Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 Ο ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ

Δίχως να επιδεικνύει τη παραμικρή έκπληξη, ο ιατροδικαστής βάρδιας ενός επαρχιακού νοσοκομείου, διενεργώντας νεκροψία- νεκροτομή στη σωρό μιας νεαρής γυναίκας που είχε καταλήξει μία μέρα πρωτύτερα στο Παθολογικό τμήμα κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, παρατήρησε μακροσκοπικώς ίχνη προσφάτου βιασμού, κατά φύση και παρά φύση. 

Πάραυτα ειδοποίησε τον εισαγγελέα υπηρεσίας, ο οποίος και τον διέταξε να ολοκληρώσει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος  τη νεκροψία-νεκροτομή, ζητώντας του ταυτοχρόνως να  υποβάλλει το πόρισμα -ιδίαις χερσί-, όπως ανέφερε και το σχετικό διαβιβαστικό. 

Ο ιατροδικαστής πριν καταθέσει το  πόρισμα  απέστειλε στα εργαστήρια εκτός του δείγματος γεννητικού υλικού του άγνωστου δράστη,-τι παράδοξο αλήθεια;-και δείγμα δικού του υλικού με την ένδειξη: 

<< Προς ταυτοποίηση>>.


« Ο θάνατος θα φέρνει πάντοτε τα ακριβά του δώρα σε αυτούς που τον προσκυνούν δίχως δόλο κανένα. 

Με ένα μπουκέτο ανεμώνες εμφανίζεται. Από αγρό ξαφρισμένες που ξεθωριάζει κάτω από τους μαύρους ήλιους και χρώματα που παραπέμπουν σε ουράνιο τόξο, εκλύουν το πολύτιμο άρωμα τους αποκλειστικά και  μόνο για εκείνους που δεν δύνανται πια να οσμιστούν το  δέντρο το καμένο, της ύπαρξης. 

Οι οθόνες πιο λαμπρές καταντούν καθώς πέφτει το βράδυ. 

Τα αρχαία σεβάσματα, ερείπια στέκουν στις άκρες των δρόμων δείχνοντας τη πορεία προς το πουθενά. 

Σκοντάφτουν αλήθεια κι οι θεοί οι ίδιοι, σαν το επιτάσσει η χρεία των πραγμάτων… 

Άσε αγάπη μου τα τρεμάμενα χέρια μου, να συλλαβίσουν το κορμί σου το αγριεμένο. Ο κόσμος για μένα έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Κύλησε εμπρός από τα άνυδρα μάτια μου και έσβησε όμοια πυρακτωμένη μάζα, μέσα σε μια θάλασσα τέλειας αδιαφορίας. 

Μάρτυρες στέκουμε, παραστάτες σιωπηλοί, μιας λειτουργίας φρικτής και ανοίκειας που  μοναδικό της σκοπό έχει να εξαγνίσει τα ανείπωτα, να γυρίσει την ορμή του κόσμου πίσω στη μήτρα που την γεννοβόλησε κάποτε, απαλείφοντας τα σημάδια της σήψης και την ακαμψία του χλωρού σου σώματος. 

Χάνονται οι στιγμές, γκρεμίζονται σε βάθη ανήλιαγα, όπου τίποτα δεν υπάρχει εκεί για να χρησιμεύσει ως εφαλτήριο επανόδου, παρά μόνο η δικαία τάφρος και το σκάμμα των μονομάχων του Άδη. 

Μέσα στους κόλπους σου τους πολικούς φυλάκισε με. 

Αλυσόδεσε τα χέρια μου στο ανεκλάλητο των πόθων σου. 

Δοκίμασε με τα ερμητικά κλειστά σου χείλη, την άλμη των δακρύων μου που ρέουν για σένα και για το σκληρό πεπρωμένο σου. 

Τι σχέση αλήθεια μπορεί να έχει η λογική με τον έρωτα; 

Τις δύναται να περπατήσει τους βυθούς με ένδυμα περιπάτου; 

Εδώ κάτω στο πάτο της κόλασης, τα μονοπάτια μένουν από καιρό ναρκοθετημένα περιμένοντας τον τολμηρό βαδιστή τους. Γυρίζουν οι φρικτές μυλόπετρες της ανάγκης και αλέθουν τα σύμπαντα δίχως  έλεος κανένα. 

Όλα τα έχει ταριχεύσει θλίψη αβάσταχτη, όπου ξεκινά από τα έγκατα του νου και πασχίζει να υψωθεί ως τα έδρανα ενός ανύπαρκτου και νόθου Θεού, για να ουρήσει πάνω στα σημαδεμένα πόδια του με την αιδώ που χαρακτηρίζει παρθένες σκοτεινές σαν και ελόγου σου. 

Es ist vollbracht… 

Τα μηνύματα για άλλη μια φορά δόθηκαν με σημαντική καθυστέρηση και μάλλον προς λάθος κατευθύνσεις. Απαντήσεις δεν θα έρθουν. Ούτε και που τις περιμένω στα αλήθεια.

 Φώτα δυνατά με μαργώνουν αδυσώπητα, λαμπτήρες δυνατοί νεκροτομείου 

Έρχονται στιγμές που αναρωτιέμαι ποιος ο νεκρός, ποιος ο ζωντανός; Και καταλήγω πάντα στο ασφαλές συμπέρασμα ότι όλα είναι του χρόνου γεννήματα. Λίγο πριν και βλέπω τη στάχτη των άστρων να πέφτει σα χιόνι Δεκεμβριάτικο πάνω στην ύπαρξη, λίγο μετά και περπατώ ανυπόδητος στους λειμώνες με τους ασφοδέλους, γυμνός και τετραχηλισμένος ως πρέπει σε άνθρωπο. 

Αδειανό  μου πρόσωπο, μάτια δίχως φέγγος…

Της στέγνιας καρδιά και των ματαιωμένων ελπίδων…

Μου θύμωσες τάχα και στέκεις έτσι βουβή κι ασάλευτη;»


Καθισμένος στο εδώλιο του κατηγορουμένου, χλωμός ο ιατροδικαστής, άκουγε τον πατέρα του θύματος να καταθέτει ως μάρτυρας υπερασπίσεως.



«Πρέπει να βρω το κουράγιο να τον συγχωρήσω. Καταλαβαίνω καλά και συναίσθηση έχω, πώς αυτή μου η στάση ίσως προκαλέσει τη βδελυγμία των ανθρώπων αλλά σαν πατέρας μιας κόρης που δεν γνώρισε ποτέ της τον έρωτα παρά νεκρή, νοιώθω ευγνωμοσύνη για αυτόν που της τον πρόσφερε έστω και κάτω από αυτές τις δυσώδεις συνθήκες.  Από την πρώτη κι όλας στιγμή που έμαθα τα καθέκαστα, στέκω  στ΄αλήθεια διχασμένος. 

Αλλά να κάμψω χρειάζεται το γόνυ με κατανόηση προς το ανεκλάλητο και τα μυστήρια τα πρωτόγονα της αγάπης. 

Ιδού τι έχω καθήκον να πράξω. 

Στα σκοτεινά κίνητρα του δράστη, αντιλαμβάνομαι ότι ενυπάρχει μια δύναμη που δεν δύναται να είναι του κόσμου τούτου.

Και πάλι λέγω σαν δεν ήταν θείας προέλευσης ετούτη η αποκοτιά, πως οι ρίζες της πλάσης δεν ξεράθηκαν μονομιάς; Πώς το στερέωμα δεν κατεκρημνίσθη επί των κεφαλών μας ως χάρτινος πύργος;...»



Ο Πρόεδρος με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, απευθύνθηκε στον αστυνόμο που κατόπτευε τη δικαστική αίθουσα και τον διέταξε να απομακρύνει πάραυτα το μάρτυρα από την αίθουσα και να τον κρατήσει εκτός διαδικασίας μέχρι νεωτέρας.  

Γυρίζοντας κατόπιν λαύρος και φανερά αηδιασμένος προς τη Σύνθεση, ζήτησε να εκληφθεί η μαρτυρία ως μη γενόμενη λόγω ύπαρξης βασίμου πεποιθήσεως, ότι ο μάρτυς χρήζει ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης πριν του επιτραπεί να επαναλάβει εκ νέου τη μαρτυρία και διέκοψε τη συνεδρίαση προκειμένου το Δικαστήριο να αποσυρθεί προς διάσκεψη. 

 

Από το μισάνοιχτο παράθυρο μαζί με το παγωμένο αγέρι, φάνηκε να εισέρχεται ταξιδεμένο από μίλια μακριά, ένα σμάρι από νότες κάποιου ξεκούρδιστου πιάνου που φαλτσάροντας τελετουργικά τη μελωδία ενός κομματιού του Φρανς Σούμπερτ, άφησε έναν απόηχο όλο σκοτεινή δύναμη να αιωρείται  για ώρα πολύ στα ταβάνια και στις αραχνιασμένες γωνιές της δικαστικής αίθουσας.

Ο ιατροδικαστής στήνοντας αυτί, σιγουρεύτηκε ότι επρόκειτο για τον «Θάνατος και η Κόρη», και τότε μόνο κατέβασε τα μάτια στο πάτωμα με  τέλεια απόγνωση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου