Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

    Ο ΜΗΤΣΑΡΑΣ

Μεσάνυχτα Τρίτης προς Τετάρτη στα επείγοντα του Λαϊκού. Εφημερία γενική. Άνθρωποι σακατεμένοι, -συνοδεία οι περισσότεροι συγγενών- μάταια αγωνίζονται να εισέλθουν στο οπτικό πεδίο κάποιου γιατρού μπας και εύρουν κομματάκι ανακούφιση. Έξω από τις πόρτες των ιατρείων  λυσσαλέα δίνεται η  μάχη για το ποιος έχει σειρά προς την κολυμπήθρα του Σιλωάμ.

Ένας κακόμοιρος σεκιουριτάς ντυμένος στολή παρδαλή, φίσκα στα διακριτικά και τα κορδονέτα,  με ζέση και όραμα να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα του Συστήματος Υγείας, παλεύει απεγνωσμένα με νύχια και δόντια να βάλει κάποιου είδους τάξη στο πανταχόθεν επιτιθέμενο πλήθος.

« Να εισέλθουν στο Παθολογικό τα νούμερα κάτω από πενήντα » κραυγάζει προς τα ανθρώπινα ράκη.

«Έχει κανείς νουμεράκι κάτω από πενήντα;», ξαναρωτά ιδρωμένος, έτοιμος να κρεπάρει από την ένταση.

 Από την άλλη άκρη του διαδρόμου ένας άστεγος αξύριστος και βρωμιάρης, από τους συνήθεις υπόπτους που βρίσκουν καταφύγιο και στέγη σε μέρη σαν και τούτα, ξαπλωμένος πάνω σε φορείο με τον τρόπο των Αρχαίων συμποσιαστών, εμφανώς υπό την επήρεια βαριάς μέθης, του απαντά στεντορεία τη φωνή:

«Σαράντα-δύο».

Αυτό το σκηνικό επαναλαμβάνεται κάνα δύο φορές προς γενική ιλαρότητα.

Εκνευρισμένος από το δούλεμα ο σεκιουριτάς τον αρχίζει στον εξάψαλμο.

« Άκουσε να ιδείς, φίλε. Η υπομονή έχει και τα όρια της. Δεν μιλάω, δεν μιλάω αλλά μην εκλαμβάνεις την υπομονή μου σαν αδυναμία. Την επόμενη φορά που θα πεταχτείς, θα φωνάξω ευθύς τον Μητσάρα. Και γνωρίζεις πολύ καλά, τι εστί Μητσάρας;»

Ο άστεγος συνεχίζοντας να τον ειρωνεύεται του αντιγυρίζει τσαχπίνικα:

« Καράτε ξέρει ο Μητσάρας;»

 Ο σεκιουριτάς απαυδισμένος πάει να του σαλέψει…

« Ώστε έτσι. Το συνεχίζεις.. Το λοιπόν,  τον φωνάζω και έρχεται μέχρι που να πεις κύμινο…»,και κάμει πώς πάει προς την έξοδο φουριόζος.

« Φιλαράκο, φιλαράκο, εντάξει. Πλάκα έκανα, συγνώμη. Εσύ, ότι πεις. Από δω και πέρα θα είμαι τύπος και υπογραμμός. Στο υπόσχομαι, » τον εκλιπάρησε ο βρωμύλος και ευθύς κάθισε Παναγία Τριχερούσα.

Σούσουρο τότες απλώθηκε στο πονεμένο κοπάδι των ασθενών. 

Τί σόι πράγμα να είναι αυτός ο Μητσάρας και πούθε να κρατάει η σκούφια του;…

Αντιμετρήθηκαν το λοιπόν με το αόρατο και ευρέθησαν ελλιπείς σα μερίδα του Καρυωτάκη.

Ευθύς τότε όλοι σιώπησαν συνεσταλμένα. Κοπήκαν και τα βογγητά μαχαίρι.

Ένα φάντασμα τώρα  πλανιόταν χλεμπονιάρικο τριγύρω στους κακομπογιατισμένους διαδρόμους, γυρεύοντας τσαμπουκάδες και ευκαιρία να δαγκάσει λαιμούς και άρρωστα συκώτια. Είχε και  όνομα βαρύ σα Ιστορία.

Το φώναζαν Μητσάρα…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου