ανταριάστηκε όσο περίμενε ο ρεζίλης ο άντρας.

Αφου βεβαιώθηκε ότι όλα πάγαιναν ρολόι,  έσυρε μια ψάθινη καρέκλα,  βγήκε στον μικρό αυλόγυρο θέρος γαρ, και το ΄ριξε στον ύπνο του λαγού.

Ξύπνησε από τους μαύρος καπνούς που έβγαιναν από τη μπούκα της πόρτας.

Το ρημάδι μέσα φουντωμένο για τα καλά, έβραζε σαν ξυλόσομπα στο Νευροκόπι.

Κατάφερε με τα χίλια ζόρια να φτάσει ως την πρώτη κάμαρη.

Στο βάθος η γριά καιγόταν μέσα στο φέρετρο της,  έχοντας μεταδώσει τη φλόγα σ΄ένα  παρακείμενο γιούκο και στις γύρω νάυλον κουρτίνες.

Ίσα ίσα που γλύτωσε και ο ίδιος, προσπαθώντας να την σβήσει με μια μπατανία που βρέθηκε πρόχειρη.

Την άλλη μέρα αναγκάστηκα με βάρος ψυχής, να του κάμω αναφορά και μετά από ένα μήνα αργία, τον αποτάξανε κακήν- κακώς από το Σώμα.

Τον συμπόνεσα όμως τον καημένο πολύ  και έτσι πήρα πρωτοβουλία να παρακαλέσω τον υπεύθυνο του  γραφείου κηδειών που ΄χε αναλάβει τη γριά,  να τον πάρει προσωρινά στη δούλεψη του.

Του το  ξεφούρνισα με τρόπο.

Δέχτηκε με τα χίλια ζόρια. Και τι να ΄καμε εδώ που τα λέμε; Δεν είχε βλέπεις δα και το περιθώριο να μείνει χωρίς δουλειά, και για να μην στα πολυλογώ, μετά από λίγα τέρμινα ο Μανώλης όχι μόνο έγινε άτρομος σαν λέοντας με τους αποθαμένους, μα ανέλαβε και το γραφείο κηδειών, γενόμενος γενικός δερβέναγας».

Ο Μανώλης, που τόσην ώρα στεκόταν παράμερα, πλησιάσε με τη συνοδεία του (τέσσερις αχαμνούς νεκροπομπούς), να σηκώσει τη μάνα.

Ο γέρος άφησε την πολυλογία κι ακολούθησε την πένθιμη πομπή ως το εκκλησάκι των Ταξιαρχών.

Στο πλάι του κι εγώ με τα χειρότερα προαισθήματα.

«Ο ατζαμής παραμένει ατζαμής ό,τι εργασία κι αν επιτελεί», έβαλα με τον νου μου

Επαληθεύτηκα πλήρως, πριν ακόμα αλέκτωρ λαλήσει τρις.

Έτσι, ο Μανώλης μέσα σε μισή μόνον ωρίτσα που κράτησε η τελετή,  είχε γκρεμίσει από απροσεξία δυό εικόνες, μία  του Σωτήρα και μία του Αγίου Φανουρίου μεγάλη η χάρη Των, πήγε να τοποθετήσει τ΄ ανάποδα το καπάκι της κάσας στην αποθαμένη και τέλος για να συμπληρωθεί το σκηνικό, οδηγώντας την μικρή πομπή προς τον τάφο έκαμε λάθος, κι αντί για την οδό Ε΄ τράβηξε κατά την οδό  Γ΄, οδό  εκ των πραγμάτων αδιέξοδη, αναγκάζοντας έτσι τους  νεκροπομπούς να πισοπατούν επί δίλεπτο, μέχρι να καταφέρουν να βρούν επιτέλους το σωστό μονοπάτι προς τον τάφο.

Μετά το πέρας της κηδείας την ώρα του καφέ, ήρθε ο Μανώλης σερνάμενος- κουνάμενος για το πακέτο.

Μεταξύ σοβαρού και αστείου του πέταξε ο πατέρας μου:

«Ρε Μανώλη, ανάλλαχτος παρέμεινες… Σκέτη καταστροφή πάντα…Τι να σε κάμω τώρα ειπέ μου;» 

Για να του απαντήσει ο αλιτήριος με όλη την αναίδεια που διακρίνει το επαγγέλμα:

«Σάμπως τι δύνασαι να μου κάμεις  τώρα πια κυρ΄Αποστόλε; Το πολύ πολύ να με ξαναπάρεις χωροφύλακα…»  και τραβήχτηκε από κοντά μας σβέλτος σαν αίλουρος με μεγάλες δρασκελιές, μετρώντας το μπαγιόκο με τα χοντρά του δάχτυλα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου