Δὸν Κιχώτης γιὰ κλάματα
ΕΝΕ ὅτι, πεθαίνοντας, ὁλάκερη ἡ ζωὴ περνάει ἀστραπηδὸν ἀπὸ μπροστά σου.
Καὶ ψέματα δὲν εἶναι…
Πιάσαμε λιμάνι ἀπομεσήμερο καὶ μὲ τὴν Καίτη συνοδηγὸ τράβηξα βόρεια. Πρὶν τὸ Καλυβάρι, φάνηκαν οἱ γιγάντιες ἀνεμογεννήτριες νὰ στροφάρουν μέσα σὲ μελτέμι δυνατό.
Πάρκαρα στὸ πλάτωμα.
Ἀπὸ τὸ πορτμπαγκὰζ ξέθαψα καλάμι ψαρέματος, τὸ σῶμα μιᾶς κατσαρόλας ποὺ ἔσερνα ἀντάμα γιὰ οἰκονομία, καθὼς καὶ τὸ κοντάρι τῆς ὀμπρέλας θαλάσσης. Ἔτσι, στημένος θεατρικὰ καταντικρὺ στὰ σιδερένια θεριά, φωτογραφήθηκα ἀπὸ τὴ σύζυγο, ὡς Δὸν Κιχώτης ἐν ἐπιθέσει.
Φθινόπωρο, ἕνα φακελάκι ἔγινε αἰτία νὰ μὲ βάλουν σὲ ἀργία καί, σὰ νὰ μὴν ἔφτανε, ἡ λεγάμενη μαθαίνοντας γιὰ κάποια τσιλιμπουρδίσματα καὶ τραπεζικοὺς λογαριασμοὺς ποὺ διατηροῦσα ἐρήμην της μοῦ ἔδωκε πασαπόρτι.
Μέσα στὸ χαρτόκουτο ποὺ ξαπόστειλε, ἀνέσυρα κι ἐκείνη τὴ φωτογραφία τῆς Ἀνδρου, μὲ γραμμένη πίσω τὴ φράση: «Δὸν Κιχώτης γιὰ κλάματα».
Μέχρι τὴν εὐλογημένη ὥρα ποὺ θρόμβος μὲ σώριασε, τὴν κρατοῦσα τσακισμένη στὸ πορτοφόλι μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου