Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 ΡΙΖΑ  ΙΕΣΣΑΙ                                                                                                                                

Επιτέλους παίρνει να ξημερώνει. Τι νύχτα  και δαύτη Θεέ μου… Ατέλειωτη  και Βαλπούργεια, έτσι πρέπει να τονίζεται στο ου. Η στο ει τάχα; Δεν είμαι βέβαιος, καθόλου βέβαιος μάλιστα που στο καλό τονίζεται. Αν  κάτι να τη συγκρίνω, θα έλεγα πώς  νύχτα Γεθσημανής ήταν, νύχτα προδοσίας τρομαχτική, αποτρόπαιη, αβάσταχτη  και σαν ψέμα, όλα με άφησαν πια όλα και ζωή και μνήμες και τα πάντα. Με όλη τη σημασία της λέξεως νύχτα, θάνατος κάτω από τις ελιές, κήπος των Ελαιών το δωμάτιο, με θρόμβους αίματος επί του προσώπου μου, λερώθηκαν οι τοίχοι κόκκινο βαθύ, θα τους δουν κάποιοι μπορεί και να τρομάξουν, ίσως  κλάψουν με το θέαμα, τούτο  εστί το αίμα μου, ξεσπάει η μπαταριά, δεν βγάζω κιχ, τι  να πω ο δόλιος; Μόνο που στη περίπτωση μου, για μένα μιλώ, ο θάνατος αυτός ένας όρος μάλλον επιεικής, αστείος μπορώ να υποστηρίξω, αν και στη κατάσταση  που βρίσκομαι, πνευματική κυρίως, όροι απόλυτοι δεν τίθενται ουδόλως, δεν βρίσκομαι, δεν μου αρμόζει δηλαδή και καθόλου να βρίσκομαι, καν σε θέση δεν είμαι, να τους υποστηρίξω θεωρητικά όπως τους είναι πρέπον. 

Πρώτη  φορά που βλέπω τόσο αετίσια, φοράω γυαλιά άραγε; Θυμάμαι που τα έβγαλα πριν το συμβάν.  Που είναι τα χέρια μου; Το χωριό, χωριό έμεινε, δεν άλλαξε καθόλου με τα χρόνια, το βλέπω από τόσο ψηλά τώρα, δεν ξεχωρίζουν καλά οι λεπτομέρειες, ας είναι. Πουλί είμαι και το χαίρομαι,  πόσο παράξενο αλήθεια; Και παλιά σαν τα κουράγια είχα περισσότερα, θέληση μέσα μου δυνατή, απίστευτη και δεν λογάριαζα κόπο μήτε και ιδρώτες, τύχαινε να πάρω  ανηφοριές για να αντικρύσω το πατρικό μου από τις ραχούλες, θεόρατες ράχες, αθάνατες, έλατα, παντού.  Μούσκεμα  στον ιδρώτα. κομμένα γόνατα μα ποτές μου  δεν είχα καταφέρει παρά τα νιάτα μου ατίθασα, άγρια, ανυπέρβλητα σε όγκο, δεν μπόρεσα να φτάσω τόσο ψηλά, να το τηράξω από τέτοιο ύψος, όπως αυτή τη στιγμή που λες ότι βρίσκομαι μέσα σε αεροπλάνο, δεν έχω μπει ποτέ μου, δεν είχα την ευκαιρία, δεν μου δόθηκε. Μουδιασμένο, μυρμηγκιάζει, μουγκρίζει από  θάμβος το μυαλό, άναυδο στέκει στο μεταίχμιο, αναθυμάται ωστόσο με ενάργεια μεγάλη, χαρά θυμάται που ένοιωθα στο φυλλοκάρδι μου  σα κατάφερνα  να ξεχωρίζω  από μακριά, χιλιόμετρα πέρα παρά την απόσταση και το πούσι, κατσιφάρα άλλες φορές, καταχνιές φοβερές, τα κεραμίδια μελετούσα με τη  καμινάδα, πράσινη όλο γυαλάδα, ο πατέρας την έχτισε πέτρα-πέτρα, έπεσε και έσπασε δύο, όχι τρία πρέπει να ήταν πλευρά,  από τα χέρια του πατέρα χτίστηκε η καμινάδα, άξια ήταν τα χέρια του, να ξεφυσά  η καμινάδα τουλούπες το καπνό, χειμώνας βαρύς χωριάτικος, χιόνι να πέφτει, ειρηνικά κάπνιζε πίσω από το σύδενδρο που τύλιγε σα στεφάνι, στέφανος εξ ακανθών το φτωχοχώρι, σα αγκάθινο στεφάνι του Χριστού, Μεγάλη Πέμπτη στο μαύρο σταυρό απάνω ο Λυτρωτής και εγώ  πλάι του. Λέω αγκάθινο, γιατί από τότε, από τα μικράτα μου κιόλας, ζούσαν  οι γονείς μου, η μάνα μου όμορφη ήταν, καλή, λεβέντης ο γέρος, τίποτα δεν προμηνούσε το κακό που πλησίαζε, γοργά φτερά είχε και ερχόταν καταπάνω μου, ένοιωθα  κάτι το σαρκοβόρο να ελλοχεύει, τάχα το κτήνος να ήταν, μέσα  στην  καθησυχαστική, ήμερη  φύση, κρυμμένο παρά το ότι τίποτα δεν προμηνούσε κακό, κάτι που εντελώς ξαφνικά κάποτε θα άνοιγε στόμα διάπλατο, δόντια, μασέλες γερές, να δαγκώσει να καταπιεί δίχως έλεος, εμένα, την οικογένεια μου, το χωριό ολάκερο. Θύμα το κεφάλι έσκυψα. Αχ, αλλοίμονο. Δεν έπεσα καθόλου έξω, δεν πέφτω ποτέ έξω, πες το διαίσθηση, ναι διαίσθηση, έτσι πες το. 

Νοιώθω πνεύμα φιλικό τη παρουσία σου, την ανάσα σου στο σβέρκο, την φωταύγεια σου την απόκοσμη, πάνω μου, τη αρματωσιά σου την ερωτική, σπαθί σέρνεις; Δεν χρειάζονται φοβέρες και απειλές, τίθεμαι οικιοθελώς στη καλή η κακή διάθεση σου, δεν θα τα χαλάσουμε δα. Τι  στο καλό. Άγγελος Κυρίου τάχα; Οδηγός παραπλανημένων ψυχών, Βιργίλιος, κάτι άλλο; Τι με κόφτει;. Την αλήθεια μόνο να πω, τη γυρεύω μέσα μου και αυτή θα ομολογήσω, όσο ακριβό τίμημα κι αν πρέπει να πληρώσω, σε ποιόν δηλαδή δεν ξέρω, αλλά  όσο όσο πλερώνω, σκόντα δεν γυρεύω εγώ να μου γίνουν και από κανέναν. Όχι, δεν έχω καμία διάθεση, που να  βρω φίλε τέτοιες πολυτέλειες τέτοιες ώρες να σου αποκρύψω τίποτα, απεναντίας πρέπει για μένα τον ίδιο, για τη σωτηρία της ψυχής μου, να βρω τη δύναμη που θα βάλει  ανάκατες σκέψεις και εικόνες που την ώρα αυτή συνωστίζονται στο μυαλό μου, γυρεύουν   έξοδο ηρωική, σε μία τάξη να μπουν, ώστε αν είναι να βγάλεις κρίση, η κρίση να είναι όσο το δυνατόν κοντά στα γεγονότα. Άσε με λοιπόν να μιλώ δήθεν σε μένα τον ίδιο γιατί κατά βάθος δεν είμαι πεπεισμένος για την ύπαρξη σου και εσύ αν θέλεις, μόνο άκου με. 

Άγγελοι, αηδίες, ανοησίες παιδιών, γηραιών φληναφήματα, του νου αλυσίδες. Τέλος πάντων. Σε δέχομαι. Πιστεύω τυφλά. Κράτησε το λοιπόν ότι νομίζεις, πέταξε τα υπόλοιπα. Να σε ευχαριστήσω μάλλον δεν δύναμαι, δεν θα τα καταφέρω αλλά με κάποιο τρόπο γνωρίζω εκ των προτέρων πώς δεν θα με καταδικάσεις, γιατί άλλωστε, με ποιο δικαίωμα, τινί δικαιώματι καταδικάζεις εσύ, που δεν υπάρχεις; Ότι κι αν εκρεύσει από τούτο το στόμα δεν είναι τελείως για πέταμα, άσαρκο φυσικά είναι, καλοδεχούμενο όμως θαρρώ  για τα ώτα σου, τα δικά μου. 

Ένα σκουριασμένο, ναι έτσι το ανακαλώ, καφέ και σκουριασμένο σα παιχνίδι παιδικό τσίγκινο από αυτά που παίζαμε παλιά με χρώματα που έπαιρναν με τον καιρό κάτι το βρώμικο, λεωφορείο άθλιο με πήρε  για τη μεγάλη πόλη,  ένα αυτοκίνητο ιδιωτικό οδηγημένο από τα χέρια μου με έφερε στερνή φορά πίσω. Όχι ότι δεν επέστεφα στο μεσοδιάστημα, πάντοτε το έκανα , πότε  Πάσχα, πότε  διακοπές με τα παιδιά και τη γυναίκα, πότε να γιατροπορέψω τα γονικά μου.  Πάντοτε όμως καθώς λένε, αυτό που μετράει  στη ζήση κι έχει την κάποια αξία, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά και ιδιαίτερα η τελευταία, όταν τα πράγματα μοιάζουν να εξαντλούνται και να καταρρέουν στα σπλάχνα σου μέσα με θόρυβο μέγα, ψόφο βαρύ. 

Σαν έφυγα πρώτη  φορά από το χωριό που είδα το ηλίθιο, εμετικά ηλίθιο, άχρηστο φώς του Θεού, απομεσήμερο καλοκαιριού, καίει η λαμαρίνα, το κεφάλι βράζει, έστεκε η μάνα  κοντά στο ανοιχτό παράθυρο του λεωφορείου, σιμά στις τεράστιες ρόδες, μια σταλιά μάνα, σφούγγιζε τα δάκρυα  με ένα  μαντήλι, καρό μαντήλι καρό, έτσι ήταν. Ο πατέρας παράμερα, σοβαρός πολύ, πατεράδες παλιοί, σκληρά καρύδια, αγέλαστος, σκαιός, επίσημος, μόλις που σήκωσε το χέρι προς αποχαιρετισμό, το βαρύ όχημα  κατρακυλά προς τη μεγάλη πεδιάδα τρίζει δυσοίωνα, τρτρτρτρτρτ. Στρέφω το κεφάλι καταπτοημένος, φοβισμένος, κατουρημένος από τη τρομάρα που πρώτη φορά παίρνω το στρατί, τους δρόμους, παιδί ήμουν ακόμα αμούστακο μα έπρεπε να φύγω να ζήσω, να δουλέψω, αναπνοή, αυτό γύρευα μιαν ανάσα.  Από το μεγάλο πίσω παράθυρο, λερό, μυγοφτυσμένο, σκόνη πασπαλισμένο, είδα να χάνονται όλα σε μια στιγμή μονάχα, μια στιγμή που  θα διαιώνιζε του λοιπού, την μηδαμινή διάρκεια σε κάθε πράξη, σε κάθε λόγο, σε κάθε κίνηση. 

Η επιστροφή από τη άλλη, κάτι το τελείως διαφορετικό. Φυσικά και οι γονείς μου περιμένουν πάντα, με περίμεναν, αστεία που λέω, μα αυτή τη φορά όχι στη πλατεία όπως πρώτα, αλλά πεντακόσια μέτρα πιο πέρα, εκκλησούλα, καμπάνα δεμένη στο πλάτανο, οστά παντού σπαρμένα, χωράφι τετελειωμένων, σε μια αλάνα με σταυρούς παραχωμένοι, βαλμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, με τάξη μεγάλη, μα σαπισμένοι, με τα ποντίκια πάνω τους σουλάτσο, ούτε να το σκέφτομαι, ακόμα φέρουν σάβανα, το πιάτο σπασμένο μέσα στο στήθος της μάνας, στο ηβικό οστούν της  το φίδι το μαύρο χώνεται. 

Ξημερώνει σαν επιστρέφω, ξημέρωνε, δυνάμωνε η λάμπα του ήλιου σιγά, μύριζε το πετρέλαιο, βρωμούσε το σύμπαν από τη μπόχα.  Τα κοκόρια λαλούσαν, έρημο χωριό, μικρό με κακούς ανθρώπους, δεν νογάνε να προοδεύσουν, έτσι έφυγα κάποτε. Σκυλιά με γαύγιζαν. Είχε βλέπεις η μυρωδιά μου αλλάξει και δεν με γνώριζαν  για δικό τους. Έτσι γίνεται. Ίσως πάλι να τα τρομάζουν, τα σκυλιά σκιάζονται από κάτι τέτοια, οι φάροι του αυτοκινήτου φταίνε, αυτοί, καλό αυτοκίνητο, το έχω πάρει με δόσεις, το χρωστάω ακόμα, άιντε να με βρούνε να πάρουνε τα φράγκα, ποιος θα το ξοφλήσει πρέπει να σκεφτώ, ποιος; Σκίζω το βαθύ πέπλο της νύχτας, τα ερέβη, τα διαβολικά, οι φάροι φωτίζουν για μια στιγμή τα ερειπωμένα σπίτια,  μαργωμένα στο έπακρο, ψόφια από την Μαρτιάτικη υγρασία, κάνει κρύο ακόμα, για Μάρτη μήνα τέλη, κρύο.

Μιλώ για την επιστροφή, κάθε επιστροφή η  τελευταία, και την περιγράφω να συνέβηκε, ναι, εδώ και αιώνες κι ας έχουν μόνο κάτι λίγα λεπτά της ώρας  περάσει. Ο χρόνος δεν δείχνει να έχει αξία, σαν τη παύση είναι στη μουσική. Μόνο που και η παύση κατά τον ένα η τον άλλο τρόπο παραμένει, είναι σίγουρα μουσική. 

Μη χάνω τον ειρμό μου, προχωράνε τα πράγματα και εγώ να φανώ συνεπής πρέπει στη προσήνεια σου, πνεύμα φιλάνθρωπο, λαθεύω μήπως; Άσε με να σε φωνάζω φίλε. Καλυτερεύουν τα πράγματα σαν τα χαϊδεύεις. Μην τις εκλαμβάνεις στραβά τις κουβέντες μου ποτέ, ότι τάχα σε έχω ανάγκη, η για εκδούλεψη.  Τους τελευταίους πέντε μήνες ο κόσμος έχει πάρει κατηφόρα, τρέχω πίσω  παιδί   από το τσέρκι κατρακυλώ, και δεν τον φτάνω, δεν τον καταφέρνω, προσπαθώ, ξεφεύγει. Με ξεπερνά, με κογιονάρει άγρια μάλιστα. Είχα βλέπεις ακόμα και τώρα που υποτίθεται που έχω απαλλαγεί από  μικρότητες, ψυχή  μαύρη και άραχλη και τη γυναίκα μου στον Άγιο Σάββα με προχωρημένο καρκίνο, παντού σε όλο το σώμα, γενικευμένο. Πεθαίνει, δεν έχει πεθάνει ακόμα. Ούτε σαράντα χρονών καλά καλά. Τα παιδιά μας πεταμένα, απορημένα προσωπάκια, δεν θέλω να έχω παιδιά, τα κρύβω  στης αδελφής της, πεταμένα είναι στο σπίτι, την γυρεύουν, κλάματα, απεγνωσμένα. Το ίδιο και εγώ, δεν διαφέρω. Δεν τολμώ να πάω  να τη δω σε αυτή τη κατάσταση, άσχημη, με τη ρόμπα του νοσοκομείου, χάλια, έτοιμη για ψόφο, κι οι άνθρωποι ψοφάνε, πέφτουν κάτω σα ζώα, κι αυτοί ζώα. Κάπως αλλιώς την είχα γνωρίσει, κάπως διαφορετικά τη θυμάμαι. Την αγαπώ φαίνεται σα τρελός για να  αντέξω το άσαρκο  σώμα , το κεφάλι σχεδόν γυμνό από μαλλιά και τα μάτια, κάποτε βαθιά πράσινα, δυο πράσινα μάτια, το τραγούδι λέει, μου άρεσε, της το έλεγα, δυο κόχες σκοτεινές, ζητιανεύουν απελπισμένα  βοήθεια, χρόνο παλεύουν να βρουν, βοήθεια που καλά γνωρίζουμε κι οι δύο ότι δεν της προορίζεται, αλλοίμονο, ποιος να βοηθήσει που ο Θεός, που ο διάβολος; Χριστέ μου αυτά τα μάτια, τι σκοτεινιές κρύβουν, τι τενάγη, σκοτεινάγρες του βυθού, τι παράπονα, τι ανομολόγητα προαισθήματα; Τις τελευταίες μέρες, σταμάτησα δεν πήγαινα  δουλειά. Κλεισμένος σπίτι. Χαψωμένος αυτοθέλητα. Τον εαυτό μου ήθελα να τιμωρήσω που οι ορίζοντες είναι, ήταν τόσο διάπλατοι για μένα, όσο κλειδαμπαρωμένοι για εκείνη. Τι να έκανα; Είχα δα και άλλη επιλογή από το να  μυκτηρίζω την υγεία μου, ήμουν περδίκι, τη διάθεση για συνουσία την είχα ακέραιη, όρεξη  να φάω, να πιώ, να ονειρευτώ το μέλλον κι ας ήταν ένα μέλλον βουτηγμένο στην  απουσία της, λογοπαίγνιο, κενό δίχως αυτή. Ξαπλωμένος στα τσαλακωμένα σεντόνια, βρωμάει η αναπνοή, το σπίτι αποσυντίθεται, μέρες νηστικός είμαι, δεν μπορούσα να σύρω  τα πόδια μου, τώρα ίπταμαι. Το μόνο που  απομένει να χαζεύω άβουλος υγρασιασμένα ταβάνια, μαιάνδρους στο χορό τους με τραβάνε, ξεφλουδισμένα. Ήθελα το μυαλό μου άδειο από εικόνες, συγκεντρωμένο σε πράγματα μηδαμινά δίχως αξία, επουσιώδη, να μην πονώ, να μη με βελονιάζει το κακό που με κυκλώνει από παντού, κουλουριάζεται σαν αρχαίος όφις, σηκώνει κεφάλι.

Τηλεφωνεί ο προϊστάμενος, βράδυ αργά, απειλεί να με στείλει αδικαιολογήτως απόντα στη Διοίκηση. Δεν προσπαθεί καν να με ακούσει. Μιλάει κακά, πάθος αταίριαστο για τέτοια μηδαμινά πράγματα, όπως η Υπηρεσία, το καθήκον. Του το κλείνω το τηλέφωνο κατάμουτρα, δεν είχα δα και τίποτα, ένας μισθός είναι με αυτόν ζω τα παιδιά μου, τη γυναίκα, τι να χάσω, χαμένα τα έχω… 

Έκανα τη καρδιά μου πέτρα και κινώ, πάω δυο μέρες αργότερα στο Αρχείο. Στέκομαι  έξω από το γραφείο του προϊσταμένου, με λυπόνται οι άλλοι, το ξέρω.. Άγρια γένια,  παλιόρουχα φορώ δεν αφήνουν πολλά περιθώρια να ανταπεξέλθω με αξιοπρέπεια στα επιτιμητικά βλέμματα που με σταυρώνουν, συνάδελφοι, άνδρες, γυναίκες, δικηγόροι. Παρόλα αυτά, κάποιοι τολμούν, ήμουν βρώμικος και κακοζωισμένος, με πλησιάζουν φιλικά, μιλούν. Ο Γιάννης, βάζει το χέρι γύρω από τους ώμους μου και ρωτάει πώς τα πηγαίνω. Του κατεβάζω, τι το θελα, το χέρι σχεδόν με βία, τον μισούσα. Δεν θέλω κανείς  να με ακουμπά, κανένας τους, ανάγκη δεν είχα. Αν έπρεπε να αποκοπώ, κάπως να κάμω αρχή. Και αυτός ένας καλός τρόπος να αποστασιοποιηθώ. Αφού εκείνη δεν έχει  το κουράγιο να σηκώσει το ασθενικό χέρι να με αγκαλιάσει, η επαφή, κάθε επαφή με ανθρώπους έχει  μαρτύριο καταντήσει για μένα, ανυπόφορο. Μπαίνω στο γυάλινο γραφείο του προϊσταμένου και μυρίζει κολόνια, φτηνή από αυτή των κουρείων, αφεντικά να σου πετύχουν, προϊστάμενοι κερατάδες, οίηση λέοντος, σιχαμένοι. Σηκώθηκε από τη καρέκλα, μου τείνει το χέρι, ακολουθώντας παράξενες τελετουργίες, άπλωσε το δεξί, ξεγελασμένος ότι θέλω να τον χαιρετίσω. Δίχως  κουβέντα, τον χτυπώ δυνατά στο πρόσωπο. Στρέφω το κορμί μου και βγαίνω αργά. Μένει να με χαζεύει ενεός, χάχας σωστός, δεν ξέρει ο αλητήριος πώς να αντιδράσει. Δεν κρατάει όμως αυτό για πολύ, χύνεται στη πόρτα και μου πετάει κοτρόνια μεγάλα σαν Πολύφημος με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του βρισιές λέει και βλαστήμιες που δεν με πληγώνουν, δεν με αγγίζουν καθόλου. Δεν αξίζεις καριόλη, έτσι με αποκαλεί καριόλη, ποιόν εμένα που έχω δώσει τα πάντα  να έχει να κοκορεύεται στους ανωτέρους του. Δεν δείχνει έλεος. Άφησες τόσο καιρό τη δουλειά πίσω, τα απόγραφα άφτιαχτα. Τι χρωστάω κάθε μέρα να απολογούμαι στους δικηγόρους, δεν μπορώ άλλο να σε καλύπτω. Όσο και να θέλω να  βοηθήσω, δεν με αφήνεις. Κάνεις λες και μόνο εσύ σε αυτή τη σκατοζωή αντιμετωπίζεις πρόβλημα. 

Λεπτό. Δεν στέκομαι λεπτό, τι να μου πει;. Τι να του απαντήσω. Κατά μία έννοια δίκιο έχει. Παίρνω  τους δρόμους. Το νοσοκομείο όπου έχω τη γυναίκα μου,  κοντά στην Υπηρεσία. Στέκομαι απέναντι, από μεριά του γηπέδου κάτω από το πλαστικό γείσο, για τη βροχή είναι, να μη βρέχονται οι θεατές και βγαίνει και λίγο προς τα έξω προφυλάγοντας τους περαστικούς, μόνο που σα βρέχει κατουράει στις έξω γωνίες νερό, κουβάδες, αλλοίμονο σαν τύχει να περνάς από κάτω, μούσκεμα σε κάνει ο καταρράκτης, μένω λοιπόν εκεί χαζεύοντας τα ανοιχτά  παράθυρα για ώρα. Το δεύτερο αριστερά είναι του θαλάμου της. Καμία κίνηση. Στα μπαλκονάκια κάτω από την επιγραφή ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ καπνίζουν, τι καπνίζουν να πεθάνουν θέλουν κι αυτοί πριν την ώρα τους. Περνούν κάτι συνάδελφοι τραβούν για το μετρό. Κάνουνε τους χαζούς, λες και δεν με γνωρίζουν, με αποφεύγουν, καλλίτερα έτσι. Στο διάολο.  Περνάει η ώρα. Η κυκλοφορία των τροχοφόρων  αραιώνει.  Μουχρώνει, ανάβουν φώτα.  Δεν έχει νόημα να την περιμένω να φανεί. Δεν έχει δύναμη να σηκωθεί, να ντυθεί, πώς θα περάσει το δρόμο; Κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι τα πράγματα  δύσκολα, έχουν πάρει για τα καλά, δρόμο στραβό. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά, κάθε ελπίς έχει μαραθεί, εκλείψει. Σκύβω το κεφάλι, κλαίω πικρά σαν το Πέτρο, εγώ γιατί να μετανιώσω, αν προδίδω κάτι μόνο τον εαυτό μου. Αγνοώ επιδειχτικά, βλέμματα, περίεργα βλέμματα των περαστικών που κοντοστέκονται απορημένοι από το θέαμα, γιατί στέκονται; Λίγα μπορώ να κάνω. Θεός δεν είμαι. Ακόμα και για άνθρωπος, καλά δεν τα πάω. Φανερό  το έλλειμμα, κάνει μπαμ.  Γυρίζω σπίτι, παίρνω από το γκαράζ το αυτοκίνητο. Νοιώθω την ανάγκη να φύγω, να απεμπολήσω τη πρώτη ζωή, να πάρω τα τρίστρατα έτσι δίχως προορισμό, αγέρας να γίνω, καπνός, μπουχός, Λούης.  Πρέπει οπωσδήποτε κάπου να επιστρέψω. Δεν έχει  τόσο  σημασία το που. Φτάνει να κάνω κάτι, να εξεγερθώ. Ένας μαγνήτης τεράστιος, αγκιστρωμένος κάπου στο μαύρο στερέωμα με τραβάει αθέλητα κατά τη μεριά της αφετηρίας, σε ένα δρόμο που καθώς αντιλαμβάνομαι, έξυπνος είμαι, καθαρά ελπίδα γυρισμού δεν υπόσχεται σε κανένα, πολύ περισσότερο σε εμένα, τον άτυχο άνθρωπο που δεν έχει πια απαντοχές, μόνο πίκρα στη ψυχή σκοτάδι και ερέβη γεμάτος ως τα μπούνια. Ασυναίσθητα βγαίνω Εθνική. Οδηγώ για ώρες, προσπερνώ νυχτωμένες νταλίκες, σταματώ για καφέ, τσιγάρο, μαγαζιά κακοφωτισμένα, μίζερα, υπάλληλοι που μόλις στέκονται στα πόδια τους  στο τέλος της βάρδιας προσβλέπουν οι άμοιροι και αυτοί και το ζεστό τους κρεβάτι. Ατέλειωτος ο δρόμος, χαοτικός. Στιγμές δεν ξέρω που να στρίψω, εδώ; Εκεί; Λησμόνησα ακόμα και  βασικούς κανόνες της οδήγησης. Φτάνω στο σημείο να μην γνωρίζω ποιο το γκάζι, ποιο το φρένο. Άλλος οδηγάει, όχι εγώ. Αγνοώ τον ύστατο προορισμό, την κατάληξη, αν και κάτι βαθιά μέσα μου, μιλάει, πάντα μιλούσε, τώρα δυνατά με ξεκουφαίνει, ανοιχτά κράζει για μια επιστροφή στη χοντρή ρίζα του Ιεσσαί, γερά θεμελιωμένη  στα χώματα της γενέθλιας γης. 

Δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να ανέλθω. Ένα τόσο δα άγγιγμα της σκανδάλης με το δείχτη και η άνοδος παιχνιδάκι, πανεύκολη σα γυναίκα του δρόμου. Φτάνει να είσαι διατεθειμένος να πληρώνεις το ακριβό τίμημα κάθε φορά αυτό το τίμημα και εγώ το έχω πληρώσει και με το παραπάνω. Μετρητοίς. Αφήνω πίσω καταματωμένη τη σάλα του πατρικού μου  και χύνομαι, διαπερνάω  τη στέγη προς τα τελευταία άστρα που λαμποκοπούν στο στερέωμα μάλλον αδιάφορα. Κανένας πόνος, καμία οιμωγή δεν ταράζει την μεγάλη γλύκα, μπλαστρωμένα συναισθήματα μόνο, αναπνέουν άξαφνα ανακουφισμένα από τη πρωτόγνωρη εμπειρία. Δεν στεναχωριέμαι για τη γυναίκα μου, μήτε για τα παιδιά μου. Θα βρουν, πάντα βρίσκουν όσοι απομένουν βηματισμό αργά η γρήγορα. Άλλωστε, τουλάχιστον με τη γυναίκα μου είναι ζήτημα χρόνου. Έρχεται, θα ξανανταμώσουμε. 

Φωτίζει πίσω από τα βουνά και εγώ είμαι  ένας χαρταετός, σαΐτα χάρτινη με ζύγια στραβά στριφογυρίζω, κουτρουβαλώ τα ουράνια πεδία, πασχίζω να βρω μάταια κάποιου είδους λεπτή ισορροπία, να σταθώ, να ατενίσω τα ανθρώπινα   κάτω από την πολύχρωμη ουρά μου. Κάμποση ώρα  που περιπλανιέμαι εδώ και εκεί, πλέω στον άνεμο. Δεν μπορώ να πω, συνήθισα  γρήγορα τη νέα κατάσταση. Δεν χορταίνω τα πράγματα, αν και ξέρω πώς  λίγο χρόνο ακόμη θα τα αντικρίζω με τέτοιο ξάστερο μάτι. Θα αλλάξουν τα δεδομένα, σίγουρο, μα εδώ που τα λέμε δεν έχω καμία άλλη επιλογή, κάτι καλλίτερο να κάμω, από το να απολαμβάνω όσο δύναμαι πλέρια, τούτη τη εξαίσια ηρεμία, ηρεμία του χωριού μου από ψηλά. Επιστρέφω, αυτή τη φορά για πάντα. Κλείνει ο κύκλος. Εκεί που συναντιέται η αρχή και το τέλος, σε αυτό το απειροελάχιστο σημείο του χώρου βρίσκομαι εγκλωβισμένος, τραυματίας που αναστενάζει, την στιγμή αυτή. Κι αν έχω για κάτι μετανιώσει, δεμένα τα χέρια μου έχω, δεμένα για πάντα. Μα ιδού! Ανοίγουν  επιτέλους οι τάφοι, συντίθενται τα σώματα αγαπημένων, γυρίζουν ξενιτεμένοι από ταξίδια μακρινά, το χωριό ξεκολλά από τα μαύρα χώματα, αποχαιρετά τη πλαγιά όπου έστεκε τόσους αιώνες πειθήνια και έρχεται προς υπάντηση μου στον αγέρα, το χωριό ανεβαίνει, βγάζει φύλλα, ανθίζει. Η ρίζα, η ρίζα Ιεσσαί σα πλοκάμι χταποδιού ξετυλίγεται έτοιμη να ενωθεί μαζί μου. Ευτυχία να πλησιάζει αισθάνομαι, φεύγουν τα σκότη, απομακρύνονται. Ξημερώνει πάλι, μα αυτή τη φορά εντός μου. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου