Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΟΡΔΕΣ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΠΥΡΓΩΝ

Η πεθερά ξεσπάθωσε ακριβώς τη στιγμή που παρακολουθούσα ενεός σε απευθείας μετάδοση από Νέα Υόρκη, να καταρρέει και ο δεύτερος Πύργος.

«Εδώ παιδάκι μου καταλιούνται τα σύμπαντα και συ μουλάρωσες να πέμψεις τον Τόλια στο δάσκαλο;»

«Δουλειά σου», της πέταξα σκαιότατα και λίγο αργότερα συνόδεψα τον κανακάρη φορτωμένο το τσέλο του στο Ωδείο, για το πρώτο μάθημα της σαιζόν.


Πρωτομαγιά της επόμενης χρονιάς, η γριά συχωρέθηκε την ώρα που ξεκοκάλιζε μια φτερούγα κοτόπουλο. 

Η κηδεία ορίστηκε Παρασκευή, ημέρα κατά την οποία ο Τόλιας έδινε συναυλία  με σύνολο εγχόρδων στον «Παρνασσό».

Στάθηκα εκ νέου αμείλικτος, τούτη τη φορά με τη κυρά. 

«Δουλειά σου», γρύλισα, «και μη φυτρώνεις άσπαρτη».

Το παιδί ζαλωμένο το όργανο όμοια χελωνάκι, πέρασε από το νεκροταφείο, για έναν βιαστικό αποχαιρετισμό στη γιαγιά του, για να εξακοντιστεί στη συνέχεια με το λεωφορείο της γραμμής προς την αίθουσα της πλατείας Καρύτση.

Η συμβία έκτοτε μου το κρατούσε μανιάτικο και με κάθε ευκαιρία βαρούσε στο ψαχνό.

«Άντρας να σου πετύχει; Ούτε την κηδεία της μάνας μου να σεβαστεί;».


Περάσανε τα χρόνια και ο Τόλιας φοιτητής πια στο Κονσερβατόριουμ της Ουτρέχτης, μου χτύπησε στο skype δύο η ώρα της νυχτός, την επαύριον της αποφράδας εκείνης που συνέβη το τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι με τους πολλούς νεκρούς.

«Έλα πατέρα. Μόλις επέστρεψα από Άμστερνταμ. Ήμουν στο Κοντσερτγκεμπάου. Ο  Γκωτιέ Καπυσόν υπέροχος. Φαντάσου, στη πατρίδα του να γίνεται το έλα να δεις κι αυτός να παίζει κοντσέρτο  Σούμαν μες στη τρελή χαρά».

Η γυναίκα σίμωσε αγουροξυπνημένη.

Σαν έκλεισα τον υπολογιστή, έτσι στο ξεκούδουνο, μου σφύριξε ένα  φιλί στο μάγουλο.

«Πως γίνεται» μ΄αρώτησε, «τέσσερις χορδές, να εξαφανίζουν έτσι απλά το Κακό από τον κόσμο;»

Χαμογέλασα δικαιωμένος.

Επήγαμε για ύπνο χέρι με χέρι, εντελώς σιγουρεμένοι, ότι σε  κάτι λιγότερο από πέντε ώρες, ο Φοίβος θα έσκαγε και πάλι μύτη στον Υμηττό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου