Έστιν Δίκης οφθαλμός
Το κρατούσα κρυφό με χίλια ζόρια ως τα μέσα Ιούνη. Δεν άντεξα όμως άλλο τη μυστικοπάθεια ο δόλιος και της τα ξέρασα όλα κανονικά.
« Αγαπούλα το και το. Σου έχω μιαν ευχάριστη έκπληξη. Νομίζεις ότι ξέχασα την επέτειο του γάμου μας; Εικοσιπέντε χρόνια είναι αυτά. Λησμονιόνται έτσι απλά; Το λοιπόν. Πάμε ταξιδάκι. Σαντορίνη μεριά. Δέκα ολόκερες μέρες. Τα χω κανονίσει όλα. Έχω βρει ένα σπιτάκι από το μπόυκινγκ κομ, σκέτο όνειρο, μούρλια. Πάνω στους γκρεμούς. Πιάτο η καλντέρα από κάτω και το πέλαγος μπροστά δύναμη μέσα στους αφρούς του».
Χάρηκε η καημενούλα πολύ. Δάκρυσε κι όλας λιγουλάκι και φιλώντας με τρυφερά στο μέτωπο καθώς το συνήθιζε τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας, αναστέναξε παθητικά:
« Νόμιζα πως είχες γαιδουροποιηθεί τελείως από τα τόσα και τόσα χρόνια μαζί μου. Έσφαλα άντρα μου και σου ζητάω συγνώμη η κακούργα».
Έτσι, ένα μήνα αργότερα, ένα ζεστό πρωινό Κυριακής Ιουλιάτικο, βάλαμε πλώρη για τη νήσο των ονείρων μας. Κατά κάποιον τρόπο πηγαίναμε να ανανεώσουμε τους όρκους του γάμου μας αλλά δίχως τις φανφάρες και τα καραγκιοζιλίκια των ξένων της ηλικίας μας, που μαζικά επισκέπτονται τη Θήρα για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Εγκατασταθήκαμε το λοιπόν στο λιλιπούτειο δωμάτιο με την τρομερή θέα και βαλθήκαμε να γνωρίσουμε το νησί. Όλη μέρα μπάνιο, το βραδάκι βολτίτσες στις ρούγες για να καταλήξουμε ζαλισμένοι από κρασί κι αγάπη, στη κρεβατάρα μας για τα περαιτέρω.
Θα ταν η τρίτη η η τέταρτη νύχτα και η διάθεση μου ήταν πολύ στα πάνω της.
Από τη μια φορά στο μήνα και που, είχα ανεβάσει τον πύχη στο μια φορά τη μέρα και χόρταση δεν είχα που λέει ο λόγος.
Κόντευα τα 55 με μια αρτηρία της καρδιάς ήδη βουλωμένη, αλλά ας πήγαινε και το παλιάμπελο. Το πολύ-πολύ να με τρέχανε με κάνα ελικόπτερο στην Αθήνα.
Θα ταν η τρίτη ή η τέταρτη βραδιά ξαναλέω και έχοντας αφήσει την κυρά μου να μισοκοιμάται γυμνή όπως τη γέννησε η συγχωρεμένη η μανούλα της στο κρεβάτι μετά την πράξη, βγήκα να πάρω λίγο αγέρα, στην μικρή αυλίτσα μέσα στα σκοτάδια, φορώντας μόνο το σώβρακο.
Άναψα τσιγαράκι το λοιπόν και στάθηκα να θαυμάζω τον πολυέλαιο της πολιτείας να κατεβαίνει ως τα ριζά του θεόρατου βράχου. Πέρα, πάνω από το ιριδίζον πέλαγος μια ολόγιομη σελήνη συντρόφευε την υπαρκτική μου ανατριχίλα, στέλνοντας μου αγωνιστικούς χαιρετισμούς.
Ξαφνικά, στ΄αριστερά μου άναψε ένα φως.
Το ζευγάρι της διπλανής οικίας, προφανώς ξένοι από το εν γένει ξανθωπό παρουσιαστικό τους, εισχώρησε χαχανηδόν στο κεντρικό δωμάτιο και μετά βαΐων και κλάδων άρχισε τις προετοιμασίες για κατάκλιση. Αυτός, ένας άντρακλας θεριό μονάχο καμιά τριανταριά χρονώ, γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι με την πρώτη. Αυτή, μια πιτσιρίκα καλοβαλμένη πολύ, μπήκε στο μπάνιο για να βγει λίγο αργότερα σωστή Σαλώμη, έχοντας πετάξει από πάνω της με πλήρη αδιαντροπιά και το έβδομο πέπλο.
Κουνάμενη λυγάμενη με τα κάλλη της όλα στη φόρα πήγε και ξάπλωσε δίπλα στον νταγλαρά. Ούτε που είπανε νε κλείσουν τα φώτα. Άρχισαν τις ερωτροπίες αμέσως. Τι φιλιά, τι δαγκώματα, τι συμπλέξεις;
«Εδώ έχει ζουμί» σκέφτηκα και χαϊδεύοντας την ξαναζωντανεμένη μου φύση, επέστρεψα στο δωμάτιο να πάρω μια παγωμένη μπύρα από την κατάψυξη. Την είχα βάλει τ΄απογευματάκι πριν ξεσηκωθούμε για σεργιάνι με την κυρά και λογικά τώρα θα ήταν μπούζι, ότι πρέπει να συνοδεύσει την αναπάντεχη ερωτική σκηνή.
Προσέχοντας μην ξυπνήσω την γυναικούλα μου, γλίστρησα πάλι όξω με τη μπύρα αυτή τη φορά ανά χείρας.
«Τσιγαράκι, μπυρίτσα και ερωτικόν θέαμα άνευ περικοπών», σκέφτηκα. «Τι συνδυασμός Κύριε ανυπέρβλητος! Δεν είμαι άξιος Ενώπιον Σου, τέτοιας δωρεάς»…
Και στάθηκα να ματιάζω τα λαγγεμένα κορμιά τα χυμένα απάνω στο στωματέξ του ερωτισμού, με μάτι κιάρο κι αθώο σαν του Χριστού το μάτι.
Ασυναίσθητα, απίθωσα τον αντίχειρα του δεξιού, απάνω στο δαχτυλίδι της κονσέρβας και άνοιξα τη μπύρα.
Και τότε ένας ποταμός παγωμένου αφρού, ξεχύθηκε απάνω στους οφθαλμούς μου, τυφλώνοντας με προσωρινά. Ο πόνος; Απλά, αφόρητος.
Έτρεχα σαν τρελός πέρα δώθε σαν μικρό παιδί θαρρώντας πως με τη φευγάλα θα γιατρευτώ.
Έκανα ώρα πολύ να συνέλθω και να ξαναδώ πάλι μπροστά μου τη Πλάση του Κυρίου.
Το απέναντι οίκημα ήταν πια σκοτεινό και εγώ έχοντας μείνει στα κρύα του λουτρού, με μάτια μαργωμένα από το κριθαρίσιο υγρό, δεν έλεγα να παρηγορηθώ για την ατυχία μου.
Χώθηκα πίσω στο δωμάτιο και έπεσα βαρύς και πολλά μελαγχολικός, στο πλάγι της γυναικός μου.
Καλά λένε πως ο γάμος κάνει τους ανθρώπους ένα σώμα, μια ψυχή.
Που το κατάλαβε ο τσάκαλος και ξύπνησε με μιάς; «Τι μου έπαθες;» γύρισε με αγωνία. Έμφροντις, έσκυψε πάνω μου και βάλθηκε να επιθεωρεί τα πυρπολημένα μου μάτια.
Αφού της ιστόρησα μέσες-άκρες το πάθημα μου χωρίς να προβώ φυσικά σε περιττές λεπτομέρειες, σηκώθηκε αναστενάζοντας βαριά και βάλθηκε να βράζει χαμομήλια για να κομπρεσσάρει εν συνεχεία τα μάτια μου με αγάπη και επιμέλεια μεγάλη.
Λίνο αργότερα, αισθανόμουν και πάλι τόσο καλά που λησμονώντας το καζίκι μου, άρχισα να την πασπατεύω παντού με ζέση περισσή.
«Έλα μανάρι μου να τελέψουμε αυτό που αρχίσαμε» βόγκηξα, για να εισπράξω από μεριά της, ένα τόνο απορίας μαζί με το αγκίστρι του.
«Τι να τελέψουμε;» γύρισε φιδοδαγκωμένη.
«Δεν τέλειωσες προηγουμένως;»
«Που να σου εξηγώ τώρα;» σκέφτηκα και βίασα την μούρη μου προς την οροσειρά του στέρνου της ανοίγοντας απτόητος δρόμο με τη γλώσσα, ως τις βαθύσκιωτες χαράδρες του κορμιού της.
Δέκα πέντε μέτρα πιο πέρα, μέσα σ΄ένα σκοτεινό δωμάτιο γιομάτο υγρασία και κουνούπια, ένα ζεύγος νεαρών Ευρωπαίων, κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου ανύποπτο για τον πόνο και την ηδονή που χε άθέλητα χαρίσει σε έναν γιαλαντζί απόγονο του πάλαι ποτέ θρασυτάτου μα γενναία ερωτύλου Αλκιβιάδη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου