Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ ΑΛΛΑ ΠΟΥ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ;

-Τι κωλοφαρδία, το σκατοφάνταρο, με γλωσσότρωγαν  οι συστρατιώτες μου σαν ήρθε η μετάταξη για Ρόδο.

-Στο Παράδεισο πας κουφαλίτσα… Το ξέρεις βρε χαμένε; Με τη θαλασσίτσα σου, τις Σουηδέζες σου, τον «Ήχο και Φως» σου, τις μάσες σου , τις ξάπλες σου , το πεταλουδικό σου και το κυριότερο, έξοδο χωρίς στολή.

Μπερεκέτια ρε σειρά, γαμώ το φελέκι μας μέσα. Εσύ ρε τυχεράκια στους «Τσαμπίκους»  καβάλλα στ΄άλογο  και μεις στη «Γκατζολία» κολλημένοι στα σκατόβουνα.

Με τέτοιες ευχές αρριβάρισα στο νησί των Ιπποτών μια βδομάδα αργότερα μεσούντος του Μαϊου, καλοκαίρι ήδη για εκείνα τα μέρη που  ο ραδιοφωνικός σταθμός Κύπρου, έπιανε καμπάνα δέκα στο δέκα του «Αμερικάνου».

Παρουσιάστηκα στη πρωϊνή αναφορά.

-Χωροφύλαξ Μπαλκαντζόπουλος Ελευθέριος, γραφεύς! Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω ότι μετετέθην από 506 Τάγμα Πεζικού είς υμετέραν μονάδα. Διατάξτε!

Ο συνταγματάρχης, ένας ξερακιανός αλητόγατος  με το αποκαλυπτικότατο του χαρακτήρος του ονοματεπώνυμο Αδαμάντιος Πουλημένος, με βλεφάριασε εξεταστικά ώρα πολύ και με τη στριγκιά φωνή του με αρώτησε.

-Ξέρεις παιδί μου, πως λέγεται ο τόπος που μετετάγεις;

-Μάλιστα κύριε Διοικητά, βιάστηκα ο δόλιος... 

Ρόδος!

-Άρα, συνέχισε θα γνωρίζεις επίσης καλώς,  ότι σε αυτή τη νήσο, διαθέτουμε εξαιρετικές θάλασσες και γυναίκες πανέμορφες να τις πιείς στο ποτήρι από όποια μεριά της υφηλείου επιθυμείς;

Αρχίσαν πίσω μου κάτι πνιχτά γελάκια.

Για να καταλήξει ο αχρείος μ΄ένα δυσοίωνο σπασμό δίκην χαμογέλου στα κακοσχηματισμένα του χείλη:

-Έφερες μαζί σου προφυλακτικά και μαγιό;

Το χάχανο άρχισε να παίρνει τώρα  κάποιες άξιες λόγου διαστάσεις.

Ψέματα δεν μπορούσα να πω. 

Άλλωστε τι πιο φυσικό, ένας φαντάρος που έχει μετατεθεί στη Ρόδο, να κουβαλά στο σάκκο του ένα κυτίο STOP και ένα μπανιερό;

Με θάρρος ατένισα τον γαλονά και τόλμησα.

-Μάλιστα κύριε Διοικητά. Εχω προνοήσει…

Και τότε ξέσπασε τροπαιοφόρος, προς μεγίστην ηδονήν  των παρακολουθούντων την αναφορά.

-Ακούτε στρατιώται και φρίξατε! Άλλος ένα ηλίθιος, άλλος ένας βλαξ εξ Αθηνών,, που νόμισε ότι ήρθε στη Ρόδο για να κάνει τις διακοπές του; 

Κουρέα; ξελαρυγγιάστηκε, με την ψιλή! 

Και αποτέλειωσε την αναφορά σαν κατσαρίδα μέσα στη σκόνη του προαυλίου, μέσα σε  γενική ιλαρότητα.


Όλοι κουρεμένοι γουλί βγαίναμε οι εξοδούχοι. 

Η αλήθεια είναι ότι όσον αφορά τη θάλασσα, ποσώς την στερήθηκα. Που μ΄έχανες που μ΄εύρισκες; Παραλία και άγιος ο Θεός. 

Τις γυναίκες όμως;

Ιδού η μαρτυρία μου…

Οι Ροδίτες καμάκια πρώτα, μοναχοφάηδες και ιδιαίτερα μοχθηροί με τους ξένους και αλλότριους, έχοντας διαδόσει στις τουριστριούλες ότι αυτοί οι εν χρω  κεκαρμένοι που κυκλοφορούν τα βράδια δυάδες και τριάδες είναι βαρυποινίτες εγκληματίες, δεν μας  άφηναν και πολλά περιθώρια για ερωτικές περιπέτειες με τις γοργόνες του Βορρά.

Αποτέλεσμα; 

Ένα χρόνο στη Ρόδο, μηδέν αρτύθηκα. 

Κι από τότες, σαν ακούω την εμετική εν τη επαναλήψει παροιμία: «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα», να την λένε άνθρωποι που προφανώς αγνοούν τα της νήσου, πικρές σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου, και κάτι χαμηλά ανάμεσα στα σκέλια μου δένεται αξεδιάλυτα κόμπος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου