Ο Γκαντέμης
Μια ακόμη αληθινή ιστορία του Γιάννη Παγώνη
«Ωχ! Ο Μητσοτάκης! Γρήγορα γυιέ μου, πιάσε τρεις φορές τα αχαμνά σου μην μας τύχει κανά κακό μ΄αυτόν τον γκαντέμη!»
Είναι ο γέρος μου ζωντανός ακόμα τότε, αρχές δεκαετίας του 90, καθισμένος πλάι μου στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Περιμένουμε ν΄αρχίσει η τακτική συναυλία της Παρασκευής με την Δημοτική Ορχήστρα Αθηνών ήδη στη σκηνή, κουρδισμένη ταμάμ, όταν άξαφνα σκάει μύτη, ο Μητσοτάκης.
«Έλα ρε πατέρα κι έχεις βγάλει και το εξατάξιο. Τι πράματα είν΄αυτά; Είναι δυνατόν πνευματικός άνθρωπος εσύ, να έχεις τέτοιου είδους προκαταλήψεις;» τον αποπήρα.
«Καλού- κακού εγώ τα έπιασα» μου φτύνει και ήρεμος πια χειροκροτεί τον μαέστρο Καλκάνη που ανεβαίνει στη σκηνή, με την κοιλάρα προτεταμένη σαν μπαλόνι έτοιμο να εκραγεί.
Δεν έχουν περάσει εικοσιτέσσερις ώρες και οδηγώ το Τογιότα, πηγαίνοντας να παραλάβω τη γυναίκα μου από το επιπλάδικο.
Άξαφνα ένα σκυλί, μάλλον κανίς, μια πατσαβούρα μαλλιαρή, ξεφεύγει από μια ανοιχτή αυλόπορτα, μπλέκει στις ρόδες του αυτοκινήτου μου και γίνεται αλοιφή για τα σπυράκια έτοιμη προς χρήσιν.
Φρενάρω ανάστατος να ιδώ τι στο διάολο έχει συμβεί, όταν ένας γοριλάνθρωπος καμιά εκατοστή κιλά, πέφτει απάνω μου με μένος Γερμανού Ες-Ες αρχίζοντας με στις γρήγορες.
«Πούστη! Δολοφόνε! Το σκυλάκι μου!» και να κλαίει σαν παιδί.
Ευτυχώς βρίσκεται ένας χριστιανός, ένας αστυνομικός με πολιτικά, που με μια λαβή ζίου ζίτσου, τον στρώνει καταγής πριν προλάβει να με κονιορτοποιήσει.
«Φύγε» μου κάνει, «θα καθαρίσω εγώ για σένα».
Το απόγευμα στο πατρικό, ο πατέρας έβαλε τον δείχτη του στη μελίγγι και με μάλωσε μαλακά.
«Στα ΄χα πει κύριε Έξυπνε, αλλά ποιός ακούει εμένα; Άλλη φορά, σαν γρικάς κοπέλι, το όνομα Μητσοτάκης, να πιάνεις τα γκογκόφια σου και όλα θα παγαίνουν ρολόγι. Γκέγκε Γιάννο μου;»
Αύγουστος του 96 και γυρνώ με την οικογένεια, πάντα με το Τογιότα, από το Κυπαρίσσι Λακωνίας στην Αθήνα, με ενδιάμεσες στάσεις για κατούρημα και αναψυχή.
Στην ευθεία πριν το χωριό Κρεμαστή, πετάγεται η γυναίκα μου και μου δείχνει μια μάντρα, όπου πάνω της είναι γραμμένο με γαλάζια μεγάλα γράμματα, το σύνθημα ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ, μισοσβυσμένο πια, ενθύμιο θλιβερό από κάποιες παλιότερες αναμετρήσεις.
«Ωχ! » μου κάνει… «Κακός οιωνός αυτός. Δεν φτάνουμε σπιτάκι μας!»
«Τι κουραφέξαλα είναι αυτά Κατερινάκι; Μην φοβάσαι… Όλα θα πάνε καλά! Δεν θέλω να ανησυχείς ποσώς!»
Μέχρι να σώσουμε να γυρίσουμε στο Μπραχάμι καλό βραδάκι, είχαμε φάει τέσερρις ώρες πάνω στα βουνά μην βρίσκοντας έξοδο για Σπάρτη, είχα σπάσει το αυτοκίνητο όλο από κάτω προφυλακτήρες και εξάτμιση, τολμώντας μια ανάβαση στο καταφύγιο του Ταυγέτου, και είχαμε γλυτώσει παρατρίχα το ωστικό κύμα μιας έκρηξης βυτιοφόρου, λίγο έξω από την Κόρινθο.
Από τότες, φόβος και τρόμος με καταλάμβανε σαν άκουγα και μόνο το όνομα Μητσοτάκης που το εξόρκιζα παντί τρόπω, με κυριότερο φυσικά αυτόν που μου είχε υποδείξει με όλη του τη πατρική στοργή ο γέρος μου.
29η Νοεμβρίου του 2009. Έχοντας περάσει ένα ηλιόλουστο τριήμερο με την κυρά μου στα Ζαγοροχώρια, επιστρέφουμε στην Αθήνα μες στην τρελή χαρά.
Σε κάποιον περιφερειακό σταθμό, τον μόνο που μπορώ να πιάσω εκεί απάνω, η φωνή ενός δημοσιογράφου μας πληροφορεί, για τα παραλειπόμενα της εκλογικής αναμέτρησης μεταξύ του Σαμαρά και της Ντόρας. Θέλοντας και μη, το καταραμένο όνομα ακούγεται κάμποσες φορές μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου, προκαλώντας μας ένα μικρό πανικό.
Έπιασα το λοιπόν τα παπάρια μου, έκαμα τα μαγικά μου, αλλά μάταιος κόπος. Αυτή τη φορά τα πράγματα άρχισαν εν τω άμα να αγριεύουν σε τέτοιο αφάνταστο βαθμό και με ταχύτητα Κεντέρη, που τα γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο σαν σε νυχτερινό εφιάλτη.
Πέφτει κατσιφάρα φοβερή, αρχίζει να βρέχει ο Θεός κι η γέεννα, κι εγώ από τη μεριά μου,συνηθισμένος στα ψιλόβροχα της Αθήνας έχω κλάσει κατά την κοινή έκφραση,μέντες.
Τα φώτα από το αντίθετο ρεύμα με ανταριάζουν με την εγγύτητα τους, Άγχος θανάτου και επικείμενης καταστροφής με κατακλύζει από παντού και τότες μέσα στη εκκωφαντική σιωπή που μας περιβάλλει,- γιατί εν τω μεταξύ έχω κλείσει το ραδιόφωνο-, αρχίζουν τα χείλη μου από μόνα τους, ασυναίσθητα, κάτι σαν προσευχή που κάμνει την κυρά μου να με παρακολουθεί ενεή, λες και βλέπει το φάσμα της μητρός του ποιητού Κάλβου στο κοιμητήριο των πρώτων Χριστιανών να ανατέλλει εν πλήρη αποσυνθέσει.
«Άγιε Γέροντα, λατρευτέ μου κύριε Μητσοτάκη, άμποτε ο κοσμάκης να ψηφίσει με χέρια και πόδια την κορούλα σου, την όμορφη Ντορούλα, να έβγει το χρυσό μου αρχηγός του κόμματος, και μετά να γένει και πρωθυπουργός, να την χαρείς κι εσύ σαν πατέρας που το περιμένεις πως και πως ολάκερη τη ζωή σου. Και γω, υπόσχομαι πως θα την ψηφίζω ανελλιπώς. Όχι μόνο εγώ, μα και η γυναίκα μου επίσης. Κι αν δεν θέλει, θα την αναγκάσω και ξύλο θα της ρίξω εν ανάγκη που λέει ο λόγος, φτάνει μόνο να μας βοηθήσεις να γυρίσουμε σώοι και αβλαβείς σπιτάκι μας, κι ότι θέλεις από μας. Βόηθα καλέ παππούλη, εμένα που σ΄αγαπάω τόσο και νερό πίνω στο όνομα σου καθημερινά. Άιντες να σε χαρώ…» για να καταλήξω θριαμβευτικά με μια κραυγή ουρανομήκη, στρέφοντας συγχρόνως το πρόσωπο μου προς την συμβία ίνα νεύση μαζί μου:
«Την ευχή του να ΄χουμε!».
Είχα βρεί ο καριόλης το κόλπο,
Ο ουρανός καθάρισε, η βροχή έκοψε και η Εθνική με τα δυό της ασφαλή ρεύματα φωτισμένα από κολόνες στο φουλ, παρουσιάστηκε μπρος μας, ως εκ θαύματος.
Σαν γύρισα σπίτι τράβηξα γραμμή στον γέρο.
«Τι κάκαλα και αηδίες ρε πατέρα… Το μυστικό είναι στο επιτήδειο γλύψιμο του γκαντέμη» του ρίξα πανηγυρικώς στ΄αυτιά, προκαλώντας του μιαν απίθανη έκφραση αηδίας, που θαρρώ δεν εγκατέλειψε από τότε μήτε για ένα λεπτό το γέρικο πρόσωπο, μέχρι και τον πρόσφατο θάνατο του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου