Το γυαλί
Από ολάκερη φαμελιά είχαμε καταντήσει τέσσερις ανθρώποι. Δυο δίδυμες γεροντοκόρες, εβδομηντάριες που ζούσαν στο ισόγειο μαζί με τον μικρότερο αδελφό τους μπεκιάρη και λόγου του δυνατό, κι εγώ στον πρώτο, ανήψι από τον γηραιότερο αδελφό τους που μας είχε αφήσει χρόνους δεκαετία και βάλε.
Κι είχε έρθει η ώρα του μικρού αδελφού. Δεν πρόλαβε ο δόλιος να κλείσει τα μάτια του στη Σωτηρία και νάσου ο τελετάρχης κουνάμενος λυγάμενος να μ΄ερωτά έξω από τον θάλαμο όπου είχε προ ολίγου αποβιώσει ο μπάρμπας μου.
«Του Παναγιώτη συγγενής είσαι;» και άρχισε να εκθειάζει το γραφείο του και τις πολύτιμες υπηρεσίες που θα μπορούσε εάν του δίναμε το ελεύθερο να μας προσφέρει αφειδώς.
Κόβοντας του τον βήχα απ΄την αρχή του τόνισα πως η κηδεία σε περίπτωση που την αναλάμβανε αυτός, θα έπρεπε να είναι λιτή γιατί τα οικονομικά μας ήταν περιορισμένα και δεν υπήρχαν λεφτά για σκόρπισμα.
«Τη πιο φτηνή κάσσα, λίγα λέλουδα, ένας ψάλτης και κανας καφές είναι ότι πρέπει» μουρμούρισα μες απ΄τα δόντια και κίνησα να φύγω για τις διατυπώσεις.
Εκείνη τη στιγμή σκάσανε μύτη οι θειάδες μέσα στο κλάμα και τον οδυρμό.
«Ποιος είναι ο κύριος;»ρώτησε η Ευθαλία.
«Ο κύριος που μάλλον θα αναλάβει τα σχετικά» της μούγκρισα και με το χέρι κύταξα να την απομακρύνω προς το διάδρομο.
Άρχισε τα σκουξήματα.
«Το καλύτερο θέλουμε για τον αδελφό μας. Ότι πιο αρχοντικό.
Δικά του είναι τα λεφτά, γι αυτόν θα τα ξοδέψουμε».
Η Τούλα συγκατάνεψε μυξοκλαίγοντας και τραβώντας τα βαμμένα κορακίστικα μαλλιά της πάνω στα μάτια της.
Μόλις άκουσε τέτοια ο κόρακας μου γύρισε κώλο.
Είχα χάσει το παιχνίδι. Τώρα αυτές κάνανε κουμάντο κι μάγκας θα τις ξεπαράδιαζε τα κάτι λίγα που χε αφήσει ο μπάρμπας μου για να χουν να πορεύονται.
Στο εκθετήριο του Τρίτου μαζευτήκαμε τρείς κι κούκος.
Ο μπάρμπας μέσα στην πολυτελή του κάσα σκεπασμένος μ΄ένα ολόσωμο κρύσταλλο έμοιαζε με κάτι άλιωτους Αγίους που προσκυνάμε δίχως δεύτερη σκέψη σε κάτι μοναστήρια της συμφοράς.
«Είδες;» μου μίλησε η Ευθαλία. «Έτοιμος να σου μιλήσει μοιάζει. Και τι άρχοντας. Έτσι που τον βλέπεις πίσω απ΄το γυαλί δεν είναι σαν να τον βλέπεις στην τηλεόραση; Σαν τον Χατζηνικολάου δεν είναι;» και δώστου αναφιλλιτό με τη σέσουλα.
Παπάδες τρείς του τέλεσαν την κηδεία, τρείς εμείς το ποίμνιο αποκάτω και κάποια στιγμή σηκώνοντας τον τέσσερις ευταλείς παπιονάτοι τον προώθησαν προς τα μνήματα.
Ο τελετάρχης πανταχού παρών, έδινε όρντινα με το τσουβάλι.
Κάποια στιγμή απόθεσαν το φέρετρο στο χώμα για την τελική πράξη του δράματος.
Τότε πλησίασε ο βοηθός και τραβώντας το συρταρωτό γυαλί κίνησε για την έξοδο του νεκροταφείου τοποθετώντας το επ΄ώμου.
«Που πάει αυτός με το γυαλί;» αγρίεψε η θειά μου η Ευθαλία.
«Δεν θάβουμε κυρά μου με το τζάμι. Αυτό είναι για το πρεστίζ του πράγματος. Αυτό έλειπε να βάζουμε τους πεθαμένους με γυαλί στο χώμα».
Η Τούλα άρχισε να στριγγλίζει ανεξέλεγκτα.
«Τι πράγματα είναι αυτά. Εμείς πληρώσαμε και με το παραπάνω και θέλουμε να τον θάψουμε με το γυαλί».
Ανένδοτος ο Τελετάρχης συνέχισε τη διαδικασία αγνοώντας τις δυο αδελφές που αφήνοντας το χώρο της ταφής πήραν στο κατόπι τον βοηθό που ήδη τοποθετούσε το κρύσταλλο σ΄ένα φορτηγάκι είκοσι μέτρα πιο πέρα στην ανοιχτωσιά.
«Φέρε πίσω το γυαλί ρε πριν τα κάνω όλα λαμπόγυαλο» ούρλιαζε η Ευθαλία αλλά μάταιος κόπος.
Ο βοηθός έβαλε μπρος το φορτηγό και περνώντας την τεθλιμένη πύλη έγινε μποχός στα γύρω στενά.
Και ήρθε η ώρα της πληρωμής.
Ένα εκατομύριο, εξιακόσες σαράντα επτά χιλιάδες το μαλλί και κάτι ψιλά.
«Δε σου δίνουμε δραχμή» χτυπιώντουσταν κι οι δυό. Ο Κόρακας καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του πίσω απ΄ένα ημιπολυτελές γραφείο τις ατένιζε απελπισμένος.
«Πλερώσαμε το γυαλί και μας κορόιδεψες.Δεν σου δίνουμε πενταράκι».
¨Να σας κάμω μια έκπτωση να τα βρούμε» αντέτεινε εκείνος βαρύς κι ασήκωτος.
«Δεν θέλουμε σκόντα εμείς», μούγκρισε η Τούλα.
«Εμείς θέλαμε το γυαλί για τον αδελφό μας και συ μας κορόιδεψες».
«Ωραία τότε» μίλησε ο πονηρός επαγγελματίας. «Να σας δώκω το γυαλί να το κάμετε ότι θέλετε»
«Να μας το δώσεις κύριε και δίχως άργητα μάλιστα» απάντησαν μ΄ένα στόμα κι οι δυό και από την επομένη πουρνό-πουρνό βρεθήκαμε ξαφνικά μ΄ένα παραλληλόγραμμο κρύσταλο ακουμπισμένο στο κλιμακοστάσιο.
«Ξέρω τι θα το κάνω το γυαλί» έφτυσε η Ευθαλία μετρώντας τα λόγια της σαν χάντρες. Θα σκεπάσω μ΄αυτό ένα τραπεζάκι.
«Μα δεν έχουμε τραπεζάκι σ΄αυτό το μέγεθος» έσκουξε η Τούλα
«Δεν πειράζει. Θα φτειάξω ένα στο κυρ-Μηνά στη γωνία στο επιπλάδικο».
«Μα θα είναι πολύ μακρύ και δυσανάλογο».
«Έ τότε να σκεπάσουμε τα κομοδίνα μας»
«Και το υπόλοιπο γυαλί τι θα το κάνουμε, δυο μέτρα μήκος και μισό πλάτος;»
Τις τηρούσα σα χαζός μην τολμώντας ν΄αρθρώσω κουβέντα.
«Το φυλάμε κι αν κάποτε μας σπάσει κανα τζάμι το κόβουμε»
«Τι λές μωρη χαζή. Αυτό είναι κρύσταλλο. Χοντρό. Κάνει για τζάμι;»
«Ρε ανεψιέ» μου γυρίζει η θειά Ευθαλία.»Δεν κάνει αυτό το κρύσταλλο για μπαμπρίζ άμα σπάσει καμμιά φορά του αυτοκινήτου σου;»
Όλα αυτά είναι πια παρελθόν που με κάνει και γελώ και μάλιστα πικρότατα.
Μετά από τέσσερα χρόνια με το γυαλί να συνεχίζει να σκονίζεται στο κλιμακοστάσιο είχα ένα ατύχημα και θανατηφόρο.
Πονηρές οι θειάδες μου πιάσανε τον ίδιο τελετάρχη και τον πιάσανε στο ψιλό λακριντί.
«Αν και δεν του αξίζει του μπαγάσα κηδεία πολυτελείας θα κάνουμε την κουτουράδα να τον πάμε με κάσσα γυαλάτη και δαύτον. Μόνο σε παρακαλώ χρησιμοποίησε το γυαλί που μας φόρτωσες τότε και πάρτο πίσω μετά την κηδεία γιατί δεν έχουμε χώρο στο σπίτι και τζάμπα σκονίζεται και μας χαλάει τη μόστρα. Και αναμένουμε από σένα και την σχετική έκπτωση.
Σύμφωνοι;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου