Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Υπήρχε κάποτε στο Μπραχάμι, ένας παλιόφιλος, που ζούσε τη ζωή του μέσα από τις κωμωδίες του παλιού Ελληνικού κινηματογράφου. Γι αυτό και είχε ξεκινήσει να πλουτίζει τη συλλογή του από ταινίες, πότε με τις προσφορές των εφημερίδων, πότε με τις παλιατζούρες που ανακάλυπτε κατά τη διάρκεια των Κυριακάτικων εξορμήσεων του στο Γιουσουρούμ.
Κι έτσι που τον έχανες τον έρμο που τον εύρισκες, να τον μπροστά εκεί στην τηλεόραση να βάζει και να ξαναβάζει στο παλιό DVD, τις ίδιες εκείνες κωμωδίες, με μια τελετουργική επιμονή που θα μπορούσε να σπάσει τα νεύρα ακόμη και καλογήρου στο Άγιον Όρος.
Η γυναίκα του είχε απαυδήσει μ΄αυτό του το χούι, αλλά την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη και ελλείψει άλλης διασκέδασης, στηνόταν κι εκείνη σιμά του και παρακολουθούσε τις χιλιοπαιγμένες κόπιες μ΄ένα πλεχτό στα χέρια, σχεδόν μουγκή.
Το πράγμα όμως κάποια στιγμή πήρε να σοβαρεύει, όταν ο φίλος μας άρχισε να συμπεριφέρεται και να ομιλεί με τον τρόπο του Κωνσταντάρα, του Βέγγου, του Σταυρίδη και άλλων κωμικών.
Χαιρετούσε τον καθένα στον δρόμο «Καλέ μου άνθρωπε», ευχόταν εις υγείαν προσθέτοντας πάντα τη φράση που έλεγε στον «Μπακαλόγατο» ο Ρίζος, «όποιος πει κακό για μας να του βγεί το μάτι σα λουκουμάς, μόλις κάποιος του έλεγε ότι δεν αισθανόταν καλά τον ερωτούσε ειρωνικά, «μήπως πάσχεις από τυφλοποντικίαση;» κατά τον τρόπο του Αυλωνίτη, και όταν η κυρά-Καίτη η συμβία του, τον σερβίριζε ψητό καμιά σχόλη, την αποκαλούσε υποτιμιτικά «πατατοτσιγγούνα» από το «Κορόιδο Γαμπρέ».
Τις ίδιες γελοιότητες έπραττε και κατά τη διάρκεια των πενιχρών συνευρέσεων μαζί της, γκαρίζοντας της σα τολμούσε η δόλια να λάβει κάποιου είδους πρωτοβουλία, «τη χούφτωσες, την χούφτωσες;…Χούφτοστη, χούφτοστη!» που έλεγε ο Παπαγιαννόπουλος στο «Κάτι κουρασμένα παλληκάρια».
Τσίρκο κανονικό δηλαδή ο άνθρωπος.
Σαν κάποτε εξηντάρισε, είπα θα βάλει μυαλό. Αλλά που;
Διάβαζε φερ΄ειπείν στις κολόνες κανά κηδειόσημο; Φώναζε να τον ακούσουν οι περαστικοί σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου :
«Ετών 59… Παιδί!», από τον «Γεροκοντόρο» και γελούσε μοναχός σαν χάχας με το κατόρθωμα του.
Μα κάποτε ήρθε κάπως πρόωρα κι ετουνού η στερνή του ώρα.
Ξάπλαρε το λοιπόν στραβά στον καναπέ και ξεψύχαγε μιμούμενος τον Κωνσταντάρα σε μια του κωμωδία:
«Πεθαίνω, πεθαίνω…» και σύστρεφε μάτια και γλώσσα, τόσο θεατρινίστικα, που η κυρά-Καίτη θάρρεψε στην αρχή ότι την δούλευε πάλι ψιλό γαζί.
Είχε ομολογουμένως ο τάλας ένα γελοίο θάνατο καθώς και του άρμοζε.
Μέχρι τα σαράντα, η γυναίκα του είχε ξεφορτωθεί στον παλιατζή όλες τις ταινίες.
Και σαν ήρθε η ώρα του μνημοσύνου, τη στιγμή που συγγενείς και φίλοι την συλλυπούνταν στον καφενέ, της φάνηκε ότι άκουγε εν επαναλήψει τα λόγια του Αυλωνίτη από την «Ωραία των Αθηνών»:
«Θεόσχωρεστον! Θεόχωρεστον!»
Δεν άντεξε τότε…
Σηκώθηκε ορθή, γύρισε προς τη μεριά του κοιμητηρίου και του μακαρίτη ειδικότερα, και στεντορεία τη φωνή ανέκραξε στους παρισταμένους:
«Άιντες παιδιά, όλοι μαζί!»,
Και ξαπόστειλε πριν προλάβει να τη συγκρατήσει κάποιος κάτι ξεγυρισμένα φάσκελα, άλλο να τα διαβάζεις γραμμένα εδωνά και άλλο να τα βλέπεις, μιμούμενη τον «Μαυρογιαλούρο».
Μαζί της κι εγώ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου