Η Πείνα
Η Πείνα του Κνουτ Χάμψουν υπήρξε ένα βιβλίο που στιγμάτισε ανεπανόρθωτα τη παιδική μου ηλικία. Κυριολεκτώ. Έκτοτε, φέρω ως διάσημα επί του στήθους μου τα φονικά του βέλη που δεν κατάφεραν βέβαια να με αφανίσουν ολοκληρωτικά μα έδωσαν στους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους που με κουράρισαν, υλικό άφθονο προς μελέτη.
Έστεκε ανέκαθεν σκονισμένο με το μαλακό του εξώφυλλο τσαλακωμένο άσχημα, σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης του πατέρα μαζί με άλλα φθηνοβιβλία της εποχής, Τσβάιχ, Τσέχωβ, Ντοστογιέφσκυ.
Το γιατί απέκτησα αδυναμία για το συγκεκριμένο αυτό το βιβλίο δεν γνωρίζω, ούτε πότε και πώς το πρωτοπήρα στα χέρια μου. Αυτό που ανακαλώ είναι η απίθανη εντύπωση που μου προκαλούσε κάθε νέα του ανάγνωση. Σε τι τενάγη δυστυχίας με πετούσε; Τι αλλόκοτα ένστικτα αυτοσυντήρησης αναδύονταν εντός μου και τα οποία ζητούσαν επειγόντως ικανοποίηση; Τι λίμα ήταν αυτή που μ΄έπιανε από την πρώτη κιόλας παράγραφο οδηγώντας με κατευθείαν στη ψωμιέρα και το ξύλινο ψυγείο του πάγου. Καταβρόχθιζα με βουλιμία ότι έβρισκα μπροστά μου. Ως κι ένα χαλασμένο αυγό που χε βράσει η μάνα μου με σκοπό να ταΐσει τη καρδερίνα κατανάλωσα κάποτε με αποτέλεσμα η πορδόλυσσα να με πάει κορδόνι ίσαμε την άλλη μέρα το μεσημέρι…
Ποτές μου δεν βαρέθηκα αυτό το βιβλίο. Αν και η μετάφραση από τότε κι όλας μου φαινόταν τρισάθλια εν τούτοις ο ψυχικός κόσμος του ήρωα προβαλλόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου με μιαν ενάργεια τόσο τρανταχτή που γινόμουν εγώ ο ήρωας, εγώ κι ο πεινασμένος. Η Υλαγιαλή με καταδίωκε σε κάθε μου βήμα. Είχε καταστεί επίσημη αγαπημένη. Σε κάθε κορίτσι που συμπαθούσα, αυτό το παράξενο και ποιητικό όνομα της προσέδιδα. Υλαγιαλή…
΄Ησαν και οι μνήμες της Κατοχής ακόμη νωπές. Παίζαμε κρυφτό στα καταφύγια. Άλλη δουλειά δεν κάναν οι δικοί μου παρά να αναθυμόνται τη πείνα του 41 και το πώς θαυματουργικώς επέζησαν από δαύτην. ΄Ετσι κι τολμούσες να εκστομίσεις, πώς δεν γουστάριζες το συγκεκριμένο φαί που σε σέρβιραν, άρχιζαν τον εξάψαλμο με τη πείνα και τα ρέστα φτάνοντας σε σε τέτοιο σημείο που να γλύφεις και το πιάτο από εκνευρισμό.
Μα ήταν γραφτό αυτό το εκνευριστικά επίμονο αίσθημα πείνας που μου προκαλούσε το συγκεκριμένο αυτό βιβλίο να υπερκεραστεί από ένα άλλο περιστατικό που μου συνέβηκε σαν ζούσα το πρώτο καλοκαίρι της εφηβείας μου.
Ιούλιος του 74. Ο μήνας είκοσι. Απόβαση των Τούρκων στη Κύπρο. Πόλεμος γενικός. Ανακοινωθέντα νικών από ράδιο και τηλεόραση κατά του προαιώνιου μας εχθρού. Παρά την εθνική ομοψυχία μια τρομάρα σέρνεται πάνω από τη πολιτεία σα φίδι κολοβό έτοιμο να δαγκώσει τη γάμπα του απρόσεχτου οδοιπόρου.
Με τη προτροπή της μητέρας πήραμε μπλε κόλλες και καλύψαμε τα παράθυρα. Ο πατέρας έφυγε να πάει να καταταχτεί οικιοθελώς προκαλώντας μας συναισθήματα επικείμενης απώλειας και τέλους εποχής. Ότι ξέραμε καλό ήταν να το ξεχάσουμε. Πάνε οι ειρηνικές εποχές. Από τουδε και στο εξής πόλεμος, θάνατος, βομβαρδισμοί.
Εγώ κι ο αδελφός μου είχαμε χεστεί κυριολεκτικά επάνω μας. Δεν ξέραμε πώς να αντιδράσουμε, πώς να πορευτούμε. Πράγματα πρωτόγνωρα ήταν αυτά για εμάς που αν και μεγάλα παιδιά πια μας κατατρόμαζαν μέχρι θανάτου.
Πήραμε τη μάνα μας αλλαμπρατσέτα και περπατήσαμε ως το σούπερ μάρκετ της εποχής στη πλατεία των Καλογήρων να ψωνίσουμε τα αναγκαία για τη κρίση, για το δύσκολο πρώτο καιρό μέχρι να ιδούμε τι θα καζαντίσουμε.
Πανικός. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να περιγράψει τους αλλόφρονες που ξεσήκωναν τα πάντα, ως και τις οδοντόπαστες. Ένα δυο πακέτα μακαρόνια καταφέραμε όλα κι όλα να αγοράσουμε και κινήσαμε για το φούρνο του ρέματος. Εκείνη τη στιγμή ξεφούρνιζε μια παρτίδα καρβέλι. Έκαμε η μάνα μου το σταυρό της και περιμένοντας στη σειρά κατάφερε να μαζέψει τρία κιλά.
Γυρίσαμε σπίτι με τη βεβαιότητα πώς είχαμε γλυτώσει τη μαύρη πείνα που μας απειλούσε. Τρία κιλά ψωμί με το μπαγιάτικο τέσσερα θα φτιάχναμε και παξιμάδι βγάζοντας την καθώς υπολογίζαμε καμιά δεκαριά μέρες τουλάχιστον. Ύστερα θα βλέπαμε τι θα κάναμε. Ο Θεός μεγάλος. Δεν θα κρατούσε δα κι ο πόλεμος χρόνια. Θα τον σταματούσαν οι Αμερικάνοι έλεγε η μάνα μου.
Ήρθε μεσημέρι. Φάγαμε με όρεξη τη φασολάδα τρώγοντας κανα κιλό ψωμί ταυτόχρονα σε παπάρα.
Ήρθε το απόγευμα μα δεν ήρθε μόνο του. Μαζί του έφερε και τη μεγάλη πείνα. Κάτι μέσα μας εμένα και του αδελφού μου ξύπνησε σαν αδηφάγο τέρας και ζητούσε στανικά γή και ύδωρ. Ούτε συννενοημένοι να μασταν. Πήγαμε στη κουζίνα αρπάξαμε από μια φρατζόλα, βάλαμε μέσα φέτα μπόλικη και ανεβαίνοντας στη ταράτσα να μην μας δεί η μάνα μας τις καταβροχθίσαμε στο πύξ και λάξ.
Η πείνα μέσα μας δεν έλεγε να κοπάσει. Αν και δειπνήσαμε με το περίσσευμα από τη φασολάδα πήραμε παραμάσχαλα στο κρεβάτι από μια φρατζόλα ακόμα. Ως το πρωί ροκανίζαμε σαν τα ποντίκια.
Την άλλη μέρα η μάνα μου πήγε να κόψει δυό φέτες ψωμί να μας απλώσει τη μερέντα.
Ανοίγοντας τη ψωμιέρα δεν βρήκε στάλα ψωμί.
<< Κάποιος μας έκλεψε το ψωμί >> ξεφώνισε και κόντεψε να λιγοθυμίσει. Με τα χίλια ζόρια την συνεφέραμε.
Σαν της εξηγήσαμε τι μας είχε συμβεί γέλασε μανιασμένα για ώρα πολύ.
<< Που να σας είχα στη κατοχή. Θα μου πεθαίνατε από τη πρώτη μέρα>>, είπε και ετοιμάστηκε για το φούρνο που ευτυχώς για μας λειτουργούσε καθώς κάθε μέρα. Το ίδιο και τα μπακάλικα. Τίποτα λοιπόν δεν ήταν τελειωτικό. Θα τη γλυτώναμε τη πείνα. Υπήρχε πάντα ελπίδα…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου