Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

   ΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Κατά τις εννιά το βραδάκι, βαρούσε το κουδούνι της εισόδου. Του άνοιξαν δίχως να ρωτήσουν ποιος ήταν. Ανέβηκε στο δεύτερο με το ασανσέρ. Ο διάδρομος μύριζε έντονα τηγανητό ψάρι. Του ήρθε αναγούλα και για να την αποφύγει προσπάθησε να αναπνέει με το στόμα. Δεν πάτησε το μπουτόν των φώτων μην τον δει κάνα αδιάκριτο μάτι και  προδοθεί. Σύρθηκε στα τυφλά, τοίχο τοίχο ψηλαφώντας τα ερέβη με τρύπια χέρια. Βρήκε τη μισάνοιχτη πόρτα και τρύπωσε στο διαμέρισμα σαν διαρρήκτης.   

Εκείνη τον παραμόνευε από ώρα τυλιγμένη σκοτάδι. Σχεδόν γυμνή. Αγκάλιασε τότε αυτός το πλαδαρό της σώμα και με έναν εκ βαθέων αναστεναγμό, βάλθηκε να την χαϊδεύει παντού, παθιασμένα. Στα βυζιά, στο μουνί, στον κώλο.


Τέσσερις ώρες πρωτύτερα, όλα επί τέλους είχαν βρει τον δρόμο τους. Η ένταση που για δύο μέρες δεν έπαψε στιγμή να τον κλωθογυρίζει σκοτίζοντας του νου και αισθήσεις, εκτονωμένη πια του επέτρεπε να δει τη κατάσταση ακριβώς όπως είχε διαμορφωθεί. Ότι κάποτε είχε ευχηθεί μυστικά, συνέβαινε, αποτελούσε ήδη στοιχείο δομικό της πραγματικότητας. 

Πόσο σοφά έδειχναν να διευθετούνται τα πράγματα; Τι μονοπάτια χάραζε η μοίρα για να του δώσει την ευκαιρία που τόσα χρόνια επιζητούσε;

  Η δύσκολη ώρα του αποχαιρετισμού έστεκε  μια ανάμνηση που σίγουρος ότι δεν θα τη κρατούσε για πολύ μέσα του, δεν τον απασχολούσε πλέον. Θα ξεχνούσε γρήγορα. Ήδη είχε αρχίσει να ξεχνάει.

Ο κόσμος στο καφενείο έχοντας ρουφήξει στα γρήγορα τον άνοστο καφέ βιαζόταν να γυρίσει στην ασφάλεια της καθημερινότητας, του βραδινού γεύματος, της παρακολούθησης των ειδήσεων των 8, του ύπνου των δικαίων και καλών ανθρώπων. Περνούσαν εμπρός του ένας-ένας, ψιθυρίζοντας λόγια παρηγορητικά, ψεύτικα τις περισσότερες φορές, για να εξαφανιστούν στη συνέχεια λες και κάποιος επιδέξιος μάγος το είχε βάλει σκοπό να μην αφήσει ρουθούνι στο μικρό καφενεδάκι απέναντι από το κοιμητήρι.

Έβγαλε από τη τσέπη του σακακιού του, ένα χάπι και κρύβοντας το στη χούφτα του, το κατάπιε στα γρήγορα μην και τον πάρουν χαμπάρι. Τράβηξε απνευστί απανωτές γουλιές νερό. Κόντεψε να πνιγεί. Το βράδυ ερχόταν πλησίστιο και έπρεπε να είναι σίγουρος. 

 

Τώρα την είχε στα χέρια του. Δική του. Δίχως τύψεις. Δίχως να χρειάζεται να απολογείται για τίποτα και σε κανένα. Γδύθηκε και ξάπλωσε πλάι της, στο κρεβάτι. Άρχισε να τη φιλάει παντού. Έβαλε το στόμα του κάτω από τη λευκή τριχοφυΐα του εφηβαίου της και με τη γλώσσα στάθηκε ώρα πολύ να  λείχει τη άνυδρη ρεματιά.   

Είχε μια στύση μαλακή. Το φάρμακο δεν τον είχε βοηθήσει και πολύ. Προσπάθησε να μπει μέσα της. Μάταιος κόπος. 

Γύρισε ανάσκελα και βάλθηκε να χαζεύει τους φάρους των αυτοκινήτων από τη λεωφόρο, να κυλούν τα φώτα τους στο ταβάνι.

<< Μην το σκέφτεσαι…>>, τον ενθάρρυνε εκείνη. << Ήταν  θανατερή η μέρα, σάπια. Μιλάει ακόμα μέσα σου και δεν σε αφήνει λεύτερο. Θαρρεί πως σε έχει  δικό της, αμποδεμένο. Μα κάνει λάθος φρικτό. Ο καιρός αλλάζει και ταχιά θα σε αφήσει να αναπνεύσεις με το δικό σου πλεμόνι. Θα ιδείς. Αυτό που σου λέγω θα γένει εντέλει. 

Έτσι και αλλιώς είχα βαρεθεί  να σε μοιράζομαι με εκείνη, μπούχτισα το λιγότερο. Μην στέκεσαι άβουλος. Μην αδρανείς. Κάμε και συ από τη μεριά σου μια προσπάθεια να της ξεφύγεις>>. 

Σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά και αφήνοντας την θεόγυμνη να τανύζεται γαυριασμένη στα σεντόνια, κολύμπησε ξανά στη βρώμα του διαδρόμου. 

Τον κατάπιαν οι δρόμοι. Πόδια βαριά, μέση σακατεμένη, αναπνοή που μύριζε ακόμα το φτηνό κονιάκ. 

Έφτασε σερνάμενος, με τα χίλια ζόρια σπίτι. Η κόρη του αλαφιασμένη τον περίμενε στο πλατύσκαλο του πρώτου.

<< Που βολόδερνες πατέρα; >>

Την αγνόησε και ανέβηκε αργά τις σκάλες στηριζόμενος στη σιδερένια κουπαστή ως το διαμέρισμα του απάνω όροφο. Το ψυχρό φώς της κουζίνας επέτεινε την απόγνωση. 

Εμπρός στη φωτογραφία της πάνω στο πάγκο, έκαιγε το  καντηλάκι, ξέπνοα, φοβισμένα.

Έπεσε στο κρεβάτι ντυμένος. Ούτε που κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος.

Σαν ξύπνησε ήταν ακόμα σκοτάδι. Μια γλυκιά αίσθηση ήταν απλωμένη γύρω από τα αιδοία του. Κατέβασε το χέρι εκεί και χαϊδευόταν  πάνω από το παντελόνι απαλά, έτσι καθώς φροντίζει κάποιος με βαμβάκι ποτισμένο οινόπνευμα, μια πληγή.

Το φαιοπράσινο μούτρο της συγχωρεμένης γυάλισε για μια στιγμή κάτω από το δυνατό μεσημεριάτικο φώς ενώ παράλληλα ακούστηκε μια φωνή να καλεί για τον τελευταίο ασπασμό. Ένοιωσε να ανακατεύεται μόνο και με τη σκέψη.

 << Απελθέτω απ΄ εμού το ποτήριο τούτο>>, κάτι γκρίνιαξε εντός του γυρεύοντας απεγνωσμένα διέξοδο. 

Περίμεναν να τον δουν να εκπληρώνει το ύστατο καθήκον προς την εκλιπούσα με αδημονία φανερή. Να κλείνει έπρεπε πια αυτό το κιβούρι, να ξοφληθεί ο λογαριασμός ο ανοιχτός. 

Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, πλησίασε απαυδισμένος και με αρκετή προσπάθεια, κατάφερε να φιλήσει το παγωμένο κούτελο. Τον τίναξε κάτι σα ρεύμα και απομακρύνθηκε βεβιασμένα.


Έχυσε, καλώντας το όνομα της: << Μαρία μου, αγάπη μου, Μαράκι μου…>>. 

Δεν σηκώθηκε να πλυθεί. Έμεινε πάνω στο έρημο συζυγικό κρεβάτι, ώσπου να αδράξει το μάτι του φώς εωθινό.

Ξημέρωνε επιτέλους η μέρα  της ελευθερίας  και πρώτη του φορά που δεν ήξερε τι να  κάμει με δαύτη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου