Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

 Ο ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

                                    (Εορταστικό διήγημα εκτός εποχής)

Αν και βρισκόμαστε ακόμη στα τελειώματα του καλοκαιριού, αγωνιώντας να σπρώξω να φύγει όσο το δυνατόν ταχύτερα αυτό το σιχαμένο έτος του κορονοϊού, των διαμαχών με την Τουρκία και των φυσικών καταστροφών, κάθομαι κάτω να γράψω ένα μικροδιήγημα με  εύθυμο Χριστουγεννιάτικο θέμα, έτσι ώστε στέλνοντας στο γερο-διάβολο κάθε χαλεπή σκέψη που με ταλανίζει και με κάμνει να μην υποφέρω  Ανθρωπότητα, να φέρω όσο το δυνατόν εγγύτερα τη χρυσή περίοδο των καμμένων λαμπιονιών, της φάτνης των αλόγων και των κακοστημένων δέντρων.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ, είναι εκατό τοις εκατό αληθινή και έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο πειστικό τρόπο, ότι τα συμβάντα της πραγματικής ζωής τις περισσότερες φορές, αφήνουν πίσω χιλιόμετρα και την πιο επινοητική φαντασία.

«Την γαμάς την Ανδριώτισσα Παγωνάκο;»

Είναι η φωνή του σκουπιδιάρη, συντοπίτη της γυναίκας μου από το Κόρθι της Άνδρου, που περνώντας μπροστά από το σπίτι αξημέρωτα, γαντζωμένος στη σκουπιδιάρα του Δήμου, με κογιονάρει ασύστολα.

Ατσούμπαλος, ρυπαρός, άνθρωπος των τριόδων επιπλέον αποτυχημένος  πρώην νεκροθάφτης του Δήμου,(χρυσοδοντοαφαιρέτης) και νυν άρχων της πρωϊνής βάρδιας του πλοίου της αγάπης,  μοιράζεται με την συμβία μου  την ευγενή τύχη να κατάγεται από το  ίδιο χωριό κι ως εκ τούτου ως παιδιόθεν γνώριμος  να ασκεί δικαιώματα και εξουσίες που δεν διανοείται ένας κοινός θνητός.

Κι αυτό συμβαίνει καθημερινά σχεδόν οκτώ μήνες τώρα.

Στην αρχή είπα να βγώ έξω και να τον κάμω τόπι στο ξύλο, να  μάθει ο άτιμος ο ανήρ να ενοχλεί φιλήσυχους ανθρώπους, εκθέτωντας τους τσι ρούγες.

Μα δεύτερες σκέψεις με οδήγησαν στο ταπεινό συμπέρασμα, ότι και η αρνητική διαφήμηση έχει τη γλύκα της και λέγε-λέγε μόνο καλά  μπορούν  να εξαχθούν για την εν γένει υπόσταση του ατόμου  στο κοινωνικό πεδίο.

Έτσι τον άφηνα να με επεξεργάζεται ψιλό γαζί, γυρνώντας πλευρό αλλά προσέχοντας συγχρόνως μην ξυπνήσει η κυρά  και ζητήσει λόγο.

«Την γαμάς την Ανδριώτισσα Παγωνάκο;»


Παραμονή Χριστουγέννων. 

Ακούω τη σκουπιδιάρα να στριγγλίζει στους έρημους δρόμους ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κάδους, καταπίνοντας ασύστολα ταπεινά και καταφρονεμένα, καθαρίζοντας τις  ζωές  απ΄ότι μας κάμνει ανθρώπους με το α μικρό η με το Α κεφαλαίο.

Αυτή τη φορά δεν ακούω τη χιλιοειπωμένη ερώτηση, μα ένα αρκούντως  γλυκανάλατο:

«Καλά Χριστούγεννα…Χρόνια Πολλά!»

Είναι ο  γνωστός αληταμπουράκος, που προσπαθεί με γαλιφιές, να εξασφαλίσει ένα έξτρα μεροκαματάκι για τις γιορτές, εκλιπαρώντας πενηντάρια από ευγνώμονες προς το κοινωνικό του έργο κυριούλες της γειτονιάς ή από όποιον ηλίθιο αποφασίσει να κατέβει με τις πιζάμες στη κρύα νύχτα προκειμένου να τον ευεργετήσει.

Μα είναι δύσκολοι καιροί, μνημονιακοί και ουδείς  συγκινείται.  Μήτε ρεγάλο φέτος, μήτε μπαγιάτικοι κουραμπιέδες  και διπλωμένες στο χαρτί κακοτηγανισμένες δίπλες. 

Μόνο κάτι σκυλιά αλυχτούν. Και μένει η φωνή του μετέωρη να αντανακλάται στους τοίχους των σπιτώνε, πολλαπλασιασμένη από δεκάδες υλικά και πνευματικά εμπόδια.

«Είπαμε…Χρόνια Πολλά!», επαναλαμβάνει με φανερή πια απελπισία ο λεγάμενος.

Φωνή βοώντος…

«Χρόνια Πολλά, Παγωνάκο…», κάνει μια ύστατη και ομολογουμένως ισχυρά προσπάθεια, αυτή τη φορά κάτω από τα μπεντένια μου.

Και τότε  πηδώντας από τον κράββατο μου ως αιλούρι, σηκώνω στόρια, ανοίγω παραθυρόφυλλα και βγάζω  κεφάλα στην παγωμένη ατμοσφαίρα,  γλυκερός μέχρι εκεί που δεν παίρνει:

«Μίαν ετέραν φοράν αγαπητέ…Τώρα γαμώ την Ανδριώτισσα».


Κάποιος με πληροφόρησε πως πήρε πρόωρη σύνταξη και ξεκουμπίστηκε στο χωριό με τη ανάπηρη μανούλα του, άλλος πάλι ότι κάτι έπαθε  στο συκώτι και απόθανε ο δόλιος. 

Όποια όμως και να ΄ναι η αλήθεια, δεν ματάκουσα μπλιό  τη γαϊδουροφωνάρα του πέντε η ώρα της νυκτός, να θέτει το εύλογο ομολογουμένως ερώτημα:

«Την γαμάς της Ανδριώτισσα Παγωνάκο;»

Κι έχουν καταντήσει  οι νύχτες μου, σχεδόν ανυπόφορες…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου