Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

Μικροδιηγήματα 


Ανώφελη του πατέρα η εκταφή, αν κάτι δεν με είχε σπρώξει να την ανακαλέσω κατά την ώρα του έρωτα, αποφεύγοντας έτσι μια πρόωρη εκσπερμάτιση.


Ο μικρός Διάβολος είχε πολλά ποδάρια, τόσα ώστε να φέρει σε απόγνωση τον βετεράνο υπάλληλο με προβλήματα μέσης του Υποδηματοπωλείου Μούγερ.


Μου έλεγε ο καλός μου ο φίλος: «Η Μουσική μου δίνει εμένα και γαμώ. Κάθε Τετάρτη απόγευμα, που ξαποστέλνω τα κούτσικα στο Ωδείο».


«Παρακαλείσθε όπως αποφεύγετε το πέρδεσθαι κατά τη διάρκεια της συνουσίας. Ο παρών οίκος ανοχής, δεν διαθέτει εισέτι εξαερισμόν».


«Αιωνία η μνήμη» εκφώνησε ο ιερεύς και γέρνοντας προς τη μεριά των συγγενών, ρώτησε για πολλοστή φορά το όνομα του εκλιπόντος.


«Μυρίζει το στόμα σου χωματίλα», έσκουξε η κυρά σαν ξάπλωσα στο πλάι της το ίδιο εκείνο βράδυ μετά την κηδεία. Και γύρισε αηδιασμένη πλάτη.


Μεσάνυχτα Πρωτοχρονιάς από το μπαλκόνι του, έβλεπε τα καντήλια του απέναντι κοιμητηρίου, να τρεμοπαίζουν δυσοίωνα σαν σε μεταφυσικό δέντρο.


Ώστε λοιπόν τα είχα τινάξει… Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς το κομψό, μαύρο εξώπλατο και η φρεσκοβαμμένη κόμη της κυράς μου.


Περπάτησα ανάμεσα σε λιποθυμισμένους επιβάτες προς το θάλαμο διακυβέρνησης. Τι ευκαιρία αλήθεια, να παίξω λίγο κι εγώ με τα πηδάλια;


Τα μανιτάρια τα είχε μαζέψει ένα-ένα με προσοχή περισσή ο πατέρας. Τι μου΄ρθε  ξεψυχώντας και τον βλαστήμησα;


Παρατηρώντας τον πατέρα μου στο φέρετρο την ημέρα της κηδείας, κατάλαβα ότι ο πατέρας μου στη πραγματικότητα ήμουν εγώ.


Γύρεψα στις παλιές διαφημίσεις των εφημερίδων τους προφυλακτήρας «ΑΣΠΙΣ»..

Αυτοί πατέρας μου. Στην αστοχία τους χρωστούσα την ανάσα. 


Όντας βατεμένη η λεγάμενη, τι τύχη αλήθεια λίγο χαζούλης να ναι ο γαμπρός, επιπλέον δε αυτή να υποφέρει κι από αιμορροΐδες;


«Τι νόστιμο κρέας», είπε η μητέρα μου ένα μεσημέρι του ΄41 και κράτησε λίγα κόκαλα για τον αγαπημένο της σκύλο.


«Δώδεκα με οχτώ και χωρίς χάπι», δήλωνε ένα μεσημέρι η μητέρα. Το δείλι τη βρήκε στο μείον ένα του Ευαγγελισμού, σκεπασμένη σεντόνι λευκό.


Τρία χρόνια ρωτούσα τη συμβία γιατί μαύρα δίχως να λαβαίνω απόκριση.«Τα πολλά λιβάνια σε χάζεψαν κακομοίρη»,καταδέχτηκε τη μέρα της εκταφής. 


Δεν είχα να δώσω του Βαρκάρη. Γύρισα σπίτι. Η γυναίκα ψαχουλεύοντας το πορτοφόλι της μου γκρίνιαξε: «Ξεμυαλισμένε! Αυτό δα μου έλειπε ».


Άκουσα καθαρά τους νεκροπομπούς, την ώρα να βλαστημάνε και τη στιγμή. Και μου το λεγε η κυρά πως είχα βάλει κιλά τελευταία.


Πως νεκροπομπός;

Μπατσάκι με διατάξανε σε μπεκιάρα. Χέστης μήτε που σίμωσα. Κερί. Παρανάλωμα αυτή.

Απόταξη για αμέλεια.

Ψυχούλα ο Τελετάρχης.


Μου ΄δωκε τα παπούτσια στο χέρι ωρυόμενη:

«Άμε στο διάολο ζώον»

Δυο βδομάδες πριν η ίδια:

«Σα γάτος θέλω να με γαμάς και σα λιοντάρι».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου