Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 ΤΟ ΣΗΜΕΙΟΝ

Παρότι ημιαναλφάβητος και κακογράφος σφόδρα, ως ιατρός- πνευμονολόγος στο << Σωτηρία >>, από φιλοτιμίαν κινούμενος περισσή προς το μακαριστόν πρόσωπο του γεννήτορος μου, εγώ, ο σύρων ταύτας τας γραμμάς, γνωστός και μη εξαιρετέος, Αλκίνοος Κουρκουτάς του Λαοκράτους, απεφάσισα τη σήμερον 24η Ιουνίου σωτηρίου έτους 2013, να εκθέσω εν λεπτομερεία πάση, τα θαυμαστά γεγονότα, άτινα έμελλον να μεταβάλλουν τον ρουν των ψυχικών μου ρευμάτων κατά τοιούτον ουσιώδην τρόπον, ώστε και  μεταφυσικήν οπτικήν των Πραγμάτων να αποκτήσω και να εγκαταστήσω δωρεάν εν τοις εγκάτοις μου, μηχανισμόν απεγκλωβισμού μόνιμον από την οικτράν δυσπραγίαν όπου  κατά κακή μου τύχη έχω περιπέσει με το Ελληνικόν αντάμα.

Επί το έργον λοιπόν.


ΑΠΟ ΔΙΟΣ ΑΡΞΑΣΘΑΙ

Καίτοι τρία εικοσιτετράωρα είχον παρέλθει από της ώρας που ο Πατήρ μου,-ο Θεός να τον ταγίζει γαλακτομπούρεκα και φυτούρας εκεί όπου ευρίσκεται-, ήρξατο βαθμηδόν να απεκδύεται των σαρκών, το σεπτόν του φάσμα επέμενε και μάλιστα μετ΄επιτάσεως  να μοι εμφανίζεται κατ΄ όναρ, πάλλευκον ιμάτιον ενδεδυμένον,  έμπροσθεν μίας σκηνογραφίας επιεικώς συγκεχυμένης, λέγον φωνή στεντορεία, πάνω-κάτω τοιαύτα:


-Τους πούστηδες. Ακόμα και εδώ βάλανε το γαμημένον τους χεράκι. Όλο το Έθνος πια υποφέρει από την Προτεσταντικήν των κακίαν.

 Έπιασα παραμάσχαλα περί την πρωία σήμερον, τον Επίτροπο επί των Συντηρήσεων, ένα Γερμαναρά ασπρουλιάρην, καχεκτικόν  και του άλλαξα τον Ανανίαν του κερατοφρίτση με τας αιτιάσεις μου.

Καλαφάτισμα, του είπα χρειάζεται  και ολίγη πίσσα. Άιντες και ένα πέρασμα με γυαλόχαρτο αι κώπαι… 

Τι στο Διάβολον; Ακόμη και τούτον το κονδύλι κατέπεσεν από τον Προϋπολογισμόν; Και τι κάνουμε τώρα ημείς ώδε, ένας σκασμός ψυχές ως εις την προκυμαίαν της Σμύρνης συνωστιζόμενες και μάλιστα  ντάλα καλοκαίρι που σκάει ο τέττιξ; 

Εις ποίον ύψος δυσθεώρητον, θα φτάσει επιτέλους η  απανθρωπία σας, ρε παλιοσκερβελέδες της Εσπερίας; 


Και γύρισα τότες φάτσα-φόρα στα πατριωτάκια, τα Ελληνάκια να πούμε που ξεροστάλιαζαν κάτω στην αποβάθρα ως μπακακοί απισχνασμένοι και τους πρότεινα ευθαρσώς:

-Μάγκες, ακούτε… Ο καθείς μας, όλο και κάτι ψιλά σέρνει στες χούφτες, από αυτά που μας βάλανε οι εδικοί μας άνθρωποι για διαπύλια. Δεν τσοντάρουμε το λοιπόν, ρεφενέ να πούμε  και να κινηθούμε με ίδιον μέσον;  

Επιδοκιμαστικές ιαχές, την παρθενία έτρωσαν των καταθλιπτικών αυτών πεδίων.  Η πρότασις μου έγινε αποδεκτή και μάλιστα μετ΄επαίνων. Ηδονής προσωπίδα, εκάλυψε παραχρήμα τα πελιδνά μούτρα των παρακειμένων, ως εις εν μεταφυσικόν μπαλ μασκέ.

Κι έτσι παραλιμνίως ώδε αραχτοί, ρίχνοντας που και που και κανένα ασμάτιον λαϊκόν, τη συνοδεία αφθόνου ρετσίνας-κεχριμπάρι, αναμένουμε πάνυ αγωνιωδώς, το αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας μας ταύτης. 


Υποβληθείς άχρι τρόμου, υπό τοιαύτης ζωηράς παρουσίας άμα και αυδής, του απήντησα σεβαστικώς ως εις Πατέραν αρμόζει, ότι γρυ δεν κατανοώ από τους λόγους του και ας κάμνει και ούτος από μεριά του μια μικρά προσπάθεια να καταστεί ολίγον πιο κιάρος.


-Τέκνον αγαπητόν, από οδόν οξυνοίας παρεκλίνον ευρέως... Τα πενήντα πάτησες ζαβαλάκο μου και εισέτι ως εν φασκιαίς βαβίζεις. Πως να σου δώσω να εννοήσεις, ποταπόν του  Λαβεράν πλασμώδιον,  ότι δεν δύναμαι  πλέον να ομιλώ σαφώς. Είχα την βεβαιότητα -σκατά στα μούτρα μου-, ότι απευθυνόμουν σε άνθρωπο τέλος πάντων που δύναται να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχερα. 

Κόπος μάταιος διαισθάνομαι, αλλά κομμάτια να γένει... Χάρις θα σου δοθεί άνωθεν. Σημείον θα σου αποστείλω φανερόν λίαν, της εξελισσομένης καταστάσεως και έστω ο Ζευς βοηθός σου. Πλέον άλλο δεν επιθυμώ  της ομιλίας σου,  υιέ μου φυρόμυαλε. 

Χαίρε το λοιπόν και να μου γράφεις…


 Την επομένην, της ροδοδακτύλου Ηούς εμφανισθείσης εν πλήρη δόξη επί των αδρών κορυφογραμμών του Υμηττού όρους, οδηγών μάλλον αμελώς το σαραβαλάκι μου προς το λιμάνι του Πειραιώς, φορτηγόν όχημα κλειστού τύπου, αμφιπλεύρως φέρον την δυσοίωνον επιγραφήν: ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΕΛΕΤΩΝ << Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΡΟΝΤΙΣ  >> με προσεπέρασεν ασταπηδόν εξ ευωνύμων, ποιώντας ελιγμόν τοσούτον κινδυνώδη, που ολίγο έλλειψε να με στείλει αδιάβαστον εκτός δρόμου. Εις την οροφήν δε αυτού προσδεδεμένη επί εσχάρας οκταποδίοις  καλώς, εσείετο παρά του αντιτιθεμένου ανέμου, ευμεγέθης βάρκα  εκ πολυεστέρος συγκειμένη, ικανή να διαπλεύσει και εκείνον τον Ατλαντικό. 

Ην δε το όνομα αυτής: << ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΡΙΑ >>.


Εν αντιθέσει προς τον Πέτρον, ο οποίος και έκλαυσε πικρώς άμα τω του αλέκτορος ακούσματι, ο διηγούμενος ταύτα, εις γέλωτα ελθών γαργαρώδην και ακατάσχετον, το  σημείον εννοήσας εν πληρότητι τελεία, ανηλώθη ασμένως εις το ακόλουθον καθησυχαστικόν  διανόημα.


Το φάσμα του δηκτικού γέροντος, το οποίο εν ζωή ηγωνίζετο μάλλον πλημμελώς, ίνα επιτελέσει το καθήκον του  ως Πατήρ μου,  τουλάχιστον δια τας αμέσως προσεχείς νύκτας, θα με απήλλασσε της   λυμφατικής του παρουσίας, δια να σκάσει ρίνα και πάλι, -εν καιρώ τω δέοντι και πάντα κατ΄ όναρ-, συχνότητι  και  ασφαλεία, που παρέχει ημίν, η  υγρά έκτασις, η φοβερά και τρομερά  της Αχερουσίας.

Την κεφαλήν δε ανορθώσας προς τα Ουράνια Δώματα, ένθα η λαϊκή φαντασία τας ψυχάς των κεκοιμημένων αυθαιρέτως τοποθετεί, ανέκραξα με φανερά πλέον ανακούφισιν:

-Καλό  σου ταξίδι Γέρο μου. 

Τα δέοντα εις τον κύριο Πλούτωνα.

  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου