Ο Πατέρας μου και ο Θανάσης
Πουτάνα ζωή!
Ερχότανε τώρα την ύστατη ώρα, την ώρα του πιο πικρού απολογισμού, κεφάτη και υπερδραστήρια και προπάντων κωμική, να μιμηθεί την Τέχνη με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο, σαν εκδίκηση και σαν υπενθύμιση ότι τα πάντα είναι κύκλος, ένας κύκλος που περικλείει κάθε τι θετικό η αρνητικό φέρουν ως παρακαταθήκη ιερή οι φτωχές μας υπάρξεις και αποδίδοντας τα όμοια τοις ομοίοις δίχως τζιρινζάντζουλες και λεπτεπίλεπτες ενοχές, βρίσκει τη δικαίωση ακόμα και πρό του χαίνοντος τάφου..
Ο γέρος μου, φανατικός θαυμαστής του αυτοδημιούργητου κωμικού Θανάση Βέγγου, δεν έπαψε ποτέ να τον παρακολουθεί μανικά, πρώτα στους κινηματόγραφους των κοντινών συνοικιών όπου ξημεροβραδιαζόταν πότε μόνος πότε μαζί με την οικογένεια κι αργότερα όταν γέρασε και δεν μπορούσε μπλιό να μετακινείται, από τη ασπρόμαυρη Grudig που δέσποζε στο μικρό μας σαλονάκι.
Τις πάμπολλες ταινίες του θαυμαστού κωμικού μας, τις ήξερε σχεδόν απ΄έξω σκηνή τη σκηνή και πολλές φορές μετείχε στον διάλογο, προλαβαίνοντας η συμπληρώνοντας ατάκες, κάνοντας εμάς τα παιδιά του να ξεκαρδιζόμαστε όχι τόσο με τα αστεία, όσο με τα παιδιάστικα καμώματα του πατέρα μας που και ξεκούτης συνέχιζε κανονικά να χαίρεται τη κωμική πλευρά της ζωής με γάργαρο γέλιο κι ευφρόσυνη διάθεση.
Ειδικά δε ενθουσιαζόταν με μια σκηνή από μια ταινία του Θανάση, όπου αυτός κακοντυμένος φτωχοδιάβολος και σφόδρα ταλαίπωρος, βρίσκει αγώι ως κοράκι σε μια κηδεία. Εκεί το λοιπόν που κουβαλάει μαζί με τους αποδέλοιπους τον μακαρίτη στην τελευταία του κατοικία, για κακή του τύχη του φεύγει το δεξί παπούτσι και ω του θαύματος η κηδεία γυρίζει όπισθεν για μερικά βήματα ώστε ο Θανάσης να ξαναφορέσει με τέχνη το αφημένο παπούτσι συνεχίζοντας ακάθεκτος το θλιβερό του έργο.
Το τι γέλιο έπεφτε από τον πατέρα σ΄αυτή ακριβώς τη σκηνή, δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια. Λες και κάποιος πατώντας ένα κουμπί να έβαζε μπρος ένα λουνα-πάρκ γέλιου με αλογάκια, μαλλί της γριάς, και όλα τα σχετικά.
Ήρθε κάποτε η πικρή η ώρα που ο γέρος τα έφτυσε για τα καλά. Ενενήντα χρονώ και βάλε, μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό ακριβώς όπως και ο Βέγγος μόνο καμιά διετία νωρίτερα, πήγε κι ελόγου του να δρέψει αιωνιότητα με τη σέσουλα.
Την ημέρα της κηδείας, ο εργολάβος με πήρε αλαμπρατσέτα να μου μοστράρει τον τάφο στην Πέμπτη οδό του Νεκροταφείου, ενημερώνοντας με όσο πιο καλόβολα μπορούσε για τα διαδικαστικά.
Πριν καλά καλά το νοιώσω έφτασε και η ώρα της πομπής προς τον τάφο. Μπροστά οι παπάδες, πίσω το φέρετρο με τον γέρο μου μέσα, να τραμπαλίζεται επικίνδυνα στις πλάτες των βαστάζων και πιο πίσω εμείς με τη χαρμολύπη να μας ανακατώνει τα εντόσθια σαν τεράστιο μίξερ.
Κάτι η στεναχώρια, κάτι η μεσημβρινή Σεπτεμβριάτικη ρέμβη, ήταν ήδη πολύ αργά , σαν πήρα πρέφα ότι η πομπή συνέχιζε ακάθεκτη προς την Έκτη οδό προσπερνώντας τη διασταύρωση όπου έχασκε φρεσκοσκαμένος ο τάφος του γεννήτορα μου.
Έβαλα φωνή στα κοράκια να σταματήσουν ότι είχαν κάνει λάθος κι έπρεπε να γυρίσουν τα πίσω.
Από κάπου ξεφύτρωσε κι ο Εργολάβος μισομεθυσμένος από φτηνό κονιάκ, φωνάζοντας επιτιμητικά προς τους βαστάζους για την αβλεψία τους.
«Πίσω ζωντόβολα και σας έφαγα. Το φελέκι σας».
Έλα ντε όμως που ο διάδρομος του νεκροταφείου στενός τόσος που ίσα που χώραγε μια ζυγιά, εμπόδιζε τη αναστροφή του φερέτρου.
Τι να κάνουν το λοιπόν κι αυτοί οι ταλαίπωροι, άρχισαν σιγά σιγά να πισωπατούν ωσάν κάβουρες μέχρι τη διασταύρωση όπου στρίβοντας επιτέλους δεξιά, κατευθύνθηκαν λεύτεροι από εμπόδια σαν μαύρα γλαρόπουλα προς τον χάσκοντα τάφο.
Την ώρα που ξεκαπάκωναν τον γέρο κι άρχισε ο τραγόπαπας να τον λερώνει με λάδια και με χώματα, παρατηρώντας το πελιδνό του πρόσωπο, παρατήρησα με άκρα ευγνωμοσύνη, ένα αχνό χαμόγελο να έχει σχηματιστεί σαν ουράνιο τόξο στα κακοραμμένα του χείλη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου