Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

  Τα κρομμύδια των τσοπαναραίων

Έτσι τους ξεχωρίζαμε στη γειτονιά. Τσοπαναραίους. Απ΄τη Μυτιλήνη ήσαν βέβαια οι άνθρωποι, ζώα δεν είχαν μήτε για δείγμα και γιατί τους κράζαμε τσοπαναραίους  μέχρι τη σήμερον που έχω καταντήσει ένας άνθρωπος όλο μοιραίες γνώσεις, δεν ημπορώ να εννοήσω. 

Ζούσαν φτωχικά καθώς όλοι μας, σε μια αγροικία, μέσα στο τσιφλίκι του Ρετσίνα με τις ελιές. Τέσσερις νοματαίοι η οικογένεια με  τη μπάμπω πέντε.

Έναν κηπάκο κάτεχαν εμπρός από το ρημάδι τους με ζαρζαβατικά, που πάντα έβλεπες κάποιον από τους μεγάλους, σκυμμένο περίφροντι να τον φροντίζει, πότε ξεβοτανίζοντας  πότε ποτίζοντας, πότε σκαλίζοντας τον. 

Κι δώσε όλο τα δύο κορίτσια της φαμελιάς να οργώνουνε τα χωράφια ψαχουλεύοντας τα βάτα  για χελώνες.

Έτυχε μια βολά να είμαι μπροστά σαν η γριά Μυτιληνιά μαγέρεψε μιαν από δαύτες τις καυκαλούδες. Είχε ανάψει ξύλα μπόλικα στην αυλή και πάνω σε μια σιδερένια πυροστιά είχε τοποθετήσει άτσαλα έναν τέντζερη όπου ήδη κόχλαζε  νερό. Άδραξε τη χελώνα  και πλατς την έριξε μέσα στο καυτό νερό ζωντανή. Έμεινα με το στόμα μια σπιθαμή  ανοιχτό. 

Του πατέρα μου το βράδυ σαν του διηγήθηκα τα καθέκαστα, με πληροφόρησε ότι έτσι φεύγει το καύκαλο από τις χελώνες και μένει το καθαρό κρέας που νόστιμο πολύ γένεται κοκκινιστό.

<< Έφαγα εγώ στη Κατοχή χελώνες, που αν πιάσεις τη πλάτη μου, πιάνεις καύκαλο>> είπε και γέλασε σαρδόνια.

Από τη παιδική μας συντροφιά αυτός που δεν κατάφερε να συμπαθήσει όχι το ζευγάρι των επυλίδων  ή τη γριά αλλά ούτε και τα δύο κοριτσάκια που και χαριτωμένα ήσαν και επιρρεπή στα γλυκο κοιτάγματα και τις νυχτερινές προσεγγίσεις μας, ήταν ο Γιώργης ο Καλέντης.

Τσοπαναραίους τους ανέβαζε, τσοπαναραίους τους κατέβαζε και ευκαιρία γύρευε να πετροβολά τα κοριτσάκια με τη σφεντόνα. 

Αυτός ο Γιώργης είχε το παρατσούκλι <<Έτσι πάνε στην Αμερική>>. 

Παίζαμε κάποτε σε μιαν νεοαναγειρόμενη οικοδομή. Πιάσαμε τα λόγια. Κάποιος ρώτησε: << Πώς πάνε ρε μάγκες στην Αμερική; >>. Θέλαμε βλέπεις να γένουμε καουμπόηδες στο Τέξας και στο Νέο Μεξικό. 

Αυτός ο <<Μικρός Σερίφης>> τι μεγάλη αλήθεια ξεμυαλίστρα ήταν;

Δίναμε ιδέες.

Ο Γιάννης είπε ότι αρκεί να πάει κάποιος στη Ισπανία με τα πόδια κι από εκεί με μια βάρκα ίσα ολόισα βγαίνει Αμερική.

Ο Επιφάνιος σαν πιο τεμπελάκος πρότεινε: <<Παίρνουμε το αερόπλανο και προσγειωνόμαστε Αμερική>>.

Τότε γυρίζει ο Καλέντης και ουρλιάζει: <<Είστε νούμερα όλοι. Ρε βλακόμετρα, τι τσαμπουνάτε εκεί πέρα; Έτσι πάνε στην Αμερική; Εγώ θα σας δείξω πώς πάνε… και γυρνώντας με βία αριστερά, κραυγάζοντας ταυτοχρόνως << ΄Ετσι πάνε στην Αμερική>>, κουτουλάει σε μια κολόνα της οικοδομής. 

Τον πήραν τα αίματα. Έσπασε κι ένα δόντι. Τώρα το γιατί έκανε αυτή τη βίαιη κίνηση και τι εννοούσε, κανείς μας δεν μπόρεσε να δώσει μιαν καθαρή εξήγηση. Ούτε κι αυτός ό ίδιος. Πάντως το παρατσούκλι του μεινε από τότε. Ο  Γιώργης, ο <<Έτσι πάνε στην Αμερική>>.

Αυτό λοιπόν το καθαρματίδιο, σκάει μύτη μια μέρα στο ξερό γηπεδάκι που είχαμε ταιριάξει δίπλα στο σπιτάκι των τσοπαναραίων με μια τσίλικη μπάλα πλαστική υπό μάλης, από αυτές που είχαν πάνω τους τυπωμένο το λογότυπο του Ολυμπιακού η του Παναθηναικού, ένα πλαστικό τόπι της πλάκας δηλαδή που στα παιδικά μας μάτια έδειχνε δώρο εξ΄ουρανού και μας πληροφόρησε δεόντως:

<<Δώρο, από το νουνό μου>>. 

Και πετώντας τη μπάλα στη μέση του γηπέδου μας παρακίνησε να αρχίσουμε παιχνίδι.

Είχε φτάσει πια μεσημέρι μα εμείς απορροφημένοι από τον αγώνα μήτε που δίναμε σημασία στις αλλόφρονες μανάδες μας που είχαν έβγει στις ρούγες κραυγάζοντας τα ονόματα μας και πώς ήταν ώρα για μάσα.

Τελευταία κατεβασιά του αγώνα, ένα σουτ από τον Καλέντη και το τόπι διαγράφοντας ένα ημικύκλιο πήγε και έσκασε στο κέντρο του μικρού λαχανόκηπου των τσοπαναραίων. Προνοητικοί οι Μυτιληνιοί τον είχαν αγκαθωμένο μ΄ένα συρματόπλεγμα αρκετά ψηλό που απέτρεπε κάποιον από το να πηδήσει μέσα.

Βγήκε η μπάμπω ξεδοντιάρα με το μαύρο τσεμπέρι ριγμένο στους ώμους.

<< Αλητάκια. Πάνε τα κρομμυδάκα μου. Τι γιαγκίνι είναι αυτό που μ΄ανάψατε παλιοκερατάδες;>>

Σήκωσε το τόπι και χάθηκε στο καλύβι. 

Αμέσως μετά βγήκε κραδαίνοντας μια μαχαίρα σαν και κείνη που κοψε ο Μάλχος το αυτί του δούλου στη Γεθσημανή.

Ψυχανεμίστηκε ο Καλέντης το τι μέλλει να συμβεί, και έπεσε στα γόνατα με τον τρόπο που θα βλέπαμε αργότερα Βαλκάνιους να ζητιανεύουν στις πόλεις μας, αρχίζοντας το παρακαλετό.

<< Μη καλή μου γιαγιάκα. Εσείς που είστε τόσο καλή. Αφήστε τη μπαλίτσα μου να ζήσει. Δώρο είναι από το νουνό μου. Σας υπόσχομαι εγώ ο Γιώργης στο λόγο της τιμής μου, πώς δεν θα ξαναπαίξουμε ποτέ κοντά στο κήπο σας>>.

Ασυγκίνητη εκείνη κάμει μία  έτσι χρατς με τη μαχαίρα και σχίζει το τόπι στα δύο, πετώντας μας τα κομμάτια καταπρόσωπο.

Ήρθε κι άφρισε το παιδί.

<< Κουφάλα, κωλόγρια, γαμώ το σπιτικό σου. Θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που έκαμες>> και πριν κάποιος προλάβει να τον σταματήσει υπερίπταται του  συρματοπλέγματος και προσγειώνεται αρκετά άτσαλα ομολογώ εντός του λαχανόκηπου.

Τρέχοντας ανάμεσα στις βραγιές σαν τον άνεμο, σκυμμένος ελαφρά με μιαν ευλυγισία που θα ζήλευε μετά από κάποια χρόνια και η Κομανέντσι, ξεπάτωσε όλα τα κρεμμύδια τραβώντας τα από τους βλαστούς και πετώντας τα ένα γύρω. 

Η γριά μόνο που δεν λιγοθύμησε.

<< Λυκοφαωμένο, ανάθεμα το γονιό σου >> κατάφερε να αρθρώσει πριν καθίσει ξέπνοη στο κατώφλι περιμένοντας το γιό της που όπου νάναι θα αρίβαρε από τις οικοδομές να του κάμει τα παράπονα της. Η νύφη  με τα κορίτσια φάνηκαν στη πόρτα και κοιτούσαν χαμένα πότε τη γριά πότε την αλητοπαρέα που εν χορώ πια και εκτός ελέγχου ξελαρυγγιάζοταν

<<Τσοπαναραίοι, τσοπαναραίοι>>, παρελαύνοντας περήφανα γύρω από τον περιφραγμένο κηπάκο ώσπου ένα ένα παλλικαρόπουλο βραχνιασμένο σα κοκκόρι, έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι και το μεσημεριανό τραπέζι με τη βεβαιότητα πως μέχρι το βράδυ ένα μπερντάκι ξύλο το χε καραεξασφαλισμένο. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου