ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΡΑΚΙ
Ο λοχίας Μάρκου μαζί με καμιά δεκαπενταριά φαντάρους οδηγούσε το μπουλούκι των αιχμαλώτων προς το κέντρο Διοίκησης. Είχε το νου του όλο καταπάνω τους, μην κανένας πολίτης από τους πολλούς που συνωστίζονταν παρακολουθώντας τη θλιβερή τους πορεία, προσπαθήσει να τους κακοποιήσει. Αρκετοί νοικοκυραίοι τις τελευταίες εκείνες ημέρες, απαυδισμένοι από το κακό, είχανε για τα καλά αγριέψει γυρεύοντας ευκαιρία να ανταποδώσουνε τα ίσα.
Η σκληρή μάχη της Νάουσας είχε μόλις τελειώσει και πεντακόσιοι σκοτωμένοι από τη μεριά του Εθνικού Στρατού γύρευαν επειγόντως μοιρολόγι και μνήμα.
Τους αιχμαλώτους τους είχαν πιάσει σε μια παγάνα κοντά στο πυρπολημένο εργοστάσιο του Λαναρά. Mαχητές του Δημοκρατικού Στρατού οι πιότεροι, άντρες και γυναίκες ανάκατα, ανάμεσα τους πέντε έξη γαβριάδες στρατολογημένοι με τη βία μέσα από τη πόλη και κάτι πλιατσικολόγοι που τους είχαν τσιμπήσει επ΄ αυτοφώρω με κουβέρτες υπό μάλης, σουφρωμένες από τις αποθήκες του εργοστασίου.
Στο κέντρο Διοίκησης, χώρισαν τους άντρες από τις γυναίκες. Αυτές ιδιαιτέρως έγιναν αντικείμενο έντονου χλευασμού από τους στρατιώτες που σουλάτσερναν στο προαύλιο, όχι τόσο για τη βρώμα που τις έδερνε όσο για τον ερωτισμό που άθελα τους σα κοριτσόπουλα στον ανθό της ηλικίας τους, απέπνεαν.
Πώς αλλιώς δηλαδή να έβρισκε διέξοδο η πικρία που τους διακατείχε για το αξόδευτο σπέρμα που έκανε τα αρχίδια τους να πρήζονται; Το πόσους συναδέλφους είχε φάει κάθε μια από τις συντρόφισσες αυτές, ούτε που πέρναγε από το γαυριασμένο μυαλό τους.
Τις κατεύθυναν με σπρωξιές κι αγκωνιές στα λουτρά. Τους έδωκαν σαπούνι, πετσέτες καθαρές. Τις άφησαν λεύτερες να πλυθούν, να βγάλουν τη κασίδα από πάνω τους, να αναδυθεί ο άνθρωπος από τα αγριεμένα τους πρόσωπα. Μια ντάνα με καθαρά στρατιωτικά ρούχα υψώθηκε στα υγρά τσιμέντα και τους δόθηκε διαταγή να μη φορέσουν αντάρτικο τίποτα, ας ήταν και βρακί.
<<Ντυθείτε ταχιά>> ουρλιάξανε, <<βγείτε στο προαύλιο και μπείτε σε μια σειρά.>>
Άρχισαν μουδιασμένα εκείνες μία μία να ξεπροβάλλουν από τη χαμηλό πορτάκι και να παρατάσσονται μέσα στο βαρύ, Μακεδονίτικο κρύο.
Μαζεύτηκε γύρω τους η στρατιωτική μαρίδα και πάλευε να ξεχωρίσει μέσα από κάνα ξεκούμπωτο πουκάμισο, άσπρη σάρκα.
Ο λοχίας παρακολουθούσε τις γυναίκες να τιτιβίζουν ξεθαρρεμένες, με μάτι θολωμένο από πόθο. Μήνες τώρα, είχε να πάει με γυναίκα, από το καιρό της Σαλονίκης και βάλε αλλά τι έκαμε; Πόλεμος ήταν, σκληρός αδελφοκτόνος. Που πολυτέλειες για έρωτες και συνουσίες;
Ένας φαντάρος, Μάνθος με τ΄όνομα, μαύρος σα κατράμι, με αδελφό πρώην ταγματασφαλίτη, μπήκε στα λουτρά φουριόζος και όταν ξαναβγήκε ανέμιζε καρφωμένη σε βίτσα, μια όλο τρύπες, λερή κυλόττα.
Βάλθηκε τότε να στριφογυρνά γύρω από τις παρατεταγμένες γυναίκες και επιδεικνύοντας τους τη, κολλώντας τη σχεδόν στα ωχρά τους πρόσωπα, να κραυγάζει με κακία ανυπόφορη:
<< Πουτάνες, σιχαμένες. Ότι το βρακί σας τέτοια και η ψυχή σας.>>
Αυτές ανταριάστηκαν. Μία ομορφούλα άρχισε μάλιστα να μυξοκλαίει. Την πήρε χαμπάρι εκείνος και συνέχισε απευθυνόμενος τώρα σε αυτή:
<< Κλαίς μωρή καργιόλα, πηδημένη. Και που να δεις πώς θα κάμεις σαν σε περάσουμε όλοι, ό ένας πίσω από τον άλλο;>>
Η υπομονή του λοχία Μάρκου πήρε να εξαντλείται. Με γρήγορες αποφασιστικές κινήσεις, πλησίασε τον ωρυόμενο στρατιώτη, του άρπαξε τη βίτσα από το χέρι και αμίλητος ξεκίνησε να τον μαστιγώνει με δαύτη σε όλο του το κορμί. Κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν έκαμε προσπάθεια να επέμβει, να πει έστω κάτι υπέρ του. Κατά πάσα πιθανότητα το ευχαριστιόντουσαν, ότι είχαν φτάσει ως το μη παρέκει με τους τσαμπουκάδες και τα καρφώματα του Μάνθου τόσους μήνες τώρα.
Κάποια στιγμή η βίτσα έγινε δύο κομμάτια πάνω στη ράχη του. Ο λοχίας ιδρωμένος τον ξαπόστειλε με μια κλωτσιά στα πισινά. Εξαφανίστηκε ίδια δαρμένο σκυλί, απειλώντας θεούς και δαίμονες πως είχε γνωριμίες αυτός βαρβάτες και πως δεν θα άφηνε μια τέτοια πρόκληση αναπάντητη, ο κόσμος να χάλαγε.
Ο συνταγματάρχης Ιωάννου ένας ώριμος άνδρας με αδρά χαρακτηριστικά, ήρωας της Αλβανίας, παρακολουθούσε την όλη σκηνή από το ανοιχτό παράθυρο του Διοικητηρίου καπνίζοντας αρειμανίως. Δεν μπορούσε να πάρει μιαν οριστική απόφαση, αν και κατά πόσο το θέαμα όπου είχε μόλις παρακολουθήσει του είχε αρέσει ή όχι. Έκλεισε το παράθυρο και προσπάθησε μισογελώντας να ξεχάσει το γεγονός.
Το σχέδιο <<Πυρσός>> περιελάμβανε έξη μεραρχίες, ένα ελαφρύ σύνταγμα πεζικού, έξη τάγματα εθνοφρουρών, τέσσερα συντάγματα πεδινού πυροβολικού, τρείς μοίρες μέσου και τρείς ορεινού πυροβολικού, δύο συντάγματα αναγνωρίσεως μια ίλη αρμάτων καθώς και 87 αεροπλάνα. Σύνολο 60.000 άνδρες.
Προβλεπόταν επίσης με απόρρητη διαταγή, η προμήθεια πέντε χιλιάδων φέρετρων τα οποία στοιβαγμένα σε μια μυστική αποθήκη του Στρατού στην Αριδαία θα περίμεναν τους νεκρούς της Κυκλώπειας μάχης που θα δινόταν το καλοκαίρι του 49 στα βουνά του Γράμμου και του Βιτσίου.
Ένα από δαύτα, με σανίδες όλο ρόζους στο χρώμα της τέφρας, καταπλακωμένο από δεκάδες άλλα, είχε σαν μοναδική του αποστολή να κλείσει μέσα του τη σορό του λοχία Μάρκου που θα έπεφτε από τη πρώτη κι όλας φάση του σχεδίου, στο Βορειοανατολικό τμήμα του βουνού από φίλια πυρά καθώς θα διαδιδόταν αργότερα.
Μια νύχτα χλιαρή προς τα τέλη Απριλίου, εξήντα πάνω κάτω χρόνια αργότερα, ο ιερέας του χωριού Αρραβωνίτσα της Αχαΐας, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Στριφογύρναγε πάνω στο στρώμα, αφήνοντας κοφτούς αναστεναγμούς να εκτοξεύονται κατά ριπάς από το ξεραμένο του στόμα. Η παπαδιά στο πλάι του πήρε να τον γκρινιάζει:
<< Αίντε παπά μου, κάμε νισάφι να κοιμηθούμε κομμάτι. Τι βολοδέρνεις έτσι δα σα δαιμονισμένος;>>
<< Δεν ήθελα να σε ταράξω παπαδιά. Απλά δεν μου κολλάει ύπνος… >>, τη καθησύχασε αυτός και σφάλισε τα μάτια του υπάκουα, πασχίζοντας να μην τη ματαενοχλήσει, μήτε και με την ανάσα του ακόμη.
Η μορφή του γερο- Μάνθου, ενός καλοκάγαθου χριστιανού, με μόνιμο στασίδι στην εκκλησιά όπου ιερουργούσε, δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του, να τον αφήσει να ησυχάσει. Και πιότερο, εκείνα τα λόγια τα φρικτά που ξεστόμισε κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης, λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα:
<< Όπως στα ιστορώ δέσποτα μου. Για ένα τρύπιο βρακί. Σκότωσα άνθρωπο για ένα τρύπιο, αντάρτικο βρακί.>>
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου